Κείμενο και Σκίτσο: Γιώργος Μικάλεφ

 

Δυστοπικές ιστορίες, κεφάλαιο πρώτο

Στο Μετρό. Τρία παιδιά με τα ακορντεόν τους βγαίνουν βιαστικά απ’ το συρμό παίζοντας το ντεσπασίτο και δύο τύποι με ασυρμάτους κάνουν  πως τα κυνηγούν. Δυο γιαγιάδες διεκδικούν την ίδια θέση και τσακώνονται για το ποια είναι η γηραιότερη. Νεαρός μιλάει μόνος του χωρίς hands free, blue tooth ή κάτι ανάλογο και ένα καγκουρό μιλάει υπερβολικά δυνατά στο τηλέφωνο για το στοίχημα και το ματς που τον έκανε κατά 20 ευρώ πλουσιότερο. Οι υπόλοιποι διαβάζουν αφοσιωμένοι λες και ήταν αναγνωστήριο εκεί μέσα. Απορώ πως τα καταφέρνουν και δεν τους αποσπά τίποτα την προσοχή.

Κλασικά όρθιος εγώ, προσπαθώντας, όπως πάντα, να αποφεύγω τα δολοφονικά βλέμματα όσων διεκδικούν μια θέση στο μάταιο τούτο δρομολόγιο.  Μια κύρια απέναντι μου διαβάζει όπως οι περισσότεροι το βιβλίο της. Οι κόρες των ματιών μου κόντεψαν να πάθουν αυτανάφλεξη. Κοιτάω καλά και το εξώφυλλο γράφει Χρυσηίδα Μαντά. Παρατηρώ γύρω μου και όλοι κρατούν το ίδιο ανάγνωσμα, διαβάζοντας το με θρησκευτική ευλάβεια. Δεν είναι δυνατόν, σκέφτηκα. Βάζω το χέρι στη τσάντα μου να βγάλω το κινητό να τηλεφωνήσω στη γυναίκα μου και πιάνω ένα βιβλίο. Η καρδιά μου χτυπάει όλο και πιο γρήγορα. Το εξώφυλλο γράφει «Χρυσηίδα Μαντά». Μου πέφτει απ’ το χέρι. «Επόμενη στάση…»  πετάγομαι έξω. Ορμάω προς τις σκάλες φοβούμενος να κοιτάξω τις διαφημίσεις του Μετρό έξω απ’ τον συρμό. Με την άκρη των ματιών μου είδα το πρόσωπο  και το όνομα της να επαναλαμβάνονται κατά μήκος κάθε τοίχου.

Η δυστοπία… η δυστοπία είναι εδώ. Όσα επεισόδια Black Mirror και να είχαμε δει με τη γυναίκα μου, αυτό τα ξεπερνάει όλα. Θα πρέπει να είναι κάποιο ανδροειδές που έχει κατακλύσει την αγορά,  φτιαγμένο από πετυχημένες συνταγές συγγραφέων. Το μόνο που θέλω είναι να μπω σε ένα βιβλιοπωλείο. Στις στάσεις των λεωφορείων, στις πόρτες των ταξί, κάθε έντυπο και διαφημιστική πινακίδα που μπορούσες να δεις… παντού εκείνη. Τρόμος. «Βιβλία χαρτικά». Μπαίνω μέσα. Ο μεγαλύτερος φόβος μου είναι πραγματικότητα. Όλα τα βιβλία είναι δικά της! Τα πόδια μου δεν με κρατάνε. Μου έρχεται λιποθυμία. Ουρλιάζω τόσο δυνατά που σείστηκαν οι βιβλιοθήκες του μαγαζιού και με καταπλάκωσαν τόνοι βιβλίων. Ξύπνησα. Ένα χάδι, μια φωνή: «Γιώργο! Έβλεπες εφιάλτη αγάπη μου;» Χαμογέλασα και άνοιξα τα μάτια μου. Πάγωσα! Η Χρυσηίδα Μαντά ήταν δίπλα μου. Ούρλιαξα, ξανά, κι αυτή τη φορά δεν ξύπνησα.

*τα ονόματα και οι καταστάσεις ουδεμία σχέση έχουν με την παρούσα  πραγματικότητα.

  

ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ:

 

Ονοματεπώνυμο: Γιώργος Μικάλεφ

Γεννήθηκα/Μεγάλωσα: Στην Κέρκυρα το Δεκέμβρη  του 85 και μεγάλωσα στη Γαρίτσα, δίπλα στο κλειστό εργοστάσιο «Καννάβεως, Λίνου και Ιούτης»

Αναμνήσεις: Μια πλαστική μπάλα, ένα τσούρμο παιδιά και δυο μεγάλες πέτρες για δοκάρια

2003: Σπουδές μηχανολογίας στην Πάτρα, έπεσα και έσπασα

2004: σηκώθηκα παράτησα τις σπουδές και τα δημοσιοϋπαλληλικά όνειρα της γενιάς μου και επέστρεψα στο νησί του Πάσχα

Επαγγελματικές δραστηριότητες του παρελθόντος: τεχνικός τηλεοράσεων, ξενοδοχοϋπάλληλος, καφετζής, delivery, βοηθός τοπογράφου

Με τι ασχολούμαι τώρα: Έκανα τα χόμπι μου επάγγελμα… ζωγραφίζω, γράφω και σκιτσάρω ακατάπαυστα

Εκθέσεις: αρκετές ομαδικές και 5 ατομικές σε Κέρκυρα, Σπέτσες, Αθήνα και Πάτρα.

Οικογενειακή κατάσταση: Παντρεμένος με σκυλιά.