της Σύλβιας Μπίστη

Του κυρίου Τανιζάκι του άρεσε να φτιάχνει σπίτια. Η τελευταία κυρία Τανιζάκι αφηγείται τί συνέβη, όταν ο μακαρίτης ο σύζυγός της αποφάσισε κάποτε να χτίσει ακόμα ένα. Ο αρχιτέκτονας στον οποίο το ανέθεσε, δήλωσε πως είχε διαβάσει το Εγκώμιο της Σκιάς και ήξερε ακριβώς τί ήθελε ο συγγραφέας. “Μα σε ένα τέτοιο σπίτι δεν θα μπορούσα ποτέ να ζήσω”, απάντησε εκείνος.

Έχουν γραφτεί πολλά για το “Εγκώμιο της Σκιάς”, τόσα που θα καταντούσε αστείο αν έγραφα ακόμα μια φορά ότι πρόκειται για ένα δοκίμιο πάνω στις παραδοσιακές αξίες του ιαπωνικού πολιτισμού και στην αντίληψη του συγγραφέα για την ομορφιά. Έτσι λοιπόν, αν και είμαι τελείως άσχετη με αυτό που λέγεται αρχιτεκτονική, σκέφτηκα να φτιάξω μια λίστα με μερικούς “κατά Τανιζάκι” κανόνες, οι οποίοι μπορεί να φανούν χρήσιμοι σε νέους αρχιτέκτονες που παλεύουν να αξιοποιήσουν το πτυχίο τους και να αποκατασταθούν επαγγελματικά, αλλά και σε καλλιτέχνες, μάγειρες, ποιητές, λογοτέχνες, φιλοσόφους, επίδοξες γκέισες, σε όσους θέλουν να ταξιδέψουν στην Ιαπωνία, όπως επίσης και σε όσους, επαγγελματίες και μη, βαρέθηκαν τους καναπέδες και ψάχνουν εναλλακτικούς τρόπους για να δώσουν στο σπίτι και στη ζωή τους ένα κάποιο ανατολίτικο στυλ.

Ξεκινάμε λοιπόν:

  1. Καταρχήν ξεχάστε τις φωταψίες. Ή τουλάχιστον χαμηλώστε τα φώτα και ανάψτε κεριά.
  1. Γενικά θα πρέπει να έχετε υπόψη σας ότι οι σύγχρονες ευκολίες, όπως ο ηλεκτρικός φωτισμός, οι τζαμένιες πόρτες, τα τούβλα και το τσιμέντο, οι σωλήνες του γκαζιού, τα υδραυλικά και η αποχέτευση, δεν μπορούν να συνυπάρξουν εύκολα με το γιαπωνέζικο δωμάτιο. “Σχεδόν καμμιά θερμάστρα που να’ναι άξια του ονόματός της δεν μπορεί να ταιριάξει με τη δομή του ιαπωνικού δωματίου”, γράφει ο Τανιζάκι. Και οι σόμπες γκαζιού προκαλούν πονοκέφαλο. Ξεχάστε τις.
  1. Τα πολύ χοντρά προβλήματα αρχίζουν όταν φτάσει η ώρα να φτιάξει κανείς την τουαλέτα. “Στ’άλήθεια, η τουαλέτα είναι το καλύτερο μέρος για να αφουγκραστεί κανείς το θόρυβο των εντόμων, τη φωνή των πουλιών, να δει σωστά το φεγγάρι τη νύχτα και να γευτεί τη σπαραχτική ομορφιά της αλλαγής των εποχών του χρόνου, και τολμώ να πω, πως εδώ συνέλαβαν πολλές από τις ιδέες τους οι ποιητές χαϊκού μέσα απ’τους αιώνες.” Για να συμβούν όλα αυτά, η τουαλέτα πρέπει να βρίσκεται ξεχωριστά από το κύριο οίκημα, μέσα σε πυκνή βλάστηση και τυλιγμένη στο ημίφως. Υπάρχουν βέβαια και μειονεκτήματα, ειδικά το χειμώνα, όπως όμως έχει πει ένας μεγάλος Ιάπωνας συγγραφέας, ο Σαϊτό Ρυοκού, “η κομψότητα είναι ψυχρή”. Και ελαφρώς ανθυγιεινή, θα συμπλήρωνα, με όλο το σεβασμό. Είναι πολύ σημαντικό να σημειωθεί επίσης, ότι τα αστραφτερά πλακάκια είναι ξένα στην ιαπωνική αισθητική και ιδιαζόντως απεχθή στον συγγραφέα. Σε γενικές γραμμές, αν θέλετε παραδοσιακή γιαπωνέζικη ατμόσφαιρα, θα πρέπει να αντικαταστήσετε τα πλακάκια του μπάνιου με ξύλο καμφοράς και την πορσελάνινη λεκάνη με μια ξύλινη σε σχήμα νυχτολούλουδου.
  1. Τα γυαλιστερά σκεύη της κουζίνας είναι επίσης εκτός. Αντικαταστείστε τα με τσίγκινα που σκουραίνουν όμορφα με το πέρασμα του χρόνου και αφήνουν λίγη (απαραίτητη) βρωμιά.Τα κεραμικά και η πορσελάνη είναι ανεκτά, αν και είναι βαριά, ψυχρά στην αφή, εντελώς ακατάλληλα για το σερβίρισμα ζεστού φαγητού και θορυβώδη. Σαφώς καλύτερη επιλογή είναι η λάκα του παρελθόντος σε μαύρο, καφέ ή κόκκινο χρώμα, που ήταν φτιαγμένη “από αλλεπάλληλα στρώματα σκοταδιού”. Ασήμι, ατσάλι και νίκελ απαγορεύονται δια ροπάλου.
  1. Στον αφορισμό που λέει ότι η γιαπωνέζικη κουζίνα είναι για να βλέπεται παρά για να τρώγεται, ο κύριος Τανιζάκι προσθέτει ότι πιο πολύ κι απ’το να βλέπεται, η γιαπωνέζικη κουζίνα είναι αντικείμενο περισυλλογής. Το γιόκαν για παράδειγμα, αυτό το δροσερό και λείο ημιδιαυγές γλύκισμα από κόκκινα φασόλια με την συννεφιασμένη επιφάνεια και την υφή ζελέ, που το ακουμπάς στο στόμα σου και είναι σα να λιώνει η σκοτεινιά στην άκρη της γλώσσας σου, δεν έχει καμμιά σχέση με τις φανταχτερές δυτικές κρέμες και τις κάτασπρες σαντιγύ που σου κόβουν την όρεξη στη μέση. Η πηχτή σούπα μίσο με το σκουροκόκκινο χρώμα σε κάνει να μη σκέφτεσαι τίποτα όταν την τρως, όσο για το βραστό ρύζι, αυτό πρέπει να μπαίνει σε σκεπαστό κύπελο από μαύρη λάκκα και να τοποθετείται σε σκοτεινό μέρος, έτσι ώστε να αναδεικνύεται  η ομορφιά του και να γίνεται πιο ορεκτικό.
  1. Περνάμε στο σαλόνι: Το χρώμα των τοίχων δεν θα πρέπει σε καμμία περίπτωση να είναι λευκό. Τα καλύτερα χρώματα γι’αυτή τη δουλειά είναι το χρώμα της άμμου, το γκρι και γενικά ότι είναι ουδέτερο, άτονο, αδύναμο και ρουφάει το φως. Το πάτωμα θα πρέπει να είναι τατάμι κι αν δεν ξέρετε τί είναι το τατάμι, γκουγκλάρετε παρακαλώ και μην ανησυχείτε για το τί θα πει ο κύριος Τανιζάκι: αναλαμβάνω την ευθύνη ολόκληρη και τη μισή ντροπή (η άλλη μισή δική σας, που δεν ξέρετε τί είναι το τατάμι). Μοκέτες, χαλιά και άλλα τέτοια εξωφρενικά μικροαστικά παραφερνάλια, πετάξτε τα ή χαρίστε τα στη Μελάνια Τραμπ. Από τους τοίχους κρεμάμε μόνο ρολά από περγαμηνή με ζωγραφιές ή καλλιγραφίες ποιημάτων. Και τώρα έφτασε η ώρα να πάρετε μια βαθιά ανάσα και να πετάξετε τον καναπέ.
  1. Το γυαλί καλό είναι να αποφεύγεται και να αντικαθίσταται από χαρτί. Στην περίπτωση που σας αρέσουν τα κρύσταλλα (αν και δεν μπορώ να φανταστώ πού θα τα βάλετε), προτιμήστε τα γιαπωνέζικα από καπνισμένο χαλαζία που έχουν μια ευχάριστη αδιαφάνεια.
  1. Οι ανεμιστήρες κάνουν τον συγγραφέα, όπως και οποιονδήποτε άλλο Ιάπωνα που σέβεται την κουλτoύρα του, έξω φρενών. Για τα μοντέρνα κλιματιστικά δεν το συζητάμε, μιας και το 1933 που γράφτηκε το βιβλίο δεν υπήρχαν. Αν όμως υπήρχαν, στοιχηματίζω ότι θα σήκωναν τις τρίχες του κυρίου Τανιζάκι στο μη παρέκει.
  1. Φτιάξτε στέγες, υπόστεγα, στοές, βεράντες, βάλτε πρόσθετα γείσα και στόρια, φυτέψτε δέντρα, κάνετε ότι μπορείτε τέλος πάντων, για να απομακρύνετε το φως απ’τα δωμάτια. Χωρίς σκιές, ομορφιά δεν υπάρχει, τα είπαμε αυτά. Και να τα ξαναλέμε, να τα εμπεδώνουμε.
  1. Τέλος, αν θέλετε να αλλάξετε τρόπο σκέψης, πετάξτε τα στυλό και αγοράστε πινέλα με τρίχα. Αν θέλετε να αλλάξετε εμφάνιση, ξυρίστε τα φρύδια σας, μαυρίστε τα μαλλιά και τα δόντια σας, αγοράστε ένα πράσινο κραγιόν με ιριδισμούς και κυρίως κρυφτείτε στο άπλετο σκοτάδι.

Για να συμμαζέψω όλα τα παραπάνω σε έναν κανόνα, θα χρησιμοποιήσω την ύστατη συμβουλή του κυρίου Τανιζάκι: “Σπρώξτε καθετί που χτυπάει στο μάτι στο σκοτάδι και προσπαθείστε να απογυμνώσετε τα εσωτερικά από κάθε άχρηστη διακόσμηση.” Κάπως έτσι θα μπορέσετε ίσως να φτιάξετε κι εσείς κάτι ατελώς τέλειο, ανεπαίσθητα φωτεινό, μετριοπαθώς λεπτό και νηφάλιο, κάτι σαν το υπέροχο και απίθανα διασκεδαστικό “Εγκώμιο της Σκιάς” του Τζουνιτσίρο Τανιζάκι δηλαδή.

Υποβάλω τα σέβη μου, σενσέι, γονατιστή.

“Το Εγκώμιο της Σκιάς”, Τζουνιτσίρο Τανιζάκι, Εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Παναγιώτης Ευαγγελίδης.

* η φωτογραφία του τίτλου είναι από την έκθεση της Μαριάννας Λύρα “ρει start” (18.07.17-30.06.17)

 

 

 

 

 

Ονοματεπώνυμο: Σύλβια Μπίστη.

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα.  Σπούδασα Βιολογία στο ΕΚΠΑ (Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών). Έζησα έξι χρόνια στο Παρίσι. Μεγάλη κωλοφαρδία. Εκεί παντρεύτηκα κιόλας. Κανείς δεν το περίμενε. Σάμπως εγώ το περίμενα;  Μου αρέσει να διαβάζω, να γράφω και να κάνω πειράματα. Επίσης μου αρέσει να περπατάω και να χορεύω. Έχω μια εμμονή με την τάξη. Ελπίζω να την ξεπεράσω κάποτε. Αντιπαθώ τις διακοπές. Ξέρω, με κοιτάζεις περίεργα τώρα. Και τα ταξίδια, εδώ που τα λέμε, δεν τα πολυσυμπαθώ. Ξέρω, ξέρω…Παρ’όλα αυτά θέλω να πάω στην Ιαπωνία. Αύριο. Θυμάμαι ένα Πάσχα στην Πλάκα με τη μάνα μου. Νοσταλγώ ένα Πάσχα στην Πλάκα με τη μάνα μου. Προτιμώ να ξυπνάω νωρίς και να κοιμάμαι με τις κότες. Προτιμώ να μη ρωτάω “για πόσο ακόμα” και “πότε”. Προτιμώ τις εξαιρέσεις απ’τους κανόνες. Πιστεύω στους σκύλους. Προσπαθώ να γίνω καλύτερη από αυτή που ήμουν χθες. Ελπίζω να γίνω καλύτερη αύριο. Ονειρεύομαι σε βαθμό κακουργήματος. Αναζητώ το χαμένο χρόνο. Αντιπαθώ τους αγενείς και τους στενόμυαλους, όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά. Δυσκολεύομαι να καθήσω στα αυγά μου. Τα αυγά τα γράφω με ύψιλον, δεν ξέρω αν το πρόσεξες. Κοστολογώ τη χαρά ως τη σπουδαιότερη αξία. Άμα είσαι χαρούμενος, όλα τα άλλα γίνονται. Αγαπημένη παροιμία (γαλλική): Θα πας μακρυά αν το μικρό γουρουνάκι δε σε φάει στο δρόμο. Αγαπημένες φράσεις: Ξεκινάω με την πασίγνωστη, του φίλου μου, του Σάμιουελ (Μπέκετ): Όλα περασμένα. Όλα δοκιμασμένα. Όλα αποτυχημένα. Χωρίς σημασία. Να προσπαθήσεις ξανά. Να αποτύχεις ξανά. Να αποτύχεις καλύτερα. Κι όμως, λέει ο φίλος μου ο Μαρσέλ (Προυστ), υπάρχει σ’αυτόν τον κόσμο, όπου όλα φθείρονται και τα πάντα γκρεμίζονται, κάτι που σωριάζεται σε ερείπια, που καταστρέφεται ακόμη πιο ολοκληρωτικά, αφήνοντας ακόμη λιγότερα ίχνη κι από την Ομορφιά: η Θλίψη. Ο Αντρέ (Ζιντ) συμφωνεί και επαυξάνει: Πρέπει να καταλάβεις, λέει, πως η χαρά είναι πιο σπάνια, πιο δύσκολη και πιο ωραία από τη λύπη. Μόλις κάνεις αυτήν την πολύ σημαντική διαπίστωση, οφείλεις να αγκαλιάσεις τη χαρά σαν ηθική σου υποχρέωση. Να γράψω άλλη μία; Όχι; Καλά εντάξει, σταματάω.