Συνέντευξη: Ντίμη Θεοδωράκη

Ο Δημήτρης Καταλειφός ως ηθοποιός και ως άνθρωπος –

Είναι πολύ παραπάνω από τους ρόλους που έχει παίξει. Μια χαρισματική υποκριτική φύση που ξεχωρίζει για την τέχνη που ποιεί με την απόλυτη φυσικότητα των μέσων του, επιλέγοντας σε όλη την καλλιτεχνική του πορεία να μη νοθεύσει την ποιότητα της δουλειάς του, ο Δημήτρης Καταλειφός φωτίζει το περιβάλλον στο οποίο δημιουργεί και σε μαγνητίζει.

Ευγενική φυσιογνωμία, καθαρό βλέμμα, ελκυστικό μέταλλο φωνής. Προσιτός, ζεστός και αληθινός. Έτρεφα απεριόριστη εκτίμηση για το ταλέντο του, σε αυτό προστέθηκε τώρα και ο παράγοντας άνθρωπος. Είναι τιμή μου που τον γνώρισα!

Κύριε Καταλειφέ, φέτος ανεβαίνει για δεύτερη χρονιά η παράσταση που σημείωσε πέρσι μεγάλη επιτυχία στο θέατρο Εμπορικόν με τίτλο «Ήταν όλοι τους παιδιά μου». Πριν προχωρήσουμε σε πιο συγκεκριμένες ερωτήσεις θα ήθελα να μου πείτε, γιατί επιλέξατε το συγκεκριμένο έργο του Άρθουρ Μίλλερ, τι σας συναρπάζει στον Αμερικανό συγγραφέα και λίγα λόγια για τους συντελεστές της παράστασης.

«Καταρχήν το έργο αυτό δεν το επέλεξα εγώ. Μια Κυριακή πρωί τηλεφώνησα στο σκηνοθέτη, Γιάννη Μόσχο, με την επιθυμία να συνεργαστούμε. Μου είπε θα διαβάσω κάποια έργα και θα σου πω. Το ίδιο απόγευμα μου τηλεφώνησε και μου πρότεινε το «Ήταν όλοι τους παιδιά μου» πιστεύοντας ότι θα αρέσει πολύ και σε μένα. Το διάβασα την επόμενη μέρα και του είπα «Γιάννη, μέσα!» Η παραγωγός Ελένη Κούρκουλα, το ήθελε κι εκείνη από παλιά, γιατί είναι από τα ωραία και γνωστά έργα. Ήταν λοιπόν το έργο, επιλογή του Γιάννη Μόσχου, την οποία ακολουθήσαμε όλοι οι συντελεστές με πολλή χαρά και όρεξη.

Αυτό που μου αρέσει πολύ στον Μίλλερ – να φανταστείς έχω παίξει στα τριάντα δύο μου χρόνια το άλλο αριστούργημά του, «Τον θάνατο του εμποράκου», ένα έργο που ήθελα πολύ να κάνω, αλλά πρόλαβαν και το ανέβασαν στο Εθνικό Θέατρο, οπότε δεν είχε νόημα –  είναι πως και τα δύο έργα έχουν μια πατρική φιγούρα. Μιλάμε για δυο πατρικές φιγούρες πολυσύνθετες, πολύ διαφορετική η μία από την άλλη, γιατί στον Εμποράκο είναι ένας αποτυχημένος πατέρας, ενώ στο «Ήταν όλοι τους παιδιά μου» είναι ένας επιτυχημένος σε εισαγωγικά πατέρας. Αυτό το έργο του Μίλλερ είναι ουσιαστικά το πρώτο του, το νεανικό του έργο, είναι τόσο επηρεασμένο από τον Ίψεν και μάλιστα από την «Αγριόπαπια», που την είχα παίξει παλιά στο θέατρο «Εμπρός» κι επιπλέον έχει τη δομή της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, εξού και το αφαιρετικό μας σκηνικό. Η ιστορία εκτυλίσσεται  μέσα σε μια μέρα, σε μια αυλή, έχει αυτή την ενότητα χώρου και χρόνου, όπως στην τραγωδία και διαγράφει εννιά χαρακτήρες, άλλους μεγαλύτερους και άλλους μικρότερους ηλικιακά με τρομερή καθαρότητα, ακρίβεια, οξυδέρκεια. Το πολύ συγκινητικό με το έργο είναι ότι γράφτηκε αμέσως μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και βγαίνει όλη η τοιχογραφία της Αμερικής, αμέσως μετά τον πόλεμο. Βλέπεις ότι συγκινεί πολύ μέχρι και σήμερα, αν και έχουν περάσει τόσα χρόνια, ίσως γιατί πιάνει το θέμα οικογένεια και κοινωνία που αφορά όλους μας. Επειδή στις μέρες μας ζούμε έναν άλλου είδους πόλεμο, τον περίφημο οικονομικό πόλεμο, πάλι βγαίνει μπροστά τι θα πει ατομικό συμφέρον και τι σημαίνει κοινωνική ευθύνη. Νομίζω ότι λόγω του ότι ο Μίλλερ εμβαθύνει σε αυτά τα δύο θέματα, αυτομάτως το έργο γίνεται διαχρονικό και άρα σημαντικό και σήμερα. Με χαροποίησε ιδιαίτερα η ανταπόκριση του κόσμου στο έργο ειδικά πέρσι – φέτος μόλις έχουμε ξεκινήσει, οπότε δεν έχω πλήρη εικόνα – και η μεγάλη προσέλευση των θεατών δείχνει τη δύναμη του συγγραφέα.

Όσον αφορά τους συντελεστές πρέπει να πω ότι ήταν μια πολύ ευτυχισμένη συνάντηση πολλών ανθρώπων. Με τον σκηνοθέτη Γιάννη Μόσχο, που κάνει ελπιδοφόρα πράγματα στο θέατρο, είχαμε δουλέψει μαζί και στο παιδικό της Καλογεροπούλου. Ο Γιάννης αγαπάει τους συγγραφείς, αγαπάει τους ηθοποιούς. Δε θέλει να διαστρεβλώσει ένα έργο για να επιδείξει μια σκηνοθετική ματιά, ακολουθεί το συγγραφέα και τον ηθοποιό και αυτό πιστεύω είναι μεγάλο χάρισμα για ένα σκηνοθέτη. Με την Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου είχα επίσης τη μεγάλη χαρά να δουλέψουμε ξανά μαζί. Στα νιάτα μας είχαμε παίξει το «Συμφορά από το πολύ μυαλό» σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή κάνοντας τότε το ντουέτο των εραστών. Τώρα, μετά από χρόνια, κάνουμε τους συζύγους. Από τα νέα παιδιά στην παράστασή μας κάποιοι υπήρξαν μαθητές μου, όπως ο Κώστας Βασαρδάνης και ο Γιώργος Βουρδαμής, αλλά και όλοι οι άλλοι ηθοποιοί που αποτελούν τη νεότερη γενιά, εκτός από τον Δημήτρη Καραμπέτση, που είμαστε κάπως της ίδιας γενιάς, είναι ταλαντούχοι και εξαιρετικά παιδιά. Και επειδή στο θέατρο δεν είναι πάντα συνηθισμένο να είσαι σε ένα κλίμα, όπου όλα κυλούν αρμονικά, εδώ έχουμε μια μεγάλη, χαρούμενη εξαίρεση στο θέμα των σχέσεων μεταξύ μας και εδώ κι ενάμισι χρόνο που συνεργαζόμαστε εξακολουθεί η συνεργασία να μας ευχαριστεί.»

Το κυνήγι του Αμερικάνικου Ονείρου, που είναι από τα βασικά θέματα των έργων του Άρθουρ Μίλλερ, αφορά τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα;

«Πιο πολύ κι από τότε! Δηλαδή το κατεξοχήν θύμα του αμερικάνικου ονείρου είναι φυσικά το ζευγάρι των μεγάλων, αλλά επειδή η Κέιτ δεν δουλεύει, η ευθύνη για την επιβίωση της οικογένειας πέφτει στο Τζο. Αυτό είναι το καταπληκτικό με τον Μίλλερ: ότι βάζει έναν άνθρωπο να κάνει μια ανήθικη πράξη, κάτι κακό και ο οποιοσδήποτε μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του στο Τζο και ως ένα βαθμό να τον καταλάβει και να τον συμπονέσει, ακριβώς γιατί, εκτός από θύτης είναι και θύμα. Πολύς κόσμος στην Αμερική, όπως και σήμερα, ήταν σαν τον Τζο, να πιστεύουν ότι το παν στη ζωή είναι η επιτυχία, το χρήμα και η οικογένεια μου, αυτές είναι οι βασικές αξίες που πρεσβεύει το Αμερικάνικο Όνειρο. Στις μέρες μας παρά τα χαστούκια που μας έχει δώσει το μνημόνιο και η κρίση, αυτό θριαμβεύει. Πιστεύω όμως ότι τουλάχιστον σε κάποιους ανθρώπους πιο έξυπνους κι ευαίσθητους έχει γίνει μια ρωγμή. Δηλαδή, αν σκεφτούμε την κοινωνία μας μέχρι και τους Ολυμπιακούς Αγώνες, ζούσαμε μια ζωή τέτοια που κυριαρχούσαν το lifestyle, η διασκέδαση, η διασημότητα, η αναγνωρισιμότητα μέσω τηλεόρασης. Τώρα ευτυχώς λίγο ο κόσμος έχει αρχίσει να αναθεωρεί πράγματα, εφόσον βέβαια έχει ευαισθησία, γατί υπάρχουν άνθρωποι που δεν αλλάζουν με τίποτα. Αυτό είναι από τα θετικά της κρίσης. Το Αμερικάνικο Όνειρο είναι μια ουτοπία. Πολλοί συγγραφείς το έχουν διαπραγματευτεί στα έργα τους, κάποιους ρόλους τους έχω κιόλας παίξει, όπως «Ο Γυάλινος Κόσμος» του Ουίλιαμς που είχαμε ανεβάσει εδώ στο θέατρο Εμπορικόν. Η κοινωνία ξεγελάει το άτομο με αυτές τις αξίες που πλασάρει και οι Έλληνες το έχουμε υποστεί κατά κόρον, γιατί είμαστε μια χώρα με ημιμαθείς ανθρώπους, δεν έχουμε γερή παιδεία. Τώρα, που βιώνουμε τη λιτότητα και το ότι δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα, αρχίζει να διαφαίνεται πόσο σημαντική είναι η ανθρωπιά και η αλληλεγγύη. Κι αυτό είναι ελπιδοφόρο.» 

Το μοντέλο οικογένειας στο «Ήταν όλοι τους παιδιά μου» είναι παρόμοιο με το ελληνικό μοντέλο οικογένειας; «Ναι και μάλιστα ο Μίλλερ ήταν εβραϊκής καταγωγής και λέγεται, ότι οι Έλληνες μοιάζουμε περισσότερο με τους Εβραίους στο ότι οι οικογένειες είναι πολύ δεμένες, θέλει ο ένας το καλό του άλλου, αγαπιούνται πολύ. Γι’ αυτό είπα στην αρχή, ότι ο ήρωας καταλήγει να είναι τραγικός, καθώς προσπαθώντας να κάνει το καλύτερο για τα δικά του παιδιά καταστρέφει και την κοινωνία και την ίδια του την οικογένεια.»

Εσείς κοιτάζετε με συμπάθεια τον Τζο;

«Φυσικά τον κοιτάζω με συμπάθεια. Αποστολή του ηθοποιού είναι, ακόμα κι αν πρέπει να παίξει το χειρότερο πλάσμα στον κόσμο, μέσα του να το υποστηρίξει, να μην το κρίνει.

Η κριτική ανήκει στο κοινό. Ο ηθοποιός πρέπει να τον καταλάβει, να τον αγαπήσει, να τον δικαιολογήσει, να τον υποστηρίξει. Είσαι ο συνήγορος του ρόλου. Είναι πολύ γνώριμο και συγκινητικό, ότι αυτοί οι πατεράδες με τις τόσο καλές προθέσεις για τα παιδιά τους, ειδικά όταν δεν είναι άνθρωποι καλλιεργημένοι, μορφωμένοι, που δεν έχει ανοίξει η οπτική τους να πιστεύουν ότι το ύψιστο καθήκον τους είναι η οικογένειά τους. Και ο δικός μου πατέρας το πιστεύει. Ξεκίνησε από το τίποτα και έφτιαξε κάτι. Αυτό το κάτι δεν είναι καθόλου εύκολο να το απαρνηθείς εν ονόματι μιας κοινωνικής ευθύνης. Για να πούμε την αλήθεια, ίσως το θέμα  να μεγεθύνεται, επειδή βρίσκονταν σε περίοδο πολέμου. Σε εποχές ειρήνης, στην καθημερινότητα ξέρουμε πόσο οι πατεράδες, όταν έχουν ένα μαγαζάκι, κοιτάζουν πως να εξασφαλίσουν το παιδί τους. Είναι το πατρικό φίλτρο, το βλέπουν ως καθήκον τους. Σε αυτή την προσπάθειά τους αδιαφορούν συχνά για τις όποιες συνέπειες.»

Πώς ζει όμως ο Τζο και ο κάθε Τζο; Χωρίς τύψεις;

«Ο Τζο Κέλλερ έχει μια ζωή δύσκολη μετά από το γεγονός ότι πούλησε ελαττωματικό υλικό και σκοτώθηκαν 21 άνθρωποι. Προσπαθεί να ξεγελάσει τον εαυτό του πως δεν είχε κακή πρόθεση. Έχει μέσα του ένα εσωτερικό δικαστήριο, το οποίο κρύβει και όταν έρχεται η μέρα που αποκαλύπτει τα πάντα, μυστικά και  ψέματα, τιμωρείται διά της αυτοκτονίας και παράλληλα λυτρώνεται, γιατί δεν είναι ασυνείδητος, απλώς έχει τη δειλία, που θα είχαμε όλοι μας, να αποκαλύψει το γεγονός. Οι ήρωες τέτοιων έργων έχουν ένα ηθικό δίλλημα τεράστιο, γι΄αυτό και το «Ήταν όλοι τους παιδιά μου» δεν είναι απλό δραματάκι, είναι μια τραγωδία. Αν έκανε το κοινωνικά καλό θα κατέστρεφε όλη την επιχείρηση για την οποία αγωνίστηκε επί σαράντα χρόνια. Από την άλλη έφτασε στο ίδιο αποτέλεσμα με άλλο τρόπο. Δύσκολες αποφάσεις! Όπως λέει και ο Καβάφης: «Κάποια στιγμή πρέπει να πεις το μεγάλο ναι και το μεγάλο όχι». Αλλά νομίζω, ότι αν μπορούσαμε να ιεραρχήσουμε τα πράγματα, θα έπρεπε να μας νοιάζει πρώτα το σύνολο και μετά το δικό μας συμφέρον, αυτό σημαίνει πραγματικός πολίτης. Στην Ελλάδα επικρατούν τα ρουσφέτια, το να μπει το παιδί μου σε μια υπηρεσία, αξίζει δεν αξίζει, το πώς θα πάρουμε εμείς τη θέση του άλλου. Η κοινωνική ευθύνη θα έπρεπε να διδάσκεται στο σπίτι, στο σχολείο, στο πανεπιστήμιο. Δεν συνειδητοποιούμε πού βρίσκεται η χώρα μας, ποια είναι η θέση μας στον κόσμο, κοιτάμε τη θέση μας στον δικό μας μικρόκοσμο, όμως, σαν μπούμερανγκ, έρχεται η στιγμή που το πληρώνεις, λέει στο έργο.»

Άρα επέρχεται στο τέλος η κάθαρση για τον θεατή με την αυτοκτονία του Τζο Κέλλερ.

«Νομίζω ότι ο θεατής συμπονά τον ήρωα. Μέχρι ένα σημείο μπορεί να θυμώνει μαζί του, αλλά η αυτοκτονία του επιφέρει μια ηρεμία, ότι, και πλήρωσε για το λάθος του, αλλά και «κοίτα τι έπαθε ο καημένος». Ενώ αν ζούσε και έφευγε ατιμώρητος, το κοινό αίσθημα δεν θα το δεχόταν.»

Και η Κέιτ; Πόσο ένοχη είναι;

«H Κέιτ αρνείται τον γάμο του Κρις με την Άννι, επειδή δεν θέλει να πιστέψει ότι ο άλλος της γιος χάθηκε. Αν παραδεχτεί ότι ο γιος της σκοτώθηκε, θα είναι σαν να καταλαβαίνει ότι ο Θεός την τιμώρησε, αφού δε μαρτύρησε ποτέ ότι ο άντρας της είναι ένοχος. Είναι μια σιωπηλή συνένοχος, γιατί φοβήθηκε και αυτή πως, αν μιλούσε, θα κατέστρεφε τα πάντα. Έτσι εξωραΐζει τις τύψεις της, πιστεύοντας ότι ο γιος ζει και επομένως δεν τιμωρήθηκε η οικογένειά της από την Θεία Δίκη.»

Η αποκάλυψη του μυστικού πώς επηρεάζει τον Κρις που όντας πάντα συγκαταβατικός απολάμβανε την αποδοχή από τους γύρω του;

«Είναι πολύ δύσκολο για τον Κρις να καταδώσει τον πατέρα του. Είναι ένα πρόβλημα που το έχουν αντιμετωπίσει και τότε πολλοί άνθρωποι. Ο Μίλλερ εμπνεύστηκε το θέμα από πραγματικό περιστατικό, μόνο που εκεί ήταν κόρη και όχι γιος, η κόρη ανακάλυψε ότι ο πατέρας της έκανε εμπόριο στον πόλεμο και τον κατέδωσε στην αστυνομία. Θέλω να πω, τι κάνει ένα παιδί, όταν ο πατέρας του είναι ένοχος σε κάτι; Τον είχε ίνδαλμα και έχει πάθει σοκ. Δεν το έχουμε ζήσει εδώ και με τα διάφορα σκάνδαλα πολιτικών που φυλακίστηκαν; Είναι ένας κοινωνικός στιγματισμός.»

Εσάς, σας ενδιαφέρει η αποδοχή;

«Όσον αφορά το θέατρο, ένα έργο πρέπει πρωταρχικά να σου αρέσει και να σε συγκινεί και σαφώς θέλεις να επικοινωνήσει με το κοινό, δεν είναι κάτι ερμητικά κλειστό. Όταν εισπράττεις αποδοχή από τον κόσμο, το γεγονός αυτό σου δίνει δύναμη να προχωρήσεις. Σαφώς χρειαζόμαστε την αποδοχή. Βέβαια είναι σημαντικό να την κατακτάς ακολουθώντας και τους δικούς σου όρους, να ταιριάζει στη δική σου ιδεολογία κι αισθητική.  Το να έχεις αποδοχή σε κάτι που το σιχαίνεσαι, δε μου λέει τίποτα.

Σαν άνθρωπος σίγουρα είναι ωραίο να είσαι αγαπητός, συμπαθής, αλλά μόνο κι εκεί πάλι με το να παραμένεις ο εαυτός σου, να μην υποκρίνεσαι, να μην γλύφεις. Αν με συμπαθήσει κάποιος, θέλω να είναι, επειδή έχει καταλάβει ποιος πραγματικά είμαι. Έτσι μου αρέσει η αποδοχή, δεν είμαι μισάνθρωπος να μην με ενδιαφέρουν οι άλλοι.»

Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να ακολουθήσετε μια σκηνοθετική γραμμή, αν δεν συνάδει με τη δική σας οπτική και ματιά για το εκάστοτε θεατρικό έργο;

«Θίγεις ένα ερώτημα για το οποίο αρχικά θέλω να κάνω ένα μικρό πρόλογο. Εμένα ιδανικά στις συνεργασίες δεν μου αρέσει να έχει κάποιος την ταμπέλα ενός ρόλου. Όταν γίνεται μια καλλιτεχνική δουλειά, πιστεύω πως οι άνθρωποι πρέπει να είναι ελεύθεροι και δημιουργικοί, όχι φυσικά με την έννοια ενός χάους. Σαφώς πρέπει να υπάρχουν οι συμβάσεις, ότι ο σκηνοθέτης θα πάρει την τελική απόφαση. Δεν υπήρξα ποτέ, από τα νιάτα μου μέχρι τώρα, ο ηθοποιός που περιμένει να του πει ο σκηνοθέτης τι θα κάνει και να το εκτελεί. Μου αρέσει να συζητάω με τον σκηνοθέτη, να του λέω ιδέες, να μου λέει κι αυτός, να γίνεται μια ζύμωση πέρα από ρόλους. Ο ηθοποιός δεν είναι ένα εκτελεστικό όργανο, ούτε ο σκηνοθέτης είναι εκείνος που τα βρίσκει όλα. Πολλές φορές έχω δώσει ιδέες σε σκηνοθέτες,  το ίδιο κι εκείνοι, υπάρχει μια ανταλλαγή. Πρώτα από όλα η ηθοποιία είναι μία τέχνη από μόνη της και κάπως  αυτόνομη, με την έννοια ότι για να αγαπήσεις τον ρόλο σου και να τον καταλάβεις, δεν μπορεί κανένας σκηνοθέτης να σε βοηθήσει, είναι πολύ προσωπική δουλειά. Ο σκηνοθέτης μπορεί να σου πει ποιες επιλογές είναι καλές ή όχι. Είναι σαν να μου πεις εσύ, ότι πρέπει να ερωτευτώ τον τάδε άνθρωπο. Δεν γίνεται κατά παραγγελία, πρέπει εμένα να μου κινηθεί κάτι για να τον ερωτευτώ. Το ίδιο συμβαίνει και με τους ρόλους. Μετά ο σκηνοθέτης βέβαια πρέπει να συντονίσει σχέσεις ανθρώπων, σκηνικά, φωτισμούς, αλλά ο ηθοποιός έχει ένα χώρο, που είναι τελείως δικός του.»

Ταυτίζεστε με κάποιον από τους χαρακτήρες του έργου και όχι απαραίτητα με τον Τζο;

«Στο συγκεκριμένο έργο οι νέοι είναι οι πιο συμπαθείς, γιατί αυτοί πληρώνουν τις συνέπειες των πράξεων των γονιών τους. Οι νέοι έχουν το άλλοθι της αθωότητας, της νεότητας, είναι ονειροπόλοι και έχει σημασία τι τους κληροδοτούν οι γονείς. Όπως τώρα στην Ελλάδα πόσο συχνά λέω «κοίταξε τα νέα παιδιά τι κοινωνία και παιδεία παραλαμβάνουν, τι έκανε η δική μου γενιά και οι προηγούμενες και τώρα τα παιδιά είναι ανασφαλή και ηθικά κι αισθητικά μπερδεμένα.» Οι νέοι σήμερα ζουν σε μια εποχή παρακμής και σύγχυσης. Ταυτίζομαι λοιπόν με τα παιδιά του έργου με την έννοια ότι αγωνιώ, παρόλο που εγώ ο ίδιος δεν είμαι γονιός, για το τι θα γίνουν, ποιο είναι το μέλλον τους, αφού δεν τους έχουμε δώσει κανένα όραμα.»

Είστε δάσκαλος σε θεατρικές σχολές εδώ και είκοσι-πέντε χρόνια και μέσω της δουλειάς και των συνεργασιών σας έχετε επηρεάσει πολύ κόσμο. Πώς βλέπετε τους νέους ανθρώπους σήμερα να αρθρώνουν λόγο; Τι προσπαθείτε να τους μεταλαμπαδεύσετε μέσω της διδασκαλίας σας;

«Τη δυσκολία που βιώνουμε ως κοινωνία, την ίδια δυσκολία ζει και το θέατρο, ειδικά σε εργασιακό επίπεδο. Πολλοί ταλαντούχοι νέοι ηθοποιοί αναγκάζονται να παίζουν σε δυο-τρεις παραστάσεις το μήνα, άλλη τη Δευτέρα, άλλη την Τρίτη, ένα παιδικό… Σκορπίζονται σε πράγματα μόνο και μόνο για την επιβίωση. Αυτό μου προκαλεί τεράστια θλίψη. Επειδή προέρχομαι από μια εποχή που αφοσιωνόσουνα σε αυτό που έκανες, το καταλαβαίνω μεν που το κάνουν, γιατί αλλιώς δεν μπορούν να ζήσουν, αλλά με λυπεί. Είναι φαινόμενο της εποχής μας. Παλιά έπαιρνες ένα μισθό που ήταν πιο αξιοπρεπής, πληρωνόντουσαν οι πρόβες… Ποτέ το επάγγελμα του ηθοποιού στην Ελλάδα δεν ήταν καλά αμειβόμενο, πάντα ήταν δύσκολα. Όμως τώρα έχει παραγίνει το κακό. Τώρα είναι χειρότερα από ποτέ ως προς αυτό τον τομέα.

Στη σχολή που διδάσκω, διαπιστώνω ότι ο γενικός κανόνας είναι, πως οι νέοι λόγω της μεγάλης εξάπλωσης της τεχνολογίας διαβάζουν όλο και λιγότερο. Εξαιτίας αυτού η σχέση με το λόγο γίνεται πιο ισχνή. Όταν ξεκινάω το πρώτο μου μάθημα, πάντα γράφω στον πίνακα: «Αρχίστε να διαβάζετε βιβλία!» Δεν γίνεται ένας ηθοποιός να αναπτύξει τη φαντασία του, που είναι το κατεξοχήν εργαλείο του, χωρίς να διαβάζει. Δεν θεωρώ φυσικά διάβασμα τις πληροφορίες μέσα στο Facebook και το ίντερνετ. Διάβασμα εννοώ ένα βιβλίο, ένα θεατρικό έργο! Επομένως, επειδή με ρώτησες για το λόγο που αρθρώνουν, θα σου πω, ότι οι νέοι που έχουν ελπίδες, είναι όσοι διαβάζουν. Παίρνεις πολύ σοβαρά αυτή τη σπουδαία τέχνη και όχι την απατηλή της πλευρά, την οποία καλλιεργεί με ένα ηλίθιο τρόπο η τηλεόραση. Κάποιοι θεωρούν ότι ηθοποιός είναι εκείνος που παίζει σε σίριαλ. Ο ηθοποιός καλώς ή κακώς δοκιμάζεται στο χρόνο και κυρίως στο θέατρο. Γιατί εκεί είναι ο χώρος που φαίνεται η πραγματική αξία ενός ηθοποιού.»

Συμφωνείτε με τις μεθόδους της αποστασιοποίησης και της αποδόμησης στο θέατρο;

«Δεν με συγκινούν ούτε η αποστασιοποίηση ούτε η αποδόμηση στο θέατρο. Το να διαλύεις ένα έργο, το να μην παρουσιάζεις το έργο, αλλά να βάζεις σχόλια και σκέψεις των δημιουργών για το έργο, χωρίς να προσπαθείς να πείσεις τον θεατή, ότι αυτό που γίνεται επί σκηνής συμβαίνει πραγματικά, ώστε να ταυτιστεί κι αυτός με τους ήρωες, είναι κάτι που δεν με εκφράζει. Εμένα με ελκύει ακόμα η ζεστασιά στο θέατρο, ο άνθρωπος, το να προκαλέσεις μέσω του έργου συναισθήματα στους θεατές, τα οποία θα αναμειχθούν με τα δικά σου. Ίσως γιατί προέρχομαι από άλλη γενιά ή επειδή αγαπάω πολύ τον κινηματογράφο, όπου οι ηθοποιοί παίζουν πολύ ρεαλιστικά,  δεν ξέρω ακριβώς ποιες είναι οι καταβολές μου, αλλά όταν πάω στο θέατρο, θέλω να συγκινηθώ, να δω ανθρώπους που να με κάνουν να πιστέψω ότι δεν είναι ηθοποιοί, αλλά ρόλοι. Αυτό με ενδιαφέρει, γι’ αυτό παλεύω και είναι απίστευτα δύσκολο να καταλάβεις ένα έργο και όχι να το γκρεμίσεις και να το κριτικάρεις. Αυτό το είδος θεάτρου, που είναι πολύ δημοφιλές έξω κι έχει αρχίσει να επηρεάζει και το ελληνικό θέατρο, ακολουθεί την εποχή μας, μια εποχή που θέλουμε να τα γκρεμίσουμε όλα, επειδή είμαστε αμήχανοι, επειδή δεν ξέρουμε σε τι να πιστέψουμε κι επειδή η κοινωνία σε μεγάλο βαθμό έχει αποτύχει σε πολλούς τομείς. Υπάρχει η τάση μέσα από το γκρέμισμα να δούμε τα πράγματα ξανά από την αρχή. Όπως έχουν διαλυθεί θεσμοί και αξίες, έτσι και το παραδοσιακό θέατρο που παρουσιάζει μια ιστορία για να την πιστέψεις και να συγκινηθείς, έχει τεθεί σε αναθεώρηση. Εν ονόματι αυτού γίνονται συχνά δουλειές εύκολες, αφελείς, επιπόλαιες, ψυχρές και αδιάφορες.»

Ποια πράγματα έχουν μεγαλύτερη σημασία και αξία στη ζωή κατά τη δική σας κρίση;

«H ανθρωπιά και η αγάπη θα πω αμέσως, αυτό είναι το μότο μου, να καταλάβουμε ότι όλοι είμαστε συνάνθρωποι, ότι ο άλλος έχει την ίδια μοίρα με τη δική μας, ότι η ανθρωπιά και η αγάπη μπορούν να σε κάνουν να αισθανθείς γαλήνη. Ερχόμαστε στον κόσμο χωρίς να ξέρουμε το γιατί, χωρίς να ξέρουμε που πάμε. Δεν μας ανήκει ουσιαστικά τίποτα, είμαστε περαστικοί. Στο όνομα της ιδιοκτησίας ενός σπιτιού ή ενός αυτοκινήτου γίνονται σημεία και τέρατα.»

Πιστεύετε ότι η ζωή ανταμείβει τον ειλικρινή, τον τίμιο, τον εργατικό άνθρωπο;

«Όχι δυστυχώς, συνήθως τα μεγαλύτερα θύματα στη ζωή είναι οι καλοί και οι τίμιοι άνθρωποι. Δεν υπάρχει δικαιοσύνη σε αυτό τον τομέα, είναι ένα μυστήριο! Υπάρχει όμως και ο εαυτός μας, η δική μας συνείδηση. Οι αρχαίοι δεν λέγανε ότι ο άνθρωπος θα κριθεί από το πώς έφτασε στα γεράματά του; Ίσως είναι πολύ σπουδαίο αυτό. Μπορεί η κοινωνία να σου φερθεί άδικα, να μη σε καταλάβει, αλλά νομίζω πως όταν κάνεις το δικό σου απολογισμό, το ενώπιος ενωπίω, είναι μια στιγμή σημαντική. Τώρα πόσοι έχουν το θάρρος ή πόσοι ενδιαφέρονται να το κάνουν αυτό, δεν ξέρω. Ήθελα σε όλη μου τη ζωή να είμαι ένας εντάξει άνθρωπος. Ναι, ήθελα να γίνω ένας καλός ηθοποιός, ένας γνωστός ηθοποιός, αλλά δεν ήθελα να προδώσω αυτά που πιστεύω. Ό, τι πετυχαίνω, θέλω να το κάνω με τα δικά μου όπλα, σε αυτό είμαι πολύ αυστηρός.»

Πιστεύετε στο Θεό, σε κάποια ανώτερη δύναμη;

«Πιστεύω, γιατί έχω ανάγκη να πιστεύω. Σαν ένα μικρό παιδί που δεν θέλω ούτε να το σκεφτώ πολύ ούτε να το ερευνήσω. Νιώθω τόσο έντονη την ανάγκη να υπάρχει θεός, που για μένα υπάρχει. Πιστεύω ότι υπάρχει κάποια δύναμη, η οποία ζητάει από μένα να κάνω κάτι καλό.»

Ποια είναι η γενικότερη αίσθηση σας για το πού οδεύει ο κόσμος μας σήμερα;

«Σήμερα ο κόσμος βρίσκεται σε μια πολύ μεγάλη αμηχανία  και ανασφάλεια. Από πού να ξεκινήσω; Aπό τον τύπο στη Βόρεια Κορέα που μπορεί να πατήσει ένα κουμπί και να διαλυθεί το σύμπαν; Υπάρχει μια τρομακτική ανάπτυξη της τεχνολογίας. Βλέπουμε ότι κυριαρχεί μια οικονομία, που μόνο φόβο δημιουργεί. Κανένα όραμα δεν ενώνει τους ανθρώπους, εκτός λίγο από αυτούς που ασχολούνται με το περιβάλλον. Οι ιδεολογίες με κυριότερη αυτή του περασμένου αιώνα που ήταν ο Κομμουνισμός και η Αριστερά αμφισβητούνται. Αυτή τη στιγμή περνάμε μια κρίση, που δεν ξέρω που θα οδηγήσει και επικρατεί ο “Σώζων εαυτώ σωθήτω”. Μια αισιόδοξη πνοή μπορεί να αποτελέσει το βλέμμα προς τον άνθρωπο, τις ανθρώπινες αξίες, η λύση είναι ο άνθρωπος. Αυτό πιστεύω για την εποχή μας, ότι το μόνο πράγμα που μπορεί κανείς να προτείνει είναι να κοιτάξουμε τον διπλανό μας.  Πάντα όλοι θα ζούμε με τον φόβο του θανάτου που υπάρχει ανέκαθεν. Το μέτρο για να ζούμε καλά, είναι ο άνθρωπος, δεν είναι ούτε το χρήμα, ούτε η εξουσία. Αν και δεν μου άρεσε πολύ σαν ταινία, με συγκίνησε όμως πολύ το περιεχόμενο της ταινίας του Φιλανδού σκηνοθέτη, Άκι Καουρισμάκι, με τίτλο «Η άλλη όψη της ελπίδας», που δείχνει ανθρώπους να φέρονται στους μετανάστες με ανθρωπιά. Η άλλη όψη της ελπίδας είναι η ανθρωπιά, ο μετανάστης είναι ένας άνθρωπος. Δεν μπορείς να γίνεις Άγιος, δεν μπορείς να γίνεις η μητέρα Τερέζα, γιατί η ζωή είναι πολύ επιτακτική, τρέχουμε για να επιβιώσουμε, αλλά τουλάχιστον μην κάνεις κακό! Ό, τι καλό περνάει από το χέρι σου, να το κάνεις! Η μόνη ελπίδα για τον άνθρωπο είναι να είναι άνθρωπος!»

Είστε ευχαριστημένος από την μέχρι τώρα ζωή σας όπως την έχετε στο μέτρο του δυνατού οδηγήσει;

«Υπάρχουν στιγμές που εκτιμώ τον εαυτό μου. Και αυτές οι στιγμές είναι, όταν είμαι καλός. Όταν δεν είμαι καλός, τον απεχθάνομαι τον εαυτό μου. Γι’ αυτό προσπαθώ να κυριαρχεί το πρώτο.»

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ :

«Ήταν όλοι τους παιδιά μου» του Άρθουρ Μίλλερ στο θέατρο Εμπορικόν