Χαρούμενοι αυτόχειρες

(Ένα κείμενο από την συλλογή του Οδυσσέα Νασιόπουλου  «Πάλη για ήλιο»)

Στεκόμαστε, με το ίδιο πάντα βλέμμα ζωγραφισμένο απάθεια, ασπρόμαυρες οι λογικές, παράλογες οι εικόνες. Και μετά ρωτάμε να μας πούνε, τώρα τι, τώρα τι κάνουμε που ξεχάσαμε να πολεμάμε; Το λάθος ήταν συνεχώς το ίδιο κι αυτό, κύκλους αδιάκοπα έκανε και σε γυρόφερνε, θαρρώντας πως όλη η ζωή σου εξαρτιόταν από τα κλειστά βλέφαρα μιας απρόσεκτης στιγμής, όλα για τον αόρατο φόβο, που τρέφαμε μέσα μας, που κρύβαμε πίσω από το ανασφαλές: «ωχ μωρέ αδερφέ, δεν βαριέσαι, εγώ θ ‘αλλάξω τον κόσμο, θα σώσω την πόλη, την χώρα, εγώ φταίω, εγώ όπλισα το χέρι του αυτόχειρα, άστο και αύριο μέρα είναι…!», το νόημα της απραξίας σε δύο ρουφήγματα καφέ, με το ύφος της άδοξης ρητορείας.

«Άστο, και αύριο μέρα είναι, εγώ τα ξέρω όλα, σ’ εμένα θα πούνε τώρα…!», τα λόγια της υπερφίαλης μεγαλομανίας μιας αδιάκοπης αγνωσίας του καταδικασμένου εαυτού στον ψόγο, τυραννία του απόλυτου εγώ, χαρούμενοι αυτόχειρες του εμείς.  Αύριο, και αυτό το αύριο δεν ήρθε ποτέ και ας το περιμέναμε με βαρεία απορία κάνοντας γαργάρα τις κατηγορίες και τις αιτίες, σε ώρες κραιπάλης.

Το άλλο πρωί, ξυπνούσαμε πάντα αθέλητα και ρωτούσαμε μάταια τον ακατάληπτο ήλιο, τι είχε και κρύφτηκε, και τι μουντό χρώμα είναι αυτό που πήραν τα γυμνά βουνά; Ποιάς πολιορκημένης  χώρας να ‘ναι αυτά τα παιδιά που τις λεηλατούν αδιακρίτως το σώμα κα της πληγώνουν την καρδιά; Της θάλασσας ποίος να της είπε, άραγε· ό, τι ξεπουληθήκαμε ανώφελα και είναι συνεχώς κλαμένη; Και ύστερα, πάντα ύστερα, βαλθήκαμε για ύστατη φορά να μιλήσουμε μεταξύ μας, σαν να μην το κάναμε ποτέ ως τώρα, στα μύρια της δικής μας ιστορίας, μήπως τάχα και βρούμε μια κάποια λύση στο πρόβλημα ομόνοια και αλήθεια. Ορίσαμε νέες αρχές, νέες ιδέες, έτσι ρίχνοντας στον όλεθρο τα απ’ αρχής προδομένα λόγια, είπαμε  να ξαναζωντανέψουμε  τ’ αγάλματα, ν’ αλλάξουμε τα ονόματα σαν που ταιριάζει στο καθένα πράξη και θυσία, να φέρει. Να ενώσουμε τις σιωπηλές κραυγές μας, αφού πρώτα ξεδιαλύνουμε την αλήθεια τους, όσες πιο πολλές μπορούμε, ενάντια στον πλάστη των ψεύτικων ονείρων.

Και όπως πηγαίνουμε, αναγεννημένοι, να δούμε, τον λόγο της αρχικής μας νιότης, να στέκει πολύμορφα λαμπερός στην ξεχασμένη πλατεία της κοσμικής ειρήνης, των νεκρών φύλλων του χειμώνα, που κηδέψαμε. Πάνω τους που γράφουν, τα αιώνια συνθήματα «ελευθερία», και «γνώθι σαυτόν». Τότε θα ‘ναι να δεις που  θα έρθει η ύψιστη ώρα, της μοιραίας επιλογής. Στων άκρων τις προστριβές μόνο μη σταθείς ανώφελα, και χαθείς. Εσύ σε ποίον πόλεμο ζητάς να ηττηθείς; Ορίστε λοιπόν ο θρίαμβος, που νηστεύεις.

%cf%87%ce%b1%cf%81%ce%bf%cf%8d%ce%bc%ce%b5%ce%bd%ce%bf%ce%b9-%ce%b1%cf%85%cf%84%cf%8c%cf%87%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b5%cf%82-3

 Φωτογραφία: Βασιλένα Μητσιάδη

Βιογραφικό:

Ὁ Ὁδυσσέας Νασιόπουλος γεννήθηκε τὸ Σεπτέμβρη τοῦ 1982, σ ‘ ἕνα ὁρεινό χωριό τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας-Τρικάλων, ὀνόματι Κακοπλεύρι. Μαθήτευσε στην Καλαμπάκα, οἱ σπουδές του στὸ Τ.Ε.Ι. Κοζανής Ἡλεκτρολογίας, ἔμελλαν να μείνουν ἀνολοκλήρωτες, λόγῳ δυσμενῶν οἰκονομικῶν συγκηριῶν, και στροφῆς του προς τὸ γράψιμο, και δὴ τὴν ποίηση, διήγημα, σενάριο.Ἡ ἀδιάλλειπτη και συνεχής μελέτη τῶν ἀρχαίων Ἑλληνικῶν και τὸ διάβασμα, τὸν βοήθησαν, ὡς προς την βελτιώση τοῦ τρόπου γραφῆς. Ἔχει συμμετάσχει σὲ πλῆθος λογοτεχνικῶν διαγωνισμῶν πανελλήνιων και διεθνῶν ἀποσπώντας πολλά βραβεία, ἐπαίνους και τιμητικὲς διακρίσεις, ὅπως ἐπίσης καὶ συμμετοχές σ’ ανθολογίες και Λογοτεχνικά-Καλλιτεχνικά ἡμερολόγια. Ἡ «Ματαιοπονία», εἶναι ἡ πρώτη του ὁλοκληρωμένη ποιητικὴ συλλογή ποῦ ἔχει ἐκδοθεῖ, ὡς ἀποτέλεσμα, Α΄Βραβείου Πανθεσσαλικοῦ λογοτεχνικοῦ διαγωνισμοῦ τῶν Ἑκδόσεων Ἥρα Ἑκδοτική το 2012, στὸ Βόλο. Ζεῖ και ἐργάζεται στὰ Τρίκαλα, βοηθώντας στην οἰκογενειακή ἐπιχείρηση Ἀρτοποιεῖο. Ἡ «Πάλη για ἥλιο» εἶναι ἡ δεύτερη ποιητική του συλλογή που ἐκδίδεται, ἀπ’ τις  Πρότυπες Ἑκδόσεις Πηγή, Θεσσαλονίκη 2016.