Από τη Ντίμη Θεοδωράκη

Υπάρχουν καλοί ηθοποιοί και καλοί ηθοποιοί που ξεχωρίζουν. Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος ανήκει στη δεύτερη κατηγορία ηθοποιών. Ξεχωρίζει. Εκτός από το ωραίο παρουσιαστικό του στα συν προσμετρώνται η αριστοκρατική φυσιογνωμία του και μια ιδιαίτερη χροιά φωνής, που σε κάνει να τον προσέχεις. Τίποτα όμως από όλα αυτά δεν θα είχε σημασία, αν δεν βασίζονταν στην υποκριτική του δεινότητα και στην ευκολία που έχει να τραβάει τα φώτα πάνω του, ακόμα και όταν δεν είναι ο πρωταγωνιστής. Τον είδα πρώτη φορά να παίζει στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου το 2003, σε μια παράσταση που ακόμα την μνημονεύω, στο έργο του Πιραντέλλο «Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα», μια υπέροχη μετάφραση-σκηνοθεσία του Δημήτρη Μαυρίκιου. Ένα έργο δύσκολο, καθώς τα έξι πρόσωπα (Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Λυδία Φωτοπούλου, Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, Γιάννης Κότσιφας και τα δύο παιδιά) φορούσαν ειδικά προσωπεία και όλη η ερμηνεία στηριζόταν στην εκφορά του λόγου και στην κίνηση. Από τότε η συμμετοχή του Λάζαρου Γεωργακόπουλου σε παραστάσεις αποτελεί λόγο για να δω μια παράσταση. Με αφορμή την παράσταση που ξεκίνησε στη Δεύτερη Σκηνή του Θεάτρου ΑΡΓΩ (A Small Argo full of Art) μίλησα μαζί του για το έργο «Δηλητήριο», αλλά και για τις ενδιαφέρουσες δουλειές που έπονται.

Κύριε Γεωργακόπουλε είναι η δεύτερη φορά που πρωταγωνιστείτε στην παράσταση «Δηλητήριο», ένα έργο της συγγραφέως Lot Vekemans. Ποια είναι κατά την προσωπική σας άποψη τα συστατικά που κάνουν το έργο αυτό, που το 2010 βραβεύτηκε ως το καλύτερο Ολλανδικό έργο, ενδιαφέρον;

«Το “Δηλητήριο” δεν θεωρείται άδικα ένα από τα πιο καλογραμμένα έργα του σύγχρονου ευρωπαϊκού θεάτρου. Η γραφή του ακριβής όσο και υπαινικτική, ρεαλιστική όσο και υπερβατική. Δύο δύσβατοι και γοητευτικοί χαρακτήρες. Ένας άντρας και μία γυναίκα ξαναβρίσκονται μετά από δέκα χρόνια. Δύο διαφορετικοί άνθρωποι, δύο διαφορετικοί δρόμοι. Μία σημαντική απώλεια που τους καθόρισε. Οι ανθρώπινες σχέσεις μέσα σε κλειστές φόρμες, όπως η οικογένεια. Η αγάπη και η μνήμη, οι διαφορετικές εκδοχές των γεγονότων, το πανανθρώπινο αίτημα για «ευτυχία», οι απεγνωσμένες προσπάθειες για «ζωή», η αναγνώριση των δικών μας προβλημάτων  και η ταύτισή μας με τα δύο αυτά πρόσωπα, η παραδοχή της τεράστιας απόστασης ανάμεσα στα θέλω μας και στις πράξεις μας, το «δίκαιο» που πηγαινοέρχεται χωρίς απλές λύσεις, η ιδιαίτερη γλώσσα του, δημιουργούν ένα τόσο πυκνό και αινιγματικό σκηνικό αποτέλεσμα που σε κάνει να αναρωτιέσαι για τα πιο απλά μέχρι τα πιο σύνθετα πράγματα της ζωής σου».

Η συγγραφέας Lot Vekemans, σε συνέντευξή της, έχει πει:  «Το ωραίο με την γλώσσα είναι ότι αποκαλύπτει τόσο αυτά που θες να πεις όσο και όσα δεν θες να πεις. Οι λέξεις είναι επομένως η είσοδος σε ό, τι παραμένει ανείπωτο». Γιατί πιστεύετε ότι δίνει τόσο έμφαση σε αυτό το στοιχείο;

«Γιατί η γλώσσα παύει πια να είναι μόνο ένα μέσο επικοινωνίας, αλλά γίνεται στοιχείο απόκρυψης, παραπλάνησης, όπως και πολύ συχνά αποδεικνύεται λίγη για να περιγράψει όλα αυτά που έχουμε μέσα μας και που μόνο να τα ψηλαφήσουμε με τις αισθήσεις μας μπορούμε. Γι’ αυτό και είναι πολύ καθοριστικός ο ρόλος του ηθοποιού, που με την ερμηνεία του καλείται να δώσει ζωή σ’ αυτό που καμία λέξη δεν μπορεί να περιγράψει».

Το έργο δείχνει, το πώς δύο άνθρωποι αντιμετωπίζουν την απώλεια. Δεν θα περίμενε κάποιος, ότι ο χαμός ενός τόσο αγαπημένου προσώπου θα ένωνε ακόμα περισσότερο ένα ζευγάρι;

«Δυστυχώς τέτοιου είδους απώλειες έχουν συνήθως καταστροφικά αποτελέσματα. Όσο κι αν περιμένεις ότι ο άνθρωπος στην μεγάλη δυστυχία θα στραφεί στον άλλον, είναι τόσο καθοριστική στα θεμέλια της ύπαρξής του, που πολύ συχνά το «οικοδόμημα» γκρεμίζεται, με αποτέλεσμα ο «άλλος» να εξαφανίζεται, και να μένει μόνος του, με τα συντρίμμια του εαυτού του».

Πόσο εύκολα γινόμαστε ένας ξένος για τον άλλο τελικά;

«Οι ανθρώπινες σχέσεις ήταν και είναι πολύ δύσκολες, εύθραυστες. Χρειάζεται μόχθος για να μην χαθούν κρίκοι αυτής της αλυσίδας. Κάθε κομμάτι που χάνεται, όσο μικρό και να είναι, μπορεί με το χρόνο να γίνει καθοριστικό. Τα θεωρείς ασήμαντα, νομίζεις ότι μπορείς να τα καταφέρεις, όμως γρήγορα θα έρθει μια μέρα που θα αναρωτηθείς «ποιος είναι αυτός ο ξένος δίπλα μου». Και είναι πολύ εύκολο να συμβεί πια, όταν τα σημαντικά σήμερα είναι τα χρήματα, η καριέρα και όχι το να κάνεις έναν άνθρωπο ευτυχισμένο».

Εσείς πώς έχετε αντιμετωπίσει τις απώλειες στη ζωή σας;

«Δύσκολα, αλλά κι εγώ, σαν τον άντρα στο «Δηλητήριο», προχωράω. Η απώλεια είναι μέσα στη ζωή μας. Βέβαια αυτό που συμβαίνει στο έργο μας είναι αυτό που σε ξεπερνάει, αυτό που δεν θέλεις να το ζήσει κανείς, αυτό που ούτε να το σκεφτείς δεν μπορείς, αυτό που δεν μπορείς να φανταστείς πώς θα αντιδρούσες σε μια τέτοια συνθήκη».

Το θέατρο διακατέχεται από συχνές «απώλειες»;

«Ναι, στο θέατρο νιώθεις συχνά αυτό το συναίσθημα. Κατ’ αρχήν χάνεις αυτές τις μικρές «οικογένειες» που δημιουργούνται σε κάθε παράσταση, που τόσοι άνθρωποι βρίσκονται κάθε μέρα, για αρκετές ώρες, με κοινό όραμα, κοινές ανησυχίες, κοινούς στόχους. Μικροί θάνατοι, δύο ή και περισσότερες φορές τον χρόνο. Έπειτα χάνεις την ίδια την παράσταση, την ατμόσφαιρά της, έναν κόσμο μέσα στον οποίον ζούσες κάποιους μήνες. Και βέβαια τον κάθε ρόλο που αποχαιρετάς σαν φίλο, που τον αγάπησες πολύ, αλλά  ξέρεις ότι δεν θα τον ξαναδείς ποτέ».

Έχετε συνεργαστεί ξανά με την κυρία Ρούλα Πατεράκη. Πώς είναι η συνεργασία μαζί της, έχετε αποκτήσει κάποιον κοινό κώδικα στις παραστάσεις που κάνετε μαζί;

«Είναι η δεύτερη φορά που συνεργάζομαι με την Ρούλα Πατεράκη και ομολογώ ότι και οι δύο παραστάσεις ήταν πολύ σημαντικές για μένα. Στην Πατεράκη βρήκα έναν άνθρωπο που ξέρει το θέατρο σε βάθος, την πρακτική του. Έχει τεράστια ενέργεια, είναι απόλυτα δοσμένη σ’ αυτό που κάνει, την ενδιαφέρει πάνω απ’ όλα η αλήθεια της στιγμής, είναι ένα άγρυπνο μάτι πάνω σου που καταλαβαίνει τα πάντα, και παρόλο που μπορεί να θεωρήσεις ότι σου δίνει ασφυκτικά πλαίσια για να κινηθείς, πολύ γρήγορα κατάλαβα πως δεν υπάρχει τίποτα δεσμευτικό παρά μόνο τεράστια ελευθερία, αρκεί να ξέρεις να την χρησιμοποιήσεις. Από τις πιο έντονες και ‘’δημιουργικά εύκολες’’ συνεργασίες που είχα ποτέ».

Παλιότερα, αρκετές γενιές πίσω και διορθώστε με αν κάνω λάθος, τα ονόματα των ηθοποιών, (αναφέρω παραδείγματα όπως ο Αλέξης Μινωτής, ο Μάνος Κατράκης και πολλοί άλλοι) είχαν μια ιδιαίτερη βαρύτητα για τον κόσμο. Τα πολλά τελευταία χρόνια δεν το βλέπουμε να ισχύει. Έχει αλλάξει κάτι ανεπιστρεπτί;     

«Δεν πιστεύω ότι σήμερα δεν υπάρχουν τέτοιοι ηθοποιοί. Απλώς τότε ο σκηνοθέτης δεν είχε την θέση που έχει σήμερα. Τώρα ο σταρ είναι ο σκηνοθέτης. Τώρα πηγαίνουμε να δούμε την παράσταση που σκηνοθέτησε ο τάδε και μετά ρωτάμε ποιος παίζει, κάτι που θεωρώ  πολύ άδικο. Για μένα ο ηθοποιός είναι τα πάντα. Μέσα από αυτόν μπορώ να καταλάβω μία παράσταση, οι δικές του στιγμές είναι αυτές που μπορούν να με συγκινήσουν. Οι καλύτερες σκηνοθετικές ιδέες μπορούν να αναδειχθούν μόνο στα χέρια ενός σπουδαίου ηθοποιού. Θέατρο μπορεί να γίνει χωρίς σκηνοθέτη, χωρίς ηθοποιούς όχι».

Μιλήστε μας για τις επόμενες παραστάσεις σας, το θρίλερ “Misery” και τον «Άμλετ».

«Το Misery του Στήβεν Κίνγκ θα παιχτεί στα μέσα Ιανουαρίου στο θέατρο Ιλίσια-studio Mίνως Βολανάκης, ένα πολύ ωραίο θέατρο, με δύο παραγωγούς που τολμάνε σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς να κάνουν πολλά πράγματα, ένα σπουδαίο έργο ενός καταπληκτικού συγγραφέα, με την Ρένη Πιττακή (να μια ηθοποιός με το ειδικό βάρος που λέγαμε), την οποία θαύμαζα από την Νίκη της Αναγνωστάκη, την πρώτη παράσταση που είδα στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης, και σε σκηνοθεσία του Τάκη Τζαμαργιά, που δεν έτυχε να δουλέψουμε ξανά μαζί, αλλά  έχω δει πολύ ωραίες δουλειές του και πιστεύω ότι θα τα πάμε εξαιρετικά.

Και τα Δευτερότριτα, στις αρχές Μαρτίου πάλι στο θέατρο Αργώ, θα παίξω και θα σκηνοθετήσω τον Άμλετ σαν μονόλογο. Θα είναι μια προσπάθεια να μεταφερθεί σκηνικά ο κόσμος του Άμλετ μέσα από έναν ηθοποιό, ένα πολύ δύσκολο και ενδιαφέρον εγχείρημα που με κεντρίζει πολύ».

Η τηλεόραση σας ενδιαφέρει ακόμα; Πώς βλέπετε την σημερινή κατάσταση που επικρατεί;

«Η καλή τηλεόραση πάντα είναι μέσα στα ενδιαφέροντά μου, όχι μόνο για βιοποριστικούς λόγους – κάτι που γενικά δεν ισχύει τώρα πιά – αλλά και για την αμεσότητά της. Είναι ένα πολύ ωραίο μέσον και έχουν γίνει κατά καιρούς πολύ ωραία πράγματα. Τώρα η κατάσταση που επικρατεί είναι δύσκολη. Οι συνθήκες γυρίσματος είναι κακές, τα χρήματα ελάχιστα, τα θέματα αδιάφορα. Δυστυχώς, αυτές τις δύσκολες στιγμές, ενώ είναι ώρες για τα ‘’μεγάλα’’, επικρατούν τα ”μικρά’’».

Σε πείσμα του πεσιμιστικού καιρού που διανύουμε τι αποτελεί για σας πηγή ανάτασης, πέρα από το θέατρο;

«Πέρα από το θέατρο και πάνω από το θέατρο είναι πάντα η ζωή. Και η ζωή είναι αλλού – όπως λέγαμε συνεχώς με την φίλη και συνεργάτη Γκάγκα Ρόσιτς που χάσαμε πρόσφατα -. Είναι στην οικογένειά μου, είναι στους φίλους μου, στους ανθρώπους που είναι κοντά μου».

“Δηλητήριο” της Lot Vekemans στο Small Argo full of Art