Ο Χαρούκι Μουρακάμι, ο γνωστός Ιάπωνας παραμυθάς, στο μυθιστόρημά του «Ο Κάφκα στην ακτή» προσεγγίζει με απίστευτη φυσικότητα τη γκρίζα ζώνη μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας. Μια ζώνη στη οποία όλα μπορούν να συμβούν…Γάτες κουβεντιάζουν με ανθρώπους, βδέλλες πέφτουν βροχή απ’ τον ουρανό, άνθρωποι χάνουν τη σκιά τους…

Δύο παράλληλες ιστορίες λοιπόν…

που όσο εξελίσσονται ,τόσο ο αναγνώστης εδραιώνει μια βαθιά πεποίθηση ότι υπάρχει μια μυστήρια, αδιόρατη σύνδεση μεταξύ τους.

Θα συναντηθούν κάπου άραγε;

Από τη μία η ζωή του Κάφκα Ταμούρα που μόλις κλείνει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας του,το σκάει από το σπίτι που ζει με τον πατέρα του και ξεκινάει ένα μακρύ ταξίδι στο άγνωστο, αναζητώντας τη μητέρα του και την αδελφή του που τον εγκατέλειψαν όταν ήταν ακόμα μικρός αφήνοντας πίσω τους αγιάτρευτα ερωτηματικά και μια προφητεία…

Ένα ταξίδι για την αναζήτηση της πραγματικής του ταυτότητας.

Κι από την άλλη η ζωή του Νακάτα, ένας άκακος, όχι ιδιαίτερα έξυπνος γεράκος,που όμως θα παίξει καθοριστικό ρόλο στην διευθέτηση των σουρεαλιστικών υποθέσεων που διαδραματίζονται.

«Επιστρέφω στο δωμάτιο μου, γυρίζω το στερεοφωνικό στις 45 στροφές, κατεβάζω τη βελόνα και ακούω τον «Κάφκα στην ακτή»:

«Κάθεσαι στην άκρη του κόσμου,

είμαι μέσα σ’έναν κρατήρα, τον πιο βαθύ.

Λέξεις δίχως γράμματα

όρθιες στη σκιά της πόρτας.

 

Το φεγγάρι φωτίζει μια κοιμισμένη σαύρα,

ψαράκια πέφτουν απο τον ουρανό.

Έξω απ’ το παράθυρο οι στρατιώτες

ατσαλώνονται για να πεθάνουν.

 

Ο Κάφκα κάθεται σε μια καρέκλα στην ακτή,

φαίνεται να σκέφτεται το εκκρεμές που τον κόσμο κινεί,

όταν η καρδιά σου σφαλίσει,

της ασυγκίνητης Σφίγγας η σκιά

μαχαίρι γίνεται και τρυπάει τα όνειρά σου πιο βαθιά.

 

Τα δάχτυλα του πνιγμένου κοριτσιού

ψάχνουν την πέτρα της εισόδου,

σηκώνει την άκρη από το φόρεμα του το θαλασσί

και κοιτάζει…

τον Κάφκα στην ακτή.»