από τη Σύλβια Μπίστη

Δεν νομίζω, ότι υπάρχει άλλο βιβλίο στην αναγνωστική μου καριέρα, που να έχω προσπαθήσει να το παρατήσω τόσες φορές και να μην τα έχω καταφέρει. Μιλάω για τον “Δούναβη”, του Κλαούντιο Μάγκρις. Βλέπω ότι πρόκειται για την έβδομη ελληνική έκδοση και αναρωτιέμαι πόσοι στ’ αλήθεια διάβασαν αυτό το διαολεμένο έργο, που δεν το λες μυθιστόρημα, ούτε δοκίμιο το λες, σίγουρα δεν το λες ημερολόγιο, ρεπορτάζ, πόσο μάλλον οδοιπορικό ή, ακόμα χειρότερα, εγκυκλοπαίδεια! Ίσως η λέξη που του ταιριάζει καλύτερα είναι μυθιστορία. Μια ψυχογεωγραφική μυθιστορία, με πολιτικές, πολιτισμικές, λογοτεχνικές και ελάχιστες έως καθόλου ταξιδιωτικές αναφορές.

Όπως και να το πεις, το πόνημα του Ιταλού καθηγητή είναι ένας διανοητικός χείμαρος μήκους 2,888 χιλιομέτρων, από τις διαφιλονικούμενες πηγές του ποταμού στη Γερμανία μέχρι τις εκβολές του στη Μαύρη θάλασσα, που διατρέχει την ιστορία και τον πολιτισμό της Κεντρικής Ευρώπης για να μιλήσει, μεταξύ πολλών άλλων, για τα σύνορα και την ταυτότητα. “Ίσως να μη βρεθούμε αληθινά σωσμένοι, όσο δεν θα έχουμε μάθει να νιώθουμε, με σχεδόν φυσικό τρόπο, ό, τι για κάθε έθνος μέλλει να έλθει κάποτε η ώρα του και ότι δεν υπάρχουν, με την απόλυτη έννοια, μείζονες και ελάσσονες πολιτισμοί, παρά μόνο μια διαδοχή εποχών και ανθήσεων”, γράφει ο Μάγκρις και με πείθει να φτιάξω καφέ και να συνεχίσω.

Ο Δούναβης του Μάγκρις δεν μοιάζει με τον Δούναβη του Πατρίκ Λη Φέρμορ. Δεν κολυμπάς εύκολα στα νερά του και στις όχθες του δεν σε περιμένουν τσιγγάνοι, ποτά και χαρούμενα κορίτσια. Ο Δούναβης του Μάγκρις δεν είναι γαλήνιος, δεν περνάει μέσα από ειδυλλιακά δάση και καταπράσινα βουνά. Περνάει μέσα απ’το χρόνο και την κακοτράχαλη ανθρώπινη περιπέτεια, μέσα από κάστρα τίγκα στα φαντάσματα, ομιχλώδη γεφύρια και στρατόπεδα συγκέντρωσης που παριστάνουν τα φιλόξενα χωριουδάκια. Στον Δούναβη του Μάγκρις, ο οδηγός συχνά είναι άφαντος κι εσύ χάνεσαι κι αναγκάζεσαι να κάνεις ένα σωρό στάσεις, που μόνο ξεκούραστες δεν είναι. Πας να κάνεις ένα βήμα και πέφτεις πάνω στον Χέλντερλιν και στον Χάιντεγκερ, λίγο παρακάτω συναντάς τον Σελίν, στρίβεις και να’ σου ο Μένγκελε, πας να τρέξεις να σωθείς και σε σταματάει η Μαριλουίζε Φλάισερ του Μπρεχτ και η Μαριάννα Βίλμερ του Γκαίτε κι όσο κι αν θέλεις να προχωρήσεις λίγο πιο γρήγορα, πώς μπορείς να προσπεράσεις έτσι εύκολα τον Κάφκα και τον Κέπλερ, τον Κανέτι, τον Λούκατς και τον Μούζιλ, τον Τόμας Μαν, τον Πρίμο Λέβι και τον Χέρμαν Μπροχ, τον Πάουλ Τσέλαν και τον Ντανίλο Κις, πες μου πώς;

“Ο μαιανδρικός ποταμός”, γράφει ο Μάγκρις, “είναι ένας μαέστρος στην ειρωνεία, εκείνη την ειρωνεία που έκανε μεγάλο τον μεσευρωπαϊκό πολιτισμό και που συνίσταται στην τέχνη να παρακάμπτεις με πλάγιους δρόμους την ξηρασία σου και να υπερνικάς την αδυναμία σου.” Αυτό ακριβώς ζητάει και ο συγγραφέας από τον αναγνώστη του: να υπερνικήσει την αδυναμία του και να τον ακολουθήσει μέχρι το τέρμα, δίχως βιασύνη κι όπως ο ίδιος γράφει, με την επιθυμία να μη φτάσει ποτέ.

Με άλλα λόγια, ο Μάγκρις ζητάει αναγνώστες πεπεισμένους, με την έννοια που δίνει στην πεποίθηση ο φιλόσοφος της Ρητορικής Κάρλο Μίκελστετερ (1887-1910). “Η πεποίθηση”, λέει ο Μίκελστετερ, “είναι η πάντοτε παρούσα κατοχή της ίδιας της ζωής σου και του ίδιου του προσώπου σου, η ικανότητα να ζεις σε βάθος τη στιγμή χωρίς τη μανιακή ψύχωση να την αναλώσεις όσο το δυνατό γρηγορότερα, να την αδράξεις και να τη χρησιμοποιήσεις για να φτάσει σ’ένα μέλλον όσο το δυνατό ταχύτερα και άρα να την καταστρέψεις αναμένοντας να περάσει γρήγορα η ζωή, όλη η ζωή. Εκείνος από τον οποίο λείπει η πεποίθηση, αναλώνει το είναι του περιμένοντας ένα αποτέλεσμα που είναι πάντοτε για να έλθει και ποτέ δεν έρχεται. Η ζωή σαν έλλειψη, σαν deesse, που αναλίσκεται συνεχώς στην ελπίδα ότι η δυσκολία του παρόντος θα περάσει, θα πάψει η γρίπη, θα πάνε καλά οι εξετάσεις, θα γίνει ο γάμος ή θα βγει το διαζύγιο, θα τελειώσει κάποια δουλειά, θα έλθουν οι διακοπές, θα έλθει η γνωμάτευση του γιατρού.”

Όταν ελπίζεις τι ζητάς; / Να έλθει εκείνη η ώρα / που θα σε πάρει η μπόρα / και δε θα ελπίζεις πια. Οι Γάλλοι το λένε κάπως αλλιώς: C’est la vie, ca va passer, που θα πει «Ζωή είναι, θα περάσει.» “Όποιος δεν είναι πεπεισμένος”, γράφει ο Μάγκρις, “δεν θέλει να πράττει, αλλά να έχει ήδη πράξει.”

Κι όποιος δεν είναι πεπεισμένος, λέω εγώ, μάλλον δεν θα τολμήσει να πέσει στον ποταμό του Μάγκρις και δεν θα έχει την ευκαιρία να μάθει, αν μη τι άλλο, ότι ο Δούναβης μπορεί να πηγάζει από μια ταπεινή υδρορροή, ότι η ζωή δεν είναι ανοξείδωτη κι ότι το αύριο είναι, πράγματι, μια λέξη χαζή.

“Δούναβης”, του Κλαούντιο Μάγκρις, Εκδόσεις Πόλις, Μάιος 2016, έβδομη έκδοση, μτφ. Μπάμπης Λυκούδης, Εισαγωγή: Νίκος Μπακουνάκης, 545 σελ. (Claudio Magris, Dunabio, 1986).

 

Ονοματεπώνυμο: Σύλβια Μπίστη

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα.  Σπούδασα Βιολογία στο ΕΚΠΑ (Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών). Έζησα έξι χρόνια στο Παρίσι. Μεγάλη κωλοφαρδία. Εκεί παντρεύτηκα κιόλας. Κανείς δεν το περίμενε. Σάμπως εγώ το περίμενα;  Μου αρέσει να διαβάζω, να γράφω και να κάνω πειράματα. Επίσης μου αρέσει να περπατάω και να χορεύω. Έχω μια εμμονή με την τάξη. Ελπίζω να την ξεπεράσω κάποτε. Αντιπαθώ τις διακοπές. Ξέρω, με κοιτάζεις περίεργα τώρα. Και τα ταξίδια, εδώ που τα λέμε, δεν τα πολυσυμπαθώ. Ξέρω, ξέρω…Παρ’όλα αυτά θέλω να πάω στην Ιαπωνία. Αύριο. Θυμάμαι ένα Πάσχα στην Πλάκα με τη μάνα μου. Νοσταλγώ ένα Πάσχα στην Πλάκα με τη μάνα μου. Προτιμώ να ξυπνάω νωρίς και να κοιμάμαι με τις κότες. Προτιμώ να μη ρωτάω “για πόσο ακόμα” και “πότε”. Προτιμώ τις εξαιρέσεις απ’τους κανόνες. Πιστεύω στους σκύλους. Προσπαθώ να γίνω καλύτερη από αυτή που ήμουν χθες. Ελπίζω να γίνω καλύτερη αύριο. Ονειρεύομαι σε βαθμό κακουργήματος. Αναζητώ το χαμένο χρόνο. Αντιπαθώ τους αγενείς και τους στενόμυαλους, όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά. Δυσκολεύομαι να καθήσω στα αυγά μου. Τα αυγά τα γράφω με ύψιλον, δεν ξέρω αν το πρόσεξες. Κοστολογώ τη χαρά ως τη σπουδαιότερη αξία. Άμα είσαι χαρούμενος, όλα τα άλλα γίνονται. Αγαπημένη παροιμία (γαλλική): Θα πας μακρυά αν το μικρό γουρουνάκι δε σε φάει στο δρόμο. Αγαπημένες φράσεις: Ξεκινάω με την πασίγνωστη, του φίλου μου, του Σάμιουελ (Μπέκετ): Όλα περασμένα. Όλα δοκιμασμένα. Όλα αποτυχημένα. Χωρίς σημασία. Να προσπαθήσεις ξανά. Να αποτύχεις ξανά. Να αποτύχεις καλύτερα. Κι όμως, λέει ο φίλος μου ο Μαρσέλ (Προυστ), υπάρχει σ’αυτόν τον κόσμο, όπου όλα φθείρονται και τα πάντα γκρεμίζονται, κάτι που σωριάζεται σε ερείπια, που καταστρέφεται ακόμη πιο ολοκληρωτικά, αφήνοντας ακόμη λιγότερα ίχνη κι από την Ομορφιά: η Θλίψη. Ο Αντρέ (Ζιντ) συμφωνεί και επαυξάνει: Πρέπει να καταλάβεις, λέει, πως η χαρά είναι πιο σπάνια, πιο δύσκολη και πιο ωραία από τη λύπη. Μόλις κάνεις αυτήν την πολύ σημαντική διαπίστωση, οφείλεις να αγκαλιάσεις τη χαρά σαν ηθική σου υποχρέωση. Να γράψω άλλη μία; Όχι; Καλά εντάξει, σταματάω.