%ce%bd%cf%84%ce%b1%ce%bd%ce%b7

Μέσα καλοκαιριού, αφόρητη ζέστη, μύγες, τζιτζίκια και κάπου στην παραλία μια αυτοσχέδια καντίνα με σουβλάκια κι αναψυκτικά για ντόπιους και τουρίστες. Η ιστορία μας ξεκινά με την περιγραφή σφαγής γουρουνιών. Είναι ωμή, αργή, οδυνηρή αλλά και κωμική, όπως και το τοπίο της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας.

Ένα μάλλον τετριμμένο γεγονός, η εξαφάνιση ενός νεαρού γερμανού τουρίστα κοντά στο σημείο που ο Σταύρος έχει στήσει την καντίνα του βγάζοντας τα προς το ζην με τη βοήθεια της κόρης του και οι μετέπειτα εξονυχιστικές έρευνες των γονιών του, γίνεται η αφορμή να αποκαλυφθούν μικροαδικήματα, κρυμμένα μυστικά, σχέσεις και συναισθήματα μα κυρίως, σαν τα κομμάτια ενός παζλ, όλες οι παθογένειες της ελληνικής φύσης.

Όταν οι ουσιαστικά ασήμαντες λεπτομέρειες που αποκρύπτονται από τις αρχικές καταθέσεις των μαρτύρων βγαίνουν στο φως, μετατρέπονται σε υποψίες και εν τέλει σε κίνητρο. Ο Σταύρος είναι σφαγέας γουρουνιών, έχει αυθαίρετη καντίνα – άρα ροπή προς την παρανομία – και είναι οξύθυμος. Ένοχος λοιπόν, μπροστά στα μάτια εκείνων που τόσα χρόνια ήταν ανεκτικοί στα πάντα, όχι φυσικά χωρίς ένα βολικό αντίτιμο, αλλά στα δύσκολα ψάχνουν έναν αποδιοπομπαίο τράγο για να ρίξουν το φταίξιμο. Ο συγγραφέας Γιάννης Τσίρος ανατέμνει με ακρίβεια νυστεριού τα εκνευριστικά ελαττώματα του Νεοέλληνα, τα οποία όλοι μας – θεωρητικά τουλάχιστον – καταδικάζουμε: λαμογιά, βόλεμα, μέσον, δοσοληψίες με την εξουσία για ίδιον όφελος. Παρ’ όλα αυτά, προστατεύει τον κεντρικό του χαρακτήρα διατηρώντας τη συμπάθεια του θεατή προς το πρόσωπό του μέχρι το τέλος.

Κι εδώ ο εχθρός είναι οι ξένες δυνάμεις – Αυστρία, Ολλανδία, Σουηδία ακόμα και η Γαλλία, και φυσικά η Γερμανία που έχει τον απόλυτο έλεγχο και δίνει το γενικό πρόσταγμα. Έτσι αυθόρμητα έρχεται στον νου μας η πικρή διαπίστωση ότι η Ελλάδα «είναι έθνος ανάδελφο».

Η σκηνοθεσία της Ελένης Σκότη δίνει έμφαση στη βαθμιαία αποκάλυψη των καταστάσεων και της ψυχοσύνθεσης των χαρακτήρων, ενώ σχηματίζει διακριτικά και σταδιακά τις αλληλένδετες σαν τους κρίκους μιας αλυσίδας εικόνες.

Ο Τάκης Σπυριδάκης στον βασικό – ολόδικό του – ρόλο παίζει με ό,τι μέσο διαθέτει ένας ηθοποιός, το σώμα, το βλέμμα, τις κινήσεις, τις λέξεις. Ενσαρκώνει με φυσικότητα τον κλασσικό τύπο του κουτοπόνηρου παντογνώστη Έλληνα που γκρινιάζει για τα χρέη, σκέφτεται πρωτίστως τον εαυτό του και τον προσωπικό του αγώνα για επιβίωση, ενώ δίπλα του ξετυλίγεται μια (παραλίγο) τραγωδία. Χαρακτηριστική η σκηνή με τη Χαρούλα να περιγράφει τις αγωνιώδεις έρευνες των γονιών κι εκείνον απλώς να αντιπαραβάλλει τα δικά του «δεινά» – σαν δύο άνθρωποι που εκείνη τη στιγμή βρίσκονται σε παράλληλα σύμπαντα.

Η Ντάνη Γιαννακοπούλου στέκεται επάξια στο πλευρό του πρωταγωνιστή ως η μονίμως οργισμένη νεαρή κόρη που δουλεύει αντί να απολαμβάνει το καλοκαίρι. Ερμηνεύει πειστικά την επαναστατική φύση της νιότης, είναι ρεαλιστική και άνετη. Η σχέση με τους γονείς της δεν είναι η καλύτερη, αγαπά όμως τον πατέρα της και κάνει τα πάντα για να τον βοηθήσει και να τον ενθαρρύνει. Το δικό της βάσανο κλιμακώνεται σιγά σιγά μέχρι την έκρηξη: «Είμαι μες στη λίγδα, είμαι δημοφιλής μόνο στους χοίρους».

Ο Ηλίας Βαλάσης είναι η αγαθή μορφή του επαρχιώτη αστυνομικού, του συμμάχου αρχικά, που γνωρίζει την οικογένεια του Σταύρου από μικρό παιδί και που σε μια μυστική συμφωνία ανάμεσά τους παρέβλεπε για χρόνια όλες τις παρασπονδίες του. Πετυχαίνοντας να διατηρήσει μια εσωτερικευμένη ένταση σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, όταν το παιχνίδι των αμφιβολιών ξεκινά, αλλάζει στρατόπεδο και περνά στην αντιπέρα όχθη ως το αυστηρό όργανο της τάξης που βιάζεται να τηρήσει τον νόμο κατά γράμμα.

Οι εύστοχοι φωτισμοί του Αντώνη Παναγιωτόπουλου συμβάλλουν στον διακριτό διαχωρισμό των γεγονότων και της ψυχικής κατάστασης των ηρώων.

Λίγο πριν το τέλος ο κλοιός σφίγγει ολοένα και περισσότερο, διέξοδος πουθενά. Μόνη λύση η φυγή. Πριν τη φυγή όμως, ξεπηδά ξαφνικά και ορμητικά ένα πείσμα, μια ελπίδα και μια υπόσχεση: «Μέρος του τοπίου είμαι…Υπάρχω…Τίποτα δεν τελείωσε, τίποτα δεν πάει…γιατί άγριος σπόρος φύτρωσε σ’ ακρογιαλιά, σε βράχο, και μετά αλλού…Αντέχουμε. Αντέχουμε. Μια ακρογιαλιά είναι όλη η χώρα. Παντού φυτρώνουμε και μετά αλλού, αλλού, αλλού».

Η παράσταση «Άγριος σπόρος» έλαβε βραβείο καλύτερης παράστασης, σκηνοθεσίας, Α’ ανδρικού ρόλου, νεοελληνικού έργου και  γυναικείας ερμηνείας.