Κείμενο και Σκίτσο: Γιώργος Μικάλεφ

 

Ιστορίες απ’ το Αλδεβαράν, κεφάλαιο πρώτο

Αλδεβαράν 213 μ.χ.

Ένα κουνέλι στεκόταν και με κοίταζε ανάμεσα απ’ τα δόντια του στην κορυφή του λόφου. Πρέπει να είχε πιει πολύ γιατί τα αυτιά του ούρλιαζαν χυδαίες βλασφημίες και εσύ τσαντίστηκες και το κλώτσησες. Το κεφάλι αποχαιρέτησε τον κορμό του ζώου και χτύπησε τη χελώνα που γεμάτη παράπονο διηγήθηκε στον Αίσωπο το μύθο της απύθμενης αρκούδας. Μα ο Αίσωπος εκείνη την ώρα πήγαινε για φυσικοθεραπεία. Ο μύθος ξεχάστηκε και δεν γράφτηκε ποτέ. Η ανηφόρα με είχε κουράσει μα ο πατέρας σου μπροστά προχώραγε μες στις ελιές και εμείς σερνόμασταν ξωπίσω του. Τα ζώα του δάσους μας κοίταζαν, καφενείο στο χωριό η κατάσταση,  και εγώ έπινα τις τελευταίες γουλιές της ρετσίνας μου. Ο πατέρας σου μου πέταξε από την τσέπη του άλλο ένα μπουκάλι. Χτύπησε στο κεφάλι μου και έσπασε. Έπεσα αναίσθητος καταγής…

Με έπιασες στην αγκαλιά σου και με κοίταξες με κείνα τα μάτια σου τα παιδικά και ρώτησες: «Αγάπη είσαι καλά;» Μα εγώ δεν άκουγα. Με φίλησες στο αριστερό αυτί. Άρχισε να βουίζει. Με αγκάλιασες ακόμα πιο σφιχτά, σπάζοντας μου δυο πλευρά και μου ψιθύρισες πόσο πολύ φοβόσουν το τρενάκι εκείνο το βράδυ. Μου είπες να προσέχω να μην χαλάσω την υγεία μου. Μια αρκούδα πετάχτηκε και σου ‘πε πως δεν έχω καμία ανάγκη. Εσύ τα πήρες και της πέταξες μια πέτρα. Σωριάστηκε. Το δόξα πατρί της μπήκε στην εντατική. Επενέβησαν οι φιλοζωικές. Σε ‘χώσαν μέσα. Τον άλλο μήνα στο επισκεπτήριο, με τα μάτια καρφωμένα στο γυαλιστερό κρανίο του φύλακα, μου είπες: «δεν αντέχω πια». Σε κοίταξα και σηκώθηκα να φύγω. Σου είπα: «φεύγω δεν πειράζει …αλλά η αρκούδα δεν τα κατάφερε».

Γύρισα σπίτι τρεκλίζοντας. Τα δάκρυα να τρέχουν με υπερβολική ταχύτητα. Άρχισα να χτυπάω τα δάχτυλα του δεξιού μου ποδιού σε όλες τις γωνίες, όλα τα δάχτυλα… ένα-ένα. Πήδηξα μανιασμένα στα lego τουβλάκια μου και ήπια μέχρι να ξεράσω όλα μας τα όνειρα στη λεκάνη με τα άπλυτα. Πόνεσα πολύ.

Το άλλο πρωί τα έπλυνα όλα στο χέρι. Ανέβηκα στο τρένο, έβαλα μπροστά και κίνησα για τον άγιο Μάρκο. Του είπα πως θα πεθάνω αν δεν σε ξαναδώ και μου είπε «μη λες μαλακίες, έχεις πιει». Μου έδωσε αγιορείτικο και ήπια όσο μπορούσα μονοκοπανιά, να χαλαστώ και να ξεράσω και τα όνειρα του παλιού καιρού. Πέρασαν δυο βδομάδες. Τα ρούχα στο άπλωμα είχαν στεγνώσει. Μπήκα ξανά στο τρένο. Ο Καζαντζίδης να μου τραγουδά και έτσι κίνησα για το Βορρά, να αντικρίσω τις πολυκατοικίες που τρύπησαν καλώδια τα πλευρά τους, στη στάση απέναντι απ’ το μπουρδέλο. Μα αυτό είναι μια άλλη ιστορία και δεν θυμάμαι αν την έχω γράψει.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ:

 

Ονοματεπώνυμο: Γιώργος Μικάλεφ

Γεννήθηκα/Μεγάλωσα: Στην Κέρκυρα το Δεκέμβρη  του 85 και μεγάλωσα στη Γαρίτσα, δίπλα στο κλειστό εργοστάσιο «Καννάβεως, Λίνου και Ιούτης»

Αναμνήσεις: Μια πλαστική μπάλα, ένα τσούρμο παιδιά και δυο μεγάλες πέτρες για δοκάρια

2003: Σπουδές μηχανολογίας στην Πάτρα, έπεσα και έσπασα

2004: σηκώθηκα παράτησα τις σπουδές και τα δημοσιοϋπαλληλικά όνειρα της γενιάς μου και επέστρεψα στο νησί του Πάσχα

Επαγγελματικές δραστηριότητες του παρελθόντος: τεχνικός τηλεοράσεων, ξενοδοχοϋπάλληλος, καφετζής, delivery, βοηθός τοπογράφου

Με τι ασχολούμαι τώρα: Έκανα τα χόμπι μου επάγγελμα… ζωγραφίζω, γράφω και σκιτσάρω ακατάπαυστα

Εκθέσεις: αρκετές ομαδικές και 5 ατομικές σε Κέρκυρα, Σπέτσες, Αθήνα και Πάτρα.

Οικογενειακή κατάσταση: Παντρεμένος με σκυλιά.