Ο Σεργκέι Λεόντιεβιτς Μαξούντωφ είναι ένας ονειροπόλος, ευαίσθητος συγγραφέας με όραμα και αξίες. Όταν αποφασίζει να γράψει ένα μυθιστόρημα, ο εκδότης του επιμένει αυθαίρετα ότι πρέπει να αφαιρέσει τις λέξεις ταμπού, να αγοράσει εκείνος τα δικαιώματα του έργου και να απαγορέψει στον δημιουργό του ακόμα και να μιλάει για το ίδιο του το πόνημα.  Έτσι, τη στιγμή που το «Μαύρο Χιόνι» του συναντά το τείχος της λογοκρισίας, η γάτα του πεθαίνει και οι τσέπες του μένουν άδειες, το σκοτάδι της μελαγχολίας απειλεί να τον καταπιεί και να τον κάνει αυτόχειρα. Η…«μεγάλη ευκαιρία» προκύπτει αναπάντεχα από αλλού. Τι πιο κολακευτικό από το να κερδίσει το ενδιαφέρον ενός θεατρικού σκηνοθέτη;

Κι εδώ όμως ο δημιουργός δεν έχει καθόλου δικαιώματα παρά μόνο υποχρεώσεις που πρέπει να ακολουθηθούν χωρίς καμία απόκλιση. Μπροστά στους υπεύθυνους του θεάτρου που σαν άλλη Ιερά Εξέταση απαιτούν υποβιβασμό και υποταγή, ο Μαξούντωφ φτάνει και ξεπερνά τα όριά του. Προσπαθεί αδύναμα να αντισταθεί σε ένα σύστημα ανελεύθερο και γραφειοκρατικό που δεν τον αφήνει να πάρει ανάσα, διστάζει, απελπίζεται, στριφογυρίζει νευρικά κι άσκοπα γύρω από τον εαυτό του και στο τέλος λυγίζει παραδομένος.

Το κείμενο του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ είναι αυτοβιογραφικό και μέσα από αυτό σατιρίζει την πολιτική εξουσία της εποχής του, τους συμπαγείς, απαράβατους κανόνες και τις κλίκες με τις οποίες οφείλει να συγχρωτιστεί όποιος επιθυμεί να πετύχει κάτι. Η κριτική του δεν αφορά μόνο τον κόσμο του θεάτρου επί Στάλιν, αλλά επεκτείνεται σε πολλές πτυχές της καθημερινότητας. Το χιόνι, που από τη φύση του είναι λευκό κι αγνό, μετατρέπεται σε κάτι σκοτεινό, όσο και η απελπισία που σφίγγει τον λαιμό του Μαξούντωφ και κάθε ανθρώπου που πασχίζει να δώσει πνοή στα όνειρά του χωρίς εκπτώσεις.

Η ευρηματική σκηνοθεσία του Κώστα Φιλίππογλου αξιοποιεί στο έπακρο τις δυνατότητες του σωματοποιημένου θεάτρου καθοδηγώντας τους πρωταγωνιστές σε συντονισμένες κινήσεις ακριβείας. Οι ήρωες με τις εκφραστικές παραλλαγμένες φωνές, τα χοντρά παραμορφωτικά γυαλιά και τη γρήγορη, υπερβολική ομιλία δημιουργούν ένα καρτουνίστικο αποτέλεσμα με αυτοσχεδιαστικές πινελιές. Μοναδική εξαίρεση ο Τάσος Δημητρόπουλος στον πειστικό κεντρικό ρόλο που μοιάζει αρκετά πιο συγκρατημένος, φανερά σε μια προσπάθεια να διαχωριστεί η θέση του από τους φρενήρεις ρυθμούς των υπολοίπων. Κι όλα αυτά φυσικά ιδωμένα μέσα από το πρίσμα μεγάλων δόσεων  μαύρου χιούμορ και σαρκασμού.

Εξίσου απολαυστικές οι ερμηνείες του Γιάννη Γιαννούλη ως ναζιάρα γάτα και ως μέλος της Παριζιάνικης ελίτ, της γεμάτης με γλοιώδεις αηδιαστικούς τύπους καθώς και του Κώστα Φιλίππογλου στον ρόλο του σκηνοθέτη που αποδεικνύεται εξαιρετικά ιδιόρρυθμος, προσθαφαιρεί ρόλους, διαλόγους και πλοκή, στέκεται σε ανούσιες λεπτομέρειες και εν τέλει μεταπλάθει τα πάντα σε κάτι που δεν θυμίζει σχεδόν σε τίποτα αυτό που έχει στο μυαλό του ο συγγραφέας.

Οι πάντα εύστοχοι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη και η μουσική των Lost Bodies συμβάλλουν στον σαφή διαχωρισμό των γεγονότων και τη ροή της ιστορίας.

Μετά το απονενοημένο διάβημα, η τελευταία φράση ηχεί ειρωνικά στ’ αυτιά του θεατή: «Τι οδηγεί έναν αυτόχειρα στην τελευταία του βουτιά; Δεν θα το μάθουμε ποτέ!»

Κι όμως, κατά βάθος όλοι ξέρουμε.