Βρισκόμαστε στο 1987. Ο Δημήτρης (Τάσος Νούσιας), με νοοτροπία που δείχνει ξεκάθαρα ότι η Μικρασία έχει χαραχτεί στη μνήμη του Έλληνα ως ο χαμένος παράδεισος, θέλει να οργανώσει μια έκθεση κοινής πολιτιστικής κληρονομιάς Ελλάδας – Τουρκίας με αντικείμενα της εποχής. Έχοντας σκοπό του να βρει εκείνο το ιδιαίτερο κομμάτι που θα της προσδώσει μεγαλύτερο κύρος, ταξιδεύει σε αντικερί της Σμύρνης. Με αφορμή ένα ματωμένο νυφικό, η ζωή του θα μπερδευτεί με τη ζωή της Ρόζας  (Λήδα Πρωτοψάλτη) και της εγγονής της Μαριάννας (Ευγενία Δημητροπούλου), ενώ η επιμονή του θα οδηγήσει στην αποκάλυψη μυστικών ξεχασμένων στα βάθη του χρόνου και των συνειδήσεων.

Οι ερμηνείες στο σύνολό τους είναι καλές, χωρίς όμως το απαραίτητο συγκινησιακό φορτίο που θα περίμενε κανείς λόγω θεματολογίας. Εξαίρεση η σκηνή στο νοσοκομείο με την πρώτη και τελευταία συνάντηση Ισμαήλ – Ρόζας. Η Λήδα Πρωτοψάλτη ξεχωρίζει με την περηφάνια και την αλυγισιά της μικρασιάτισας που τα έχασε όλα, πέρασε πολλά, όμως παρέμεινε αδιάλλακτη προσπαθώντας να θάψει ένα παρελθόν που τελικά δεν την εγκατέλειψε ποτέ. Ομοίως και ο Τούρκος Γιλμάζ Γκρουντά στον πολύ μικρό αλλά συμπαγή ρόλο του Ισμαήλ.

Ο σκηνοθέτης Γιώργος Κορδέλλας μας χαρίζει πολλές εικόνες φωτογραφικής αισθητικής, ενώ πολύτιμος συνοδοιπόρος αναδεικνύεται η πάντα εξαιρετική μουσική του Δημητρη Παπαδημητριου που καταφέρνει να ξυπνήσει νότες νοσταλγίας σε όποια σκηνή κι αν συνοδεύει. Στα συν η προσεγμένη ενδυματολογία (Βραβείο Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου Καλύτερης ενδυματολογίας) και η αναπαράσταση των εποχών – αυτοκίνητα, έπιπλα, τηλέφωνα, σπίτια.

Στο σύνολό της η ταινία βλέπεται ευχάριστα, ωστόσο δεν υπάρχει η ιστορικά διεισδυτική ματιά που θα την έκανε να παραμείνει αξιομνημόνευτη.