“Εκεί που περπατούσα και ο ήλιος έπεφτε στο πρόσωπο μου,

ένιωσα ξαφνικά την ανάγκη να αφεθώ σ’αυτή την απρόσμενη αίσθηση γαλήνης…

Έκλεισα ασυναίσθητα τα μάτια μου,

απολαμβάνοντας ένα “κύμα” ζεστασιάς και ελευθερίας

και συνέχισα να περπατάω …

-Με τα μάτια κλειστά-

θαρρείς άγγιζα κάτι το ανυπόστατο

-ένα χρυσό φως έλαμπε μέσα μου-

Και όλως περιέργως το ένιωθα απολύτως φυσικό αυτό που συνέβαινε εκείνη τη στιγμή,

ήξερα ακριβώς που να πάω γιατί ο ήλιος συνέχιζε να μου δείχνει το δρόμο, σαν να ‘χε χαράξει πορεία μέσα μου…

κι αν και μόνο μερικά βήματα,

όταν άνοιξα τα μάτια μου, ένιωθα τόσο πλήρης σαν μόλις να είχα επιστρέψει από ένα αλλόκοτο μακρινό ταξίδι…”

 

Α.Κ.

 

[φωτογραφία: Αντωνία Κοσμίδη]