Αγγλία, 19ος αιώνας. Σε έναν απομονωμένο, σιωπηλό πύργο κάπου στην επαρχία, μια νεαρή γκουβερνάντα καλείται να αναλάβει υπό την επίβλεψή της τα δύο ανίψια ενός γοητευτικού και πολυάσχολου αριστοκράτη ο οποίος μετά τον θάνατο των γονιών τους δεν έχει χρόνο ούτε διάθεση να τα φροντίσει. Η αμοιβή είναι υψηλή και μοναδικός του όρος να μην τον ενοχλήσει ποτέ και για κανένα λόγο.

Το υπέροχο σπίτι, η λίμνη με το νησάκι στη μέση και η πανέμορφη μικρή Εύα που αρχικά θα τη μαγέψουν, θα δώσουν σταδιακά τη θέση τους σε μια εφιαλτική συνέχεια με οπτασίες από το παρελθόν που απειλούν να βλάψουν τα παιδιά.

Ή μήπως όχι;

Το παράδοξο και ταυτόχρονα ελκυστικό σε αυτή την ιστορία είναι ότι ο συγγραφέας Χένρι Τζέιμς δεν μας αφήνει ποτέ να είμαστε σίγουροι για το τι αποτελεί πραγματικό γεγονός και τι ανήκει στην – ίσως – διαταραγμένη σκέψη της ηρωίδας. Ακόμα και οι λέξεις δίνουν συχνά την εντύπωση ότι υπονοείται κάτι άλλο από εκείνο που εκφράζεται κάθε φορά. Οι μορφές των προηγούμενων, διεστραμμένων υπηρετών που έχουν πλέον πεθάνει στοιχειώνουν κάθε τόσο τα παράθυρα, τον κήπο και τη λίμνη του πύργου ή μόνο τις δικές της παραισθήσεις; Τα παιδιά πράγματι κινδυνεύουν ή μήπως και τα ίδια γεμάτα κακία προσπαθούν απλώς να την τρομάξουν; Η παράσταση μοιάζει περισσότερο με βουτιά στα βάθη του ασυνειδήτου, και μάλιστα σε μια προσπάθεια να ανοιχτούν πόρτες καλά κλειδωμένες από την παιδική ήδη ηλικία: η γκουβερνάντα είναι κόρη κληρικού, μεγαλωμένη σε ένα άκρως συντηρητικό περιβάλλον. Συνεπώς, κουβαλά μέσα της όλο εκείνο τον καταπιεστικό κι ανελεύθερο κόσμο της που κάποτε αρχίζει να προβάλλει πάνω στους άλλους.

Ο σκηνοθέτης Δημοσθένης Παπαδόπουλος δημιουργεί μια απόκοσμη, κινηματογραφικής αισθητικής ατμόσφαιρα μέσω ενός τρομακτικού παιχνιδιού σκιών στις κουρτίνες με κλαδιά, παιδικά χέρια και πουλιά σε γρήγορη εναλλαγή, ενώ σε συνδυασμό με το μπερδεμένο δημοτικό τραγούδι δίνει έναν τόνο πνιγηρού εγκλωβισμού σε κάποιο κακό όνειρο.

Η δράση που μεταφέρεται πίσω από τις ημιδιαφανείς κουρτίνες δημιουργεί «θολωμένες» μορφές και κινήσεις, αφήνοντας έτσι στον θεατή την αίσθηση ότι κρυφοκοιτάζει μέσα στο δωμάτιο. Οι διάλογοι είναι σύντομοι, κοφτοί, με σιωπές που φανερώνουν δισταγμό, αβεβαιότητα και αμφιβολία, συναισθήματα που ούτως ή άλλως διαπνέουν όλο το έργο. Η ψιθυριστή ανάγνωση αποσπασμάτων της Αγίας Γραφής γεννά την εικόνα ενός κακού που δεν προέρχεται από τον εδώ κόσμο και παραμονεύει στις μισοφωτισμένες γωνίες του πύργου.

Η Θάλεια Ματίκα σωματικά, φωνητικά και κυρίως με το βλέμμα του ανθρώπου που κυριεύεται σταδιακά από εσωτερικούς δαίμονες είναι ιδανική στον ρόλο της στερημένης σεξουαλικά, εσωστρεφούς αλλά και δυναμικής κοπέλας. Η πρόθεσή της είναι να «σώσει» τα παιδιά, όσο όμως η βίδα αρχίζει να στρέφεται αργά, οι παγίδες του νου της γίνονται ολοένα και πιο ακραίες.

Οι πολλαπλοί χαρακτήρες που καλείται να υποδυθεί ο Ιάσων Παπαματθαίου αποτελούν δύσκολο και τολμηρό εγχείρημα. Ωστόσο, καταφέρνει να ανταποκριθεί επαρκώς και ειδικότερα στον ρόλο του δεκάχρονου Πάρι. Εκείνο που ίσως θα χρειαζόταν είναι μια πιο ευκρινής διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις διαφορετικές προσωπικότητες.

Τα εύστοχα και λειτουργικά σκηνικά με τα μεγάλα ανοίγματα, τις μακριές κουρτίνες και τους θαμπούς γκρίζους τοίχους ανήκουν στον Σταύρο Λίτινα. Ένα έπιπλο μετατρέπεται ευφάνταστα σε καθρέφτη δωματίου, πιάνο και εν τέλει σε φέρετρο.

Αναρωτιέστε αν μέχρι το τέλος ο Χένρι Τζέιμς μας ξεκαθαρίζει τι έχει συμβεί και τι όχι; Αυτό είναι κάτι που (πιθανόν) δεν θα το μάθουμε ποτέ.

Σωτηρία Κακαγιά