«και εκεί…

την ώρα ακριβώς που ο ήλιος σβήνει

και οι παραλίες έχουν σχεδόν αδειάσει,

θα δεις μόνο μερικά παιδιά που παίζουν,

κερδίζοντας μέχρι και το τελευταίο δευτερόλεπτο…

μπαίνουν, βγαίνουν, γελούν και χαίρονται μόνα τους με το τίποτα,

απολαμβάνοντας αυτές τις ανεπανάληπτες μέρες αθωότητας.

Έχει σχεδόν νυχτώσει …

μα γι’αυτά δεν υπάρχει χρόνος,

παρά ένα αιώνιο τώρα,

που χωράει όλου του κόσμου την ευτυχία σε μια στιγμή!

και ακόμα παίζουν…

και φτιάχνουν ένα δικό τους κόσμο γεμάτο νόημα…

και εσύ…

ο περαστικός…

ο παρατηρητής…

κάπου λίγο ζηλεύεις…

κάπου βαθιά μέσα σου, νιώθεις μια λαχτάρα απροσδιόριστη

να μοιραστείς αυτή τη χαρά τους…

ένα συναίσθημα νοσταλγίας…

και αναρωτιέσαι…

πόσο απέχεις άραγε απ΄αυτό το παιδί μέσα σου που θέλει να παίξει ;

ποιο ήταν άραγε εκείνο το μοιραίο καλοκαίρι που ένιωσες ξαφνικά πολύ μεγάλος για να ασχοληθείς με αυτά ;

εκείνο το καλοκαίρι που αρνήθηκες το παιδί μέσα σου κι έκανες το πρώτο βήμα μακρυά του ;

 

Δεν ήξερες…

Ααχ πόση νοσταλγία θεέ μου…

γι’αυτά τα μαγικά, τα ξέγνοιαστα,

τα «ατελείωτα» καλοκαίρια που μόνο τα παιδιά ξέρουν να ζουν…»

 

Α.Κ.

[Φωτογραφία: Αντωνία Κοσμίδη]