Photo by Soela Zani

Σε ένα ήσυχο, τσεχωφικό καλλιτεχνικό στέκι στα Εξάρχεια συνάντησα – επιτέλους – για πρώτη φορά τον χαρισματικό σκηνοθέτη και ηθοποιό Ένκε Φεζολλάρι. Θα ήταν άραγε κι από κοντά τόσο άνετος, οικείος και χαμογελαστός όσο τον περίμενα; Τελικά ήταν όλα αυτά, και κάτι παραπάνω. Μιλήσαμε για «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα», την παράσταση που σκηνοθετεί για δεύτερη χρονιά στο Βρυσάκι, τον «Φιλοκτήτη» του Ρίτσου, την Τέχνη, τον άνθρωπο και τις ανησυχίες που όλοι κρύβουμε μέσα μας.

 ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΜΠΕΡΝΑΡΝΤΑ ΑΛΜΠΑ

Οι υποταγμένοι και οι ανυπότακτοι της ιστορίας

Η Αδέλα είναι ανυπότακτη. Η Πόνθια είναι ο χαρακτήρας που εμπεριέχει και τις δύο έννοιες. Είναι υποταγμένη μέσα στο ανυπότακτο μαζί. Δηλαδή, χάος μέσα στο οργανωμένο σύμπαν αυτού του μικρόκοσμου. Νομίζω ότι πλην της Αδέλας οι περισσότεροι ήρωες  είναι υποταγμένοι στη μοίρα τους. Αυτή που ξεφεύγει, το πληρώνει πολύ ακριβά.

Πόση σημασία έχει η «υπόληψη του κόσμου»;

Φέτος βρήκα ένα σκίτσο το οποίο ήταν πάρα πολύ σημαντικό. Είχε τη Μπερνάρντα στο κέντρο και γύρω της είχε το κουτσομπολιό. Μου άρεσε πάρα πολύ αυτό το σκίτσο γιατί όντως νομίζω ότι φέτος με το καινούριο ανέβασμα κατάλαβα πολύ περισσότερα πράγματα από πέρυσι. Δηλαδή, κατάλαβα την ταυτότητα αυτών των προσώπων. Η ταυτότητα του κόσμου, η δική μου, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ταυτότητα της κοινωνίας. Άρα το κουτσομπολιό με καθορίζει. Η κοινότητα επηρεάζει αυτό που είναι η Μπερνάρντα. Είναι μια παγίδα στην οποία έχει πέσει η ίδια.

Μητριαρχική επιβολή και απολυταρχικό καθεστώς

Το έργο είναι πολιτικό και ταξικό. Ένα πράγμα που ανακάλυψα φέτος είναι ότι οι κόρες είναι οι περιοχές που προσπαθούν να αυτονομηθούν. Δηλαδή φέτος μπήκε ένα καινούριο στοιχείο. Όχι στη σκηνοθεσία ούτε στην ερμηνεία, αλλά στο τι είναι ο Πέπε Ρομάνο. Και πηγαίνω έτσι ξανά στην πρώτη ερώτηση – ακόμα και η Αδέλα που είναι ανυπότακτη – υποτάσσεται στον Πέπε Ρομάνο. Μιλάμε λοιπόν για «υποταγμένα όντα» και προσπαθώντας να αυτονομηθούν περιορίζεται ο ζωτικός τους χώρος κι όσο περιορίζεται τόσο μεγαλώνει η ανάγκη για αυτονομία. Αν εμείς καταπιεστούμε σε ένα δωμάτιο, θα αρχίσουμε να σκοτώνουμε ο ένας τον άλλο. Είναι ένα Das Experiment, ένα Big Brother, κάποια στιγμή ο ένας θα φάει τα σωθικά του άλλου για την επιβίωση.

Ο έρωτας ως ανατροπέας

Θερίζει. Είναι Θέρος-Έρος, όπως λέει κι ο Παπαδιαμάντης. Θερίζει ούτως η άλλως με την αρχαία έννοια του έρωτα που είναι αρρώστια. Αυτό προκαλεί. Τις εξυψώνει κατά ένα τρόπο, δηλαδή ο έρωτας μπορεί να σε οδηγήσει στην απόλυτη ανεξαρτησία, να σηκώσεις το λάβαρο της ανεξαρτησίας κι από την άλλη αυτό το λάβαρο να γίνει λαιμητόμος.

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΝΚΕ ΦΕΖΟΛΛΑΡΙ

Αγαπημένο ησυχαστήριο

Χαλαρώνω πολύ με το ελεύθερο κάμπινγκ. Το μοναδικό ησυχαστήριό μου – χωρίς να αποκαλύψω το μέρος που πηγαίνω – είναι ένα μικρό νησί στις Κυκλάδες όπου κάνω ελεύθερο κάμπινγκ.

Όταν ήταν παιδί, ο Ένκε: Ήταν άτακτος, ζιζάνιο, έπιανε πυγολαμπίδες και τις έβαζε σε σπιρτόκουτα και το βράδυ τις απελευθέρωνε στο δωμάτιό του. Ήταν μαγεία. Απελευθέρωνε δέκα πυγολαμπίδες και τους έβγαζε και ονόματα.

Όταν κλείνουν οι προβολείς του θεάτρου, ο Ένκε: Είναι μόνος.

Αν είχα ένα μαγικό ραβδί: Θα εξαφάνιζα την πείνα, τον υποσιτισμό. Είναι το πρώτο πράγμα που μου έρχεται στο μυαλό. Το δεύτερο θα ήταν να απελευθερωθώ από τις ενοχές σε κάτι πιο προσωπικό που κουβαλάω.

ΑΝΘΡΩΠΟΙ-ΚΟΙΝΩΝΙΑ-ΤΕΧΝΗ

 Υπάρχει ανοχή στη διαφορετικότητα;

Κατ’ αρχήν να πω ότι τις τελευταίες μέρες ειδικά και με τον δεκατετράχρονο και με όλα αυτά που συμβαίνουν δεν μπορούμε να κλείνουμε τα μάτια σε καμία περίπτωση. Έχω μεγάλο θυμό και για την τωρινή κυβέρνηση, για την κυβέρνηση του Τσίπρα, για το πώς ξεπουλιέται μια τόσο πλούσια χώρα. Έχουμε γίνει λίγο ανεκτικοί στη βία, στην πείνα, στον πνιγμό των ανθρώπων. Έχουμε γίνει κτήνη. Αυτό είναι που με θυμώνει. Υπάρχει μια αποκτήνωση κι από την άλλη υπάρχει αυτό το μαγικό ραβδί. Οι άνθρωποι στα χωριά της Ειδομένης ανοίγουν τα σπίτια τους στους πρόσφυγες κι από την άλλη πχ στη Χίο οι κάτοικοι εναντιώνονται στο hot spot. Άρα λοιπόν σε αυτή η Ελλάδα των αντιθέσεων, σε αυτή την Ελλάδα των 2 όψεων, προτιμώ πάντα να κρατήσω την άλλη όψη. Σίγουρα διανύουμε σκοτεινές εποχές και οι περίοδοι είναι δύο: από τη μια υπάρχει η απόλυτη ανοχή η οποία επί της ουσίας δεν είναι πραγματική, δηλαδή αποδέχομαι τον ομοφυλόφιλο αρκεί να μην είναι ο γιος μου ομοφυλόφιλος, αποδέχομαι τον Σύριο πρόσφυγα που θα έρθει αρκεί να μην τον ταΐσω εγώ, κι από την άλλη δεν ξέρω αυτή η αλληλεγγύη πόση αλληλεγγύη χωράει. Από τη μια δηλαδή υπάρχει ένα πρόβλημα που δεν είναι μόνο της Ελλάδας, είναι της Τουρκίας, είναι ένα πρόβλημα παγκόσμιο, είναι ένα πρόβλημα που δεν μπορεί να το διαχειριστεί μια χώρα. Αντιθέτως, η πολιτική αντιμετώπιση του πράγματος είναι πολύ σαθρή. Δεν μπορεί να φωτογραφίζεται ο Τσίπρας με τον Ύπατο Αρμοστείας του ΟΗΕ και να γελάνε με το σωσίβιο. Αυτή ήταν μια εικόνα που με πλήγωσε πάρα πολύ, όπως με πλήγωσε και η εικόνα με το Ορλάντο. Από τη μια βλέπουμε ότι υπάρχει φεϊσμπουκική ανοχή στα πράγματα κι όχι τόσο επί της ουσίας.

Οι επαναστάτες του πληκτρολογίου

Ο κόσμος έχει κουραστεί. Υπάρχει μια επανάσταση πίσω από το πληκτρολόγιο αλλά εγώ δεν πιστεύω σε αυτό, γιατί πιστεύω ότι αν βγούμε στην Ερμού οι δυο μας, εκεί θα είναι ο αληθινός παλμός. Αν πάμε στο Περιστέρι και τη Δραπετσώνα, εκεί θα δούμε τον αληθινό παλμό. Ο κόσμος γενικά πιστεύω ότι έχει πέσει σε έναν λήθαργο απόγνωσης. Κι αυτός ο λήθαργος κι αυτή η ένεση υπάρχει σε πανευρωπαϊκή και παγκόσμια κλίμακα, νομίζω ότι λίγο κλείνουμε τα μάτια από τη στιγμή που δεν χτυπάει την πόρτα μας. Και νομίζω ότι επαναλαμβάνεται αυτό το πράγμα, δηλαδή όταν σκότωσαν τον Αλέξη ο κόσμος βγήκε στο Σύνταγμα, αντέδρασε. Όταν είχαν σκοτώσει ένα ξένο παιδί ή έναν Τσιγγάνο στο Μενίδι, ο κόσμος δεν αντέδρασε. Θέλω να πω ότι αυτό με τρομάζει περισσότερο, ότι πρέπει να βουτηχτούμε στα σκατά και να πνιγούμε, ενώ θα έπρεπε να υπάρχει μια προληπτική επανάσταση. Επίσης, εγώ που θεωρώ την Κούνεβα μια σύγχρονη ηρωίδα, στο ελληνικό σύγχρονο δικαστήριο δεν κέρδισε τη δίκη. Άρα νομίζω ότι οι ηρωικές πράξεις εξαντλούνται στις κοινοποιήσεις και στα status.

Η Τέχνη θεραπεύει;

Μόνο. Λειτουργεί θεραπευτικά. Θα ήθελα πάρα πολύ η Τέχνη να λειτουργεί όπως λειτουργούσε κάποτε. Βέβαια έφτανε σε σημεία χειραγωγήσιμα, όπως στο ανατολικό μπλοκ. Για μένα η Τέχνη πρέπει να προειδοποιεί και να θεραπεύει σίγουρα. Δεν σου κάνει εντύπωση που δεν γράφονται πια μεγάλα πράγματα; Γι’ αυτό και ανατρέχουμε στο παλιό, γιατί κάπου γκώσαμε. Αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι ότι από τη μια υπάρχει η Τέχνη η οποία συσπειρώνει κι από την άλλη οι άνθρωποι που κάνουν Τέχνη μοιάζουν σαν να είναι μετέωροι μιας άλλης πραγματικότητας. Άρα θέλω να πω ότι αυτό είναι το πρόβλημα που εντοπίζω τα τελευταία χρόνια. Βλέπω ας πούμε κάποιους νέους τραγουδιστές που τραγουδάνε πράγματα τα οποία σαν να μην γράφονται εδώ και τώρα, για να προχωρήσουμε παρακάτω δηλαδή. Δεν μιλάω για μια στρατευμένη Τέχνη, γιατί αυτό πια θεωρείται κλισέ, αν κάποιος ανεβάσει Γκόρκι. Ο Γκόρκι είναι παλιός, το ακούω αυτό από κόσμο. Θέλω να πω ότι η Τέχνη πρέπει να είναι ψυχαγωγία, να ξεφεύγεις όχι από τα καθημερινά, να εξυψώνεσαι προς το θείο.

Τι φέγγει στο σκοτάδι του σήμερα;

Όσο δεν βγαίνει ο Τραμπ στην εξουσία, μπορεί και να έχει ελπίδες η ανθρωπότητα. Για μένα οι αφανείς άνθρωποι είναι αυτοί που φέγγουν το μέλλον. Αυτοί οι άνθρωποι που δεν χρειάζεται να είναι υποψήφιοι για Νόμπελ ειρήνης. Νομίζω ότι οι απλές καθημερινές πράξεις, οι δικές μας, έχουν σκοπό να λειτουργήσουν ως ιώδιο απέναντι σε αυτή την «πληγεί», την «πληγεί» με έψιλον γιώτα γιατί έχουμε πληγεί σαν οντότητες και σαν άνθρωποι. Ναι, φαντάζομαι ότι εκεί έξω υπάρχουν γιατροί που δίνουν τη ζωή τους, υπάρχουν εκπαιδευτικοί που δεν τους ξέρει κανείς, υπάρχουν φουρνάρηδες που προσφέρουν – όπως ο φούρναρης στην Κω – το καρβέλι και υπάρχουν και άνθρωποι όπως οι απλοί ψαράδες που σώζουν ζωές. Νομίζω ότι αυτό είναι το φέγγος. Και φυσικά υπάρχει και η ποίηση. Οι πεθαμένοι μας ποιητές είναι ένας φανοστάτης, δηλαδή το να γυρνάμε στα κείμενα, στη γραφή, να διαβάζουμε. Σκέφτομαι πόσο ωραία είναι η μουσική, τις τελευταίες μέρες ακούω και λέω τι έχει γραφτεί.  Δηλαδή δεν νομίζω ότι ο Μότσαρτ είχε στο μυαλό του να είναι φέγγος για την ανθρωπότητα η μουσική του. Απλώς έκανε σωστά τη δουλειά του. Ήταν όμως στον παλμό της κοινωνίας, ήταν στον παλμό της ζωής. Ο Τσέχωφ που ήταν γιατρός πήγαινε στη Σαχαλίνη, νομίζω ότι υπάρχουν αυτοί οι αφανείς Τσέχωφ. Αυτοί είναι το φέγγος, η μαμά σου, η μαμά μου, οι γονείς μας που φέρανε – άθελά τους; ηθελημένα; – παιδιά στον κόσμο για να προσφέρουν στην ανθρωπότητα.

«Φιλοκτήτης», ο μονόλογος του Γιάννη Ρίτσου

Θα πάμε στον Βόλο και στους Δελφούς. Κατ’ αρχάς να πω ότι με συγκινεί που ξαναβρίσκομαι με τη Σίσσυ Παπαθανασίου και με σκηνοθετεί, γιατί έχουμε συνεργαστεί στο παρελθόν και είναι ωραίο να επιστρέφεις στο πατρικό σου σπίτι. Επιστρέφω και στον Ρίτσο, γιατί το πρώτο ανέβασμα ήταν στα αλβανικά με τη Ελένη Αγγελοπούλου, οπότε επιστρέφω σε ένα πολύ οικείο περιβάλλον, σε έναν κόσμο και σε ένα σύμπαν που το αγαπώ πάρα πολύ. Είναι σαν να τραβάω το σεντόνι, τα καλύμματα στα παλιά μου έπιπλα, όπως λέει ο Ρίτσος «προτιμούσα να μένω στο μισόφωτο των δωματίων, στα παραπεταμένα έπιπλα με την πειθήνια αφή των παραπετασμάτων». Επιστρέφω δηλαδή στο προσωπικό τραύμα, στο κοινωνικό τραύμα, στην ταυτότητα που θέτει ο Ρίτσος στο ποίημα αυτό, στον πόλεμο. Κατ’ αρχάς είναι ένας ογκόλιθος αντιπολεμικού ποιήματος. Ένα καίριο ερώτημα είναι γιατί πολεμήσαμε, γιατί και που επιστρέφουμε. Είναι ένα ποίημα που μιλάει για το χάσμα γενεών, τη σωτηρία, τη μοναξιά, την οικογένεια και κυρίως για τη χρησιμότητα του ανθρώπου σήμερα. Λέει κάποια στιγμή ο Νεοπτόλεμος στον Φιλοκτήτη: «Ξέρεις κι εσύ πως μόνο τα όπλα μας χρειάζονται κι όχι τους ίδιους εμάς». Είναι η ματαιότητα του πολέμου, της ίδιας της ζωής. Το ποίημα αυτό κρύβει πολύ την ξενιτιά του ίδιου μας του εαυτού. Είναι σαν να γυρνάς στον πυρήνα για να επαναπροσδιορίσεις ποιος είσαι και που πηγαίνεις. Αυτό είναι το πιο σημαντικό. Νιώθω τον Ρίτσο σαν τον πατέρα που δεν είχα, μια έλλειψη της πατρικής φιγούρας.