Σκηνή πρώτη: αριστερά τρία τραπεζάκια με κυρίες που χαρτοπαίζουν, γέλια, ουίσκι. Δεξιά ο αφηγητής με την κιθάρα του γίνεται ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στα χαμόγελα, τις απελπισίες, τις σιωπές και τα κρίματα της οικογένειας Πέλλα. Μέχρι τις 9 Απριλίου, στο υπόγειο του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης πνέει αέρας δεκαετίας ’50 και μετατρέπεται σε μεγαλοαστικό σαλόνι με έπιπλα και κοστούμια εποχής.

Η κυρία του σπιτιού χάνει στα χαρτιά. Το ίδιο το σπίτι έχει μπει υποθήκη, το εργοστάσιο και μαζί του οι αξίες, η αξιοπρέπεια και η αίγλη της οικογένειας – καθρέφτη μιας ολόκληρης κοινωνίας, χρεοκοπούν.

Πόσο ελεύθερος είναι όποιος θέτει κέντρο της ύπαρξής του το φαίνεσθαι, το προσωπείο που φορά προκειμένου να γίνει αποδεκτός από τους άλλους; Σε τι επιλογές τον οδηγεί και πόσες θυσίες αξίζει;  Ποιό το τίμημα για κάθε ήρωα; Μέσα σε όλα αυτά, για άλλη  μια φορά το χρήμα μετρά και κινεί κάθε ατομικό ή συλλογικό σύμπαν.

Ο σκηνοθέτης Ένκε Φεζολλάρι, μέσα από κοντινά και μακρινά κάδρα κινηματογραφικής αισθητικής και ταχύτητας, καταφέρνει όπως πάντα να πλάσει χαρακτήρες διαχρονικούς και αναγνωρίσιμους. Με τη βοήθεια των γεμάτων χρώματα φωτισμών του Νίκου Συρίγου συνθέτει έντονες εικόνες με σουρεαλισμό, πάθ(η)ος και συναίσθημα.

Η Αθηνά Τσιλύρα (Ρωξάνη) είναι η δυναμική παρουσία μιας επιβλητικής προσωπικότητας που αγωνίζεται με οποιοδήποτε κόστος να διατηρήσει μια ξεπεσμένη υπόληψη παραμένοντας αμετακίνητη μέχρι το τέλος. Ακόμα κι όταν τα πράγματα φτάνουν στα άκρα, ακόμα κι όταν τα μάτια της γεμίζουν δάκρυα και η υποκρισία περισσεύει, η παραδοχή αρνείται πεισματικά να βγει από το στόμα της: «Εμείς, είμαστε αθώες».

Η Νικόλ Δημητρακοπούλου υποδύεται με ένταση την κακομαθημένη, ανίκανη να πάρει ενεργές αποφάσεις, Χλόη. Παρ’ όλα αυτά κατοχυρώνεται στη συνείδηση του θεατή περισσότερο ως ένα πλάσμα που πιέζεται αφόρητα πασχίζοντας να ξεφύγει από τον δικό του προσωπικό εγκλωβισμό. «Έτσι λένε, λένε είμαι γεννημένη και ν’ αλλάξω χαρακτήρα δεν μπορώ». Κι όμως, ο θάνατος θα είναι το τελευταίο ψέμα που θα τη σπρώξει βίαια στο μεγάλο βήμα της φυγής από όλους και από όλα.

Σκληρή, αποκαλυπτική αλλά και ανθρώπινη η αναμέτρηση της Κατερίνας με τη Ρωξάνη και τη Χλόη, όταν η πρώτη νιώθει την αδικία να σπάει το φράγμα σιωπής και υπομονής ολόκληρων χρόνων. Η Ανδριάνα Χαλκίδη φυσιογνωμικά και ερμηνευτικά μοιάζει με αυθεντική φιγούρα από άλλη εποχή που ζωντανεύει  στο σήμερα.

Ο Άλεξ Κάβδας είναι επίσης πειστικός στον ρόλο του Νίκου Δρίτσα, ξεχειλίζοντας από την εκνευριστική έπαρση ενός πλουσιόπαιδου παραδομένου στις απολαύσεις, την ανωριμότητα και το σαχλό χιούμορ.

Κάποτε, οι κουρτίνες κλείνουν. Ένα άρωμα ξεθυμασμένου αλκοόλ και ξεθυμασμένης αξιοπρέπειας αιωρείται ακόμα στον αέρα.

Σωτηρία Κακαγιά