«Ο γιος μου με βρήκε. Χαράματα Παρασκευής, πέντε μέρες πριν κλείσει τα είκοσι τέσσερα. Κατάλαβε πως είχα πεθάνει κι ας μην είχε αλλάξει τίποτα στον χώρο• ίσως επειδή, όπως πάντα, έστω και νεκρή, τον προϋπάντησα».

Κάπως έτσι ξεκινά η ιστορία μας, από ένα πικρό τέλος. Μέσα της περιέχονται πολλές βιογραφικές λεπτομέρειες για τα άπαντα της οικογένειας του συγγραφέα και της μητέρας του: ψυχικές ασθένειες που βασάνισαν ολόκληρες γενιές, κρυμμένα μυστικά, ενοχές, περιστατικά της παιδικής ηλικίας ή μύχιες σκέψεις που ταυτόχρονα μοιάζουν μεν οικεία – από εκείνα που συμβαίνουν σχεδόν σε κάθε σπίτι – σου αφήνουν όμως κι ένα αδιόρατο  σφίξιμο  στο στήθος, σαν να θες να ξεγελάσεις τη μνήμη σου. Θα μάθουμε για τη μητέρα της Κατερίνας, μια γυναίκα φειδωλή σε χάδια και κομπλιμέντα που τα φυλούσε μόνο για τον κακομαθημένο πρωτότοκο, για έναν πατέρα τραχύ και σκληρόκαρδο, για τη μοχθηρία όλων των αδελφών της πλην του Άγη και της θείας Ζωής, των μοναδικών συμμάχων και υποστηρικτών της. Τριάντα πέντε χρόνια γεμάτα εμμονές, φάρμακα και απόπειρες αυτοκτονίας, αλλά και χρόνια ήσυχα και τρυφερά, εμποτισμένα με συζυγική και μητρική αγάπη. Το βιβλίο της Κατερίνας δεν κρύβει και δεν αποσιωπά τίποτα, από τα πιο φωτεινά διαλείμματα μέχρι την πιο σκοτεινή καταβύθιση στην κόλαση της διπολικής διαταραχής.

Ο Πέτρος Χατζόπουλος – το πραγματικό όνομα του Αύγουστου Κορτώ -πάλεψε επίσης με το θηρίο των ψυχωτικών επεισοδίων, της κατάθλιψης, του αλκοόλ και της παχυσαρκίας. Τελειώνοντας το βιβλίο, όπως λέει ο ίδιος, ένιωσε ξαλαφρωμένος, σαν να έκλεισε τους λογαριασμούς του με τη μητέρα του, το πένθος και την απουσία της. Παράλληλα, η ψυχοθεραπεία σε συνδυασμό με την εξομολογητική διάθεση της συγγραφής λειτούργησαν γι’ αυτόν απελευθερωτικά και συγχωρητικά: «Εκ των υστέρων δε μπορώ να κατηγορήσω τους γονείς μου για τα σφάλματα που έκαναν, ήταν μωρά παιδιά».

Ο λόγος του είναι σαρωτικός, πυκνός, συχνά αθυρόστομος, αλλά πάνω απ’ όλα κοφτερός και ειλικρινής, αναμεμειγμένος με ένα εξίσου ευθύ και αυτοσαρκαστικό χιούμορ. Ο Κορτώ δεν διστάζει να πει αυτά που όλοι σκεφτόμαστε, όμως έχουμε μάθει να καλύπτουμε κάτω από το ρούχο ενός δήθεν πολιτισμένου καθωσπρεπισμού.

Ίσως φαίνεται περίεργο, αντιφατικό ή προκλητικό, αλλά η Κατερίνα που αγάπησε το παιδί της περισσότερο από οτιδήποτε άλλο πάνω στη γη αποφάσισε να γράψει μόνη της το τέλος όχι μόνο επειδή έδινε μια μάχη προ πολλού χαμένη, μα και για κάτι άλλο εξίσου σημαντικό: για να μην είναι πια βάρος «στα έρμα τ’ αγόρια της» και κυρίως στον γιο της. Όσες ενστάσεις κι όσες αμφιβολίες κι αν έχει κανείς, δεν γίνεται να μην γελάσει ούτε να μην συγκινηθεί με την αλήθεια της. Πολύ περισσότερο δε, όταν μέσα σε όλα αυτά τα τραγικά παιχνίδια της ζωής προβάλει πάντα η αγάπη, σταθερή και λυτρωτική σαν από μηχανής θεός που εξαγνίζει τα πάντα. Όποιος έχει περάσει πολλά, είτε τα έχει καταφέρει είτε όχι, ξέρει: «Αγάπη θα πει να σηκώνεις σταυρούς. Κι αν δεν υπάρχουν, καμιά φορά να τους εφευρίσκεις».