Παντελής Θαλασσινός

Συνέντευξη στο Fermouart Magazine
Από την: Βίκη Κουτρή

Το όνομα του Παντελή Θαλασσινού είναι σε όλους μας γνωστό. Αντιπροσωπεύει έναν καλλιτέχνη που έχει σταθεί μέχρι σήμερα ζωντανή μονάδα έμπνευσης-παρακαταθήκης στο ελληνικό τραγούδι.
Δεν είναι τυχαίο ότι στο άκουσμα και μόνο του ονόματος του, ο ταξιδιάρης νους, μεταφέρεται σε ανοιχτές θάλασσες, με γαλάζια αφρισμένα νερά και απέραντα κερένια ακρογιάλια. Γιατί ένα μουσικό άκουσμα μπορεί να διεγείρει το υποσυνείδητο και να γίνει «ελιξίριο» στην νοερή ανάπαυση της ψυχής. Και η φωνή του είναι πραγματική θάλασσα…
Αυτό εκπέμπει ο Παντελής. Είναι ένας καλλιτέχνης, με οικεία, ευγενική μορφή και με χαμηλών τόνων εμφάνιση, ο οποίος αφιέρωσε το πνεύμα και την δυναμικότητα του, δημιουργώντας αυθεντικούς ελληνικούς ήχους, όμορφους στίχους και δυνατά ακούσματα μεταφέροντας τα με επιτυχία σε όλους εμάς, που αποτελούμε το ευρύ κοινό του.
Παράγοντας ο ίδιος μια διαρκή «παροντοποίηση», μέσω του εκάστοτε μουσικού έργου του, εκλαμβάνουμε ότι έχει καταφέρει να βρει τον πυλώνα του περάσματος από την τότε τύχη που ισχυρίζεται αρχικά ότι είχε, στην τώρα αλήθεια της διάρκεια του χρόνου που επικρατεί στη μουσική πορεία του.

 

Είστε γεννημένος στον Πειραιά και κατάγεστε από την Χίο και τη Σέριφο. Μήπως το ανακάτεμα της θάλασσας με την πόλη συνέβαλαν στην επιτυχία σας ως καλλιτέχνης;
-Με ρωτούν πολλοί για τη θάλασσα. Εγώ νοιώθω ότι από μικρός δεν είχα όνειρα να γίνω καλλιτέχνης, μου άρεσε να γρατζουνάω την κιθάρα, να μάθω λίγο κιθάρα όπως κάθε παιδί. Στην πορεία μου προέκυψε. Η καταγωγή νομίζω, παίζει ρόλο στους καλλιτέχνες αλλά τις πιο πολλές φορές πρέπει να κάνεις θητεία στην μουσική, για να ασχοληθείς πάνω σε ένα είδος της. Δεν θα έλεγα ότι η μουσική που παίζεται στη Χίο, έδωσε ένα στυλ στη δική μου μουσική. Πιστεύω ότι οφείλεται στο ότι απλά μου άρεσε. Κάποια στιγμή ασχολήθηκα με το παραδοσιακό τραγούδι. Μου άρεσε πάρα πολύ το μικρασιάτικο, το ιωνικό δηλαδή ο ιωνικός ρυθμός της μουσικής, γι αυτό και ασχολήθηκα πιο πολύ με το συγκεκριμένο είδος. Με ηπειρώτικα και με μακεδονικά δεν έχω καμία σχέση. Πάντως δεν νομίζω ότι σε ένα καλλιτέχνη παίζει ρόλο η καταγωγή του. Πιστεύω ότι έχει να κάνει με το «μέσα» του, με το πόσο συγκινείται από μια μουσική και να θητεύσει πάνω σε αυτή. Η καταβολή υπάρχει σίγουρα. Πιστεύω επίσης ότι τα παιδιά της επαρχίας έχουν περισσότερο χρόνο να ασχοληθούν. Στην Αθήνα αν ζούμε για κάποια χρόνια, τα μισά από αυτά τα περνάμε στις μετακινήσεις. Η μισή ζωή μας πάει εκεί, αν λογαριάσει κανείς πόση ώρα σπαταλάμε την ημέρα για να μετακινηθούμε.

Είχατε πει σε μια συνέντευξη σας, ότι τα εφηβικά σας χρόνια, τα χρόνια της αθωότητας σας, τα είχατε ζήσει σε μια μικρή γειτονιά του Πειραιά. Τι θυμόσαστε από εκείνη την εποχή και πόσο αυτή καθόρισε τα μελλοντικά σας βήματα;
Φανταστείτε ότι από 9 ετών, που γύρισα απ τη Χίο ζούσα στο Κερατσίνι (δύο χρόνων πήγα στη Χίο και εννέα ετών ξαναγύρισα), ουσιαστικά μεγάλωσα σε μία συνοικία του Πειραιά. Φανταστείτε ότι ο δρόμος εκεί που ζούσαμε ήταν ακόμα χωματόδρομος. Έμοιαζε με τη Χίο αλλά δεν είχε τις αλάνες που υπήρχαν στο νησί, τα απέραντα χωράφια ή τις εκτάσεις. Μπορεί να ήταν τετραγωνισμένη συνοικία, με χωματόδρομους, αλλά είχαμε πολύ παιχνίδι. Παρά πολύ παιχνίδι. Νομίζω ότι αυτό είναι τύχη για τα παιδιά. Να μπορούν να μεγαλώνουν έτσι. Η γενιά μου ήταν τυχερή που μεγάλωσε σε μια τέτοια κατάσταση.

Ως έφηβος τι μουσικά ερεθίσματα είχατε; Ποια ήταν τα μουσικά σας πρότυπα;
-Σίγουρα οι Beatles, οι Rolling Stones ακόμα περισσότερο, στη γενιά του΄70 τα γκρουπ όπως οι Pink Floyd που το θεωρώ το γκρουπ του αιώνα. Επιλεκτικά, είχα κάποιους αγαπημένους όπως τον Eric Clapton.

Το 1996 δημιουργήσατε τους Λαθρεπιβάτες μαζί με τον Γιάννη Νικολάου, το οποίο γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Ένα χρόνο μετά, το συγκρότημα διαλύθηκε και ακολουθήσατε διαφορετικές πορείες. Υπάρχουν στιγμές που νοσταλγείτε από εκείνη την περίοδο;
-Σίγουρα νοσταλγώ. Οι Λαθρεπιβάτες είναι συνυφασμένοι με μια παρά πολύ ευαίσθητη περίοδο της ζωής μου. Ήταν μόλις ξεκινήσαμε την δισκογραφία και με τον Γιάννη βγήκαμε πολύ γυαλιστεροί σε αυτόν τον χώρο. Νοιώθαμε σαν παιδιά, άσχετα αν εγώ ήμουν 28 και ο Γιάννης 27 ετών.
Νοσταλγώ αυτήν την απλότητα, την αθωότητα που είχαμε όταν βγήκαμε στην δισκογραφία. Αργότερα καταλάβαμε ότι όλο αυτό ήταν μια φούσκα, μια μπούρδα. Αυτούς που βλέπεις ότι είναι κάποιοι, δεν είναι κάποιοι. Είναι απλά τυχεροί που έγιναν αυτό που έγιναν. Στον δρόμο μου συνάντησα πάρα πολλούς καλούς. Οι τυχεροί και οι πιο έξυπνοι επικράτησαν. Δεν βγάζω τους εαυτούς μας απ έξω, γιατί κάναμε καριέρα κι εμείς εκείνη την εποχή… δηλ βάλε μας στους έξυπνους ή στους τυχερούς.

Ο Ηρόδοτος είπε: «Έχουμε γη και πατρίδα, αν έχουμε πλοία και θάλασσα». Η Χίος ή αλλιώς Πατρίδα όπως την αποκαλείτε, μας είπατε παραπάνω ότι είχε καταλυτική επιρροή επάνω σας. Σας ενέπνευσε με την ιδιαίτερη αύρα της και τον ανατολίτικο αέρα της. Γνωρίζω ότι εκεί συλλάβατε, γράψατε και υλοποιήσατε επιτυχίες που έχουν αντέξει στο χρόνο, όπως τα «Καράβια Χιώτικα», «Τα Σμυρναίικα τραγούδια», «Θα ‘θελα να ‘μουν εισιτήριο στην τσέπη σου», τα οποία ακόμα και σήμερα είναι δημοφιλή και αγαπημένα. Εξακολουθεί να είναι πηγή έμπνευσης;
-Ναι. Για εμένα υπήρξε πηγή έμπνευσης η Χίος, από το 1991 μέχρι το 1995, όταν έμεινα εκεί χειμώνα-καλοκαίρι. Στη Χίο πράγματι έγραψα τα ωραιότερα μου τραγούδια. Έγραψα τα «Καράβια Χιώτικα», το «Εισιτήριο στην τσέπη σου», έγραψα τα «Σμυρναίικα τραγούδια» και μια σειρά τραγουδιών του δεύτερου CD μου, που λεγόταν τα “Αστρανάμματα», τα οποία θεωρώ -από το πρώτο μέχρι το τελευταίο τραγούδι- ότι ήταν όλα προσεγμένα, ωραία και εμπνευσμένα. Σε αυτό συνετέλεσε και η Χίος.

Εκτός του ότι πάντα μιλάτε με πολύ αγάπη για το νησί σας, συμμετέχετε φιλικά και σε διάφορα τοπικά δρώμενα, βοηθώντας με την μουσική παρουσία σας, πολλές και ιδιαίτερα δύσκολες προσπάθειες που κάνουν συντοπίτες σας, προκειμένου να κρατήσουν ζωντανές μουσικές παραδόσεις και μνήμες της κοινής σας καταγωγής, οι οποίες τείνουν να χαθούν με το πέρασμα των χρόνων. Συγκεκριμένα μιλώ, αφενός μεν για την εκδήλωση που είχε πραγματοποιηθεί στο εγκαταλελειμμένο χωριό Εγρηγόρο, αφετέρου δε για τις «Μουσικές Μνήμες των Καρδαμύλων», ένα διπλό CD, το οποίο ξεκίνησε από μια «άπιαστη» ιδέα, κατάφερε να πάρει σάρκα και οστά και εν τέλει να υλοποιηθεί, καταγράφοντας μέσα σε αυτό, σημαντικούς ξεχασμένους θησαυρούς αιώνων, σχετικούς με την μουσική ιστορία της Βορειοανατολικής Χίου, στο οποίο και συμμετείχατε κι εσείς φιλικά. Έχετε να πείτε κάτι ως προς αυτά;
-Όταν ζούσα στη Χίο συμμετείχα σε πάρα πολλά αφιερώματα. Εκεί ασχολήθηκα και με την παραδοσιακή μουσική. Συμμετείχα στο πειραματικό γκρουπ του Ομηρείου που έπαιζε αφιερώματα, παραδοσιακά τραγούδια όλης της Ελλάδας. Ο Νίκος Οικονομίδης, που ζούσε στην Χίο εκείνο τον καιρό, είχε κάνει εκείνο το εργαστήρι παραδοσιακής μουσικής, βγάζοντας πολλά ταλέντα μουσικούς, και στις συναυλίες συμμετείχα κι εγώ. Είτε τραγουδούσα, είτε έπαιζα κάποιο όργανο (λαούτο ή ούτι) και μάθαινα ούτι και λαούτο και έκανα ότι μπορούσα για να είμαι κοντά σε αυτό τον ήχο.  Συμμετείχα και στο CD “Μουσικές Μνήμες των Καρδαμύλων”. Αυτό το έκανε ο Σύλλογος των Καρδαμύλων. Ο συνδετικός κρίκος ήταν ο Σταμάτης ο Πούπαλος, ο οποίος έχει παίξει και στην δισκογραφία μου, ο Μαρκέλος Πούπαλος, ο Μανώλης Στάθης και ο Μιχάλης ο Βούκουνας και τους οποίους είχα γκρουπ 7 χρόνια στην Αθήνα. Αργότερα εγκαταστάθηκαν στην Χίο. Έκαναν τις οικογένειες τους. Έχουν από 2-3 παιδιά ο καθένας. Τώρα παίζουν εκεί που αναπνέει μουσικά η Χίος. Στα πανηγύρια, στους γάμους, στα βαφτίσια και είναι και παρά πολύ χαρούμενοι και ευτυχισμένοι.
Χιώτικη ζωή! Πάντα έκανα συναυλίες στη Χίο, είτε θεματικές, είτε Θαλασσιναίικες και πάντα είναι ένας σταθμός για εμένα η Χίος όποτε ξεκινώ ένα concept, το πάω και στη Χίο να το ακούσουν. Ότι πήγα στην πρωτεύουσα και πρόκοψα!! Χα χα (γέλια)

Είστε ένας πολυτάλαντος συνθέτης, στιχουργός, ερμηνευτής και λειτουργείτε αποδίδοντας το ίδιο επιτυχημένα ένα pop τραγούδι, ένα έντεχνο, ένα λαϊκό, ένα παραδοσιακό, ένα νησιώτικο ακόμα και ένα νανούρισμα με βαλς ρυθμό! Πόσο δύσκολο είναι αυτό;
-Καθόλου δύσκολο. Έχω ακούσματα απ όλες αυτές τις μουσικές και ποτέ δεν κάθομαι να πω ότι αυτόν τον στίχο θα τον κάνω «έτσι». Τραγουδώντας τον στίχο, ό,τι μου βγει, αυτό θα βγάλω. Τώρα μπορεί να είναι ένα τραγούδι, που να είναι ευρωπαϊκό, μπορεί να μου βγει κλασσικό, να μου βγει ροκ, να μου βγει παραδοσιακό. Ποτέ δεν βάζω μέσα σε τετράγωνα και τίτλους τις μουσικές μου.
Δεν είναι λοιπόν δύσκολο. Καθόλου. Στην ουσία είμαι κιθαρωδός. Ακόμη και τα παραδοσιακά με την κιθάρα μου τα λέω.

Λένε ότι ένα τραγούδι είναι πετυχημένο όταν γράφεται από καρδιάς και εκφράζει κομμάτια της ψυχής του δημιουργού του. Οι στίχοι που γράφετε πόσο αυτοβιογραφικοί είναι;
-Ορισμένοι είναι αυτοβιογραφικοί, μερικοί είναι ανησυχίες δικές μου, κάποιοι άλλοι είναι πάθη, ανησυχίες και εμπειρίες φίλων μου είτε από αφηγήσεις, είτε γίνομαι εγώ ο ίδιος η φωνή κάποιων φίλων μου. Θέλω να πω ότι δεν είναι απαραίτητο ένας στιχουργός ακόμη κι ένας ποιητής, να γράφει πάντα για τον εαυτό του. Αφουγκράζεται και γράφει αυτό που νοιώθει εκείνη τη στιγμή είτε είναι δικό του πάθος είτε είναι κάποιου, τον οποίο τον αγαπάει και τον πονάει.

Ποιο κατά τη γνώμη σας είναι το συστατικό επιτυχίας ενός καλλιτέχνη;
-Το κυριότερο συστατικό ενός καλλιτέχνη, το οποίο φαίνεται και φαντάζει από την πρώτη στιγμή είναι η ειλικρίνεια και η αλήθεια, δηλαδή θα δώσω ένα πολύ απλό παράδειγμα, γιατί αυτό περικλείει πολύ μεγάλες έννοιες. Το να είσαι αληθινός, το καταλαβαίνει όλος ο κόσμος όταν τραγουδάς ή ακόμη και όταν ακούει το CD σου. Όταν είσαι κουρασμένος, πρέπει να τραγουδήσεις κουρασμένα. Δεν πρέπει να προσποιηθείς ότι είσαι ξεκούραστος. Δεν θα μπορέσεις. Όταν είσαι λυπημένος πρέπει να τραγουδήσεις λυπημένα. Η αλήθεια είναι αυτή που πάντα φαίνεται. Ο τραγουδιστής δεν πρέπει να είναι “υποκριτής” δηλ. δεν πρέπει να είναι ηθοποιία το τραγούδι του. Το τραγούδι είναι μια μεταφορά του λόγου και της μελωδίας, μια επικοινωνία, αυτού που έχει γράψει το λόγο ή τη μουσική, σε κάποιους άλλους.

Σε κάποια συνέντευξή σας, είχατε πει ότι είστε συναισθηματικά δεμένος με τους δίσκους «Αστρανάμματα» και «Καλαντάρι». Γιατί;
-Ο αγαπημένος μου συνεργάτης, φίλος, πατέρας και αδελφός, ήταν ο Ηλίας Κατσούλης. Όλα όσα έχω κάνει, τα μισά, τα χρωστάω σε αυτόν. Αυτός με έβαλε σε ένα δρόμο σκέψης με τους στίχους του. Με έβαλε στον ειλικρινή δρόμο των στίχων και στην αλήθεια της μουσικής και μάλιστα στο σοβαρό τραγούδι. Θα μπορούσα να έκανα στίχους επειδή μου άρεσαν αλλά δεν έβρισκα σοβαρό και καλό στίχο.
Ο Κατσούλης λοιπόν με μύησε στο να γράφω κι εγώ ο ίδιος σοβαρό στίχο. Αυτός είναι ένας από τους στιχουργούς που είχα στο «Καλαντάρι» αλλά και στα πιο πολλά τραγούδια από τα «Αστρανάμματα», γι αυτό τον λόγο θεωρώ ότι είναι από τα καλυτέρα μου και από τα πιο αγαπημένα μου.
Υπάρχει και άλλος ένας λόγος που τα «Αστραναμματα» ήταν ο αγαπημένος μου δίσκος. Αναφέρθηκα παραπάνω στα παιδιά, που σας είπα από τη Χίο. Με τον Σταμάτη τον Πούπαλο, τον Μιχάλη τον Βούκουνα και τον Μανώλη Στάθη, ήταν η πρώτη φορά που γράφαμε μαζί και ενορχήστρωνα εγώ τη δουλειά μου προσωπικά. Ήταν η δεύτερη δουλειά μου, και την κάναμε εξ’ ολοκλήρου μαζί στο στούντιο. Με ότι δυσκολίες περικλείει όλο αυτό. Ήταν η πρώτη φορά, που δεν έδωσα σε έναν ενορχηστρωτή τη δουλειά, να μας τη «στρώσει».

Έχετε γράψει περί τα 500 τραγούδια και συμμετείχατε περί τις 800 συναυλίες. Αυτά είναι εντυπωσιακά νούμερα για έναν καλλιτέχνη και αποδεικνύουν την διαρκή και λαμπρή πορεία σας στον χρόνο σε έναν χώρο όχι ιδιαίτερα εύκολο. Παράλληλα όλα αυτά δείχνουν και μια τεράστια αποδοχή από τον κόσμο. Τι εξήγηση δίνετε ως προς αυτό;
-Τα τραγούδια είναι 400 κάτι… . Είναι 30 χρόνια, από το 1987 που γράφω τραγούδια, τα δισκογραφώ και μάλιστα θα έλεγα ότι δεν ήμουν και τόσο τακτικός στην παρουσία μου κάθε χρόνο, στο να κάνω CD και δίσκους. Απλά, το νούμερο αυτό το αυξάνουν τα τραγούδια που μου ζητούσαν φίλοι και τους έδινα για τα δικά τους CD. Τραγούδια έχω πάρα πολλά. Θα έλεγα αμέτρητα αυτή τη στιγμή. Μόνο που είναι παρά πολύ δύσκολο πια να τα δισκογραφήσεις και να τα βγάλεις στο εμπόριο.
Τραγούδια υπάρχουν. Τα ακυκλοφόρητα, τα πιο πολλά τα παίζουμε ζωντανά αντί να τα κάνουμε CD. Γιατί τα CDs είναι πια μια πονεμένη ιστορία. Ούτε βινύλιο, ούτε CD τα κάνουμε. Προσπαθούμε να γράφουμε τα τραγούδια. Βγάζουμε και μερικά CDs για αυτούς που τα αγοράζουν ακόμα.

Κάθε προσωπικός σας δίσκος και κάθε φιλική συμμετοχή σας σε άλμπουμ άλλων καλλιτεχνών, εξελίσσονται σε μικρά διαμαντάκια που ακούγοντάς τα κάποιος, μπαίνει ασυνείδητα στη διαδικασία να κάνει συνειρμούς και νοερά ταξίδια. Αυτό δείχνει ότι κατέχετε ένα ιδιαίτερο επικοινωνιακό χάρισμα. Παίζει ρόλο η στάση ζωής σας και η απλότητά σας στην αμφίδρομη σχέση που έχετε με το κοινό σας;
-Υπερβάλετε για τα διαμαντάκια. Δεν έχω πει μόνο διαμαντάκια. Έχω πει και βλακείες. Ο περισσότερες συμμετοχές μου, θα ήθελα να σας διευκρινίσω, ότι είναι καρπός και απόρροια καλών σχέσεων με φίλους, οι οποίοι κάνουν ένα δίσκο και θέλω να τους βοηθήσω.
Πιστεύω στην ειλικρινή σχέση του καλλιτέχνη με το κοινό. Κάτι που θα πεις, πρέπει να το πεις με ειλικρίνεια, έτσι όπως είναι, για να το επικοινωνήσεις στον κόσμο. Είτε είναι κάτι το οποίο είναι στενάχωρο, είτε χαρούμενο, είτε εύκολο, είτε δύσκολο πρέπει να το πεις με την δική σου φωνή, να μην προσποιηθείς κάτι άλλο και νομίζω ότι η αμεσότητα αποκτάται μόνο με την ειλικρίνεια, δηλαδή το να βλέπεις τον κόσμο στα μάτια, να του μιλάς. Να τραγουδάς και να τους βλέπεις στα μάτια. Μόνο αυτό είναι το αλισβερίσι που λέμε, η αμφίδρομη σχέση.

Ποιος είναι σήμερα, μετά από όλη αυτή την μουσική διαδρομή και την επιτυχημένη καριέρα, ο άνθρωπος Παντελής Θαλασσινός;
-Καταρχήν να πω, ότι νοιώθω παρά πολύ καλά. Θα ήμουν αχάριστος αν έλεγα ότι δεν νοιώθω καλά ύστερα από την αναγνώριση, έστω κάποιων τραγουδιών μου τα οποία έγιναν γνωστά. Νοιώθω υπέροχα. Νοιώθω καλά, όταν μου μιλάνε στον δρόμο οι άνθρωποι. Νοιώθω πολύ καλά, όταν συναντάω παιδιά και μου λένε «εγώ έχω μεγαλώσει με τα τραγούδια σου» ή «άρχισα να ακούω ελληνική μουσική από τα δικά σου τραγούδια». Υπάρχουν κάποια πράγματα που με κάνουν να νοιώθω καλά και  αισθάνομαι και χρηστός (με ήτα) στην κοινωνία.

Τι μηνύματα προσπαθείτε να περάσετε μέσα από την μουσική σας στους νεώτερους;
-Κανένα μήνυμα. Σας είπα ότι εκφράζω τα δικά μου συναισθήματα. Δεν είναι διδασκαλίες. Αυτό που κάνω είναι μια εξωτερίκευση των συναισθημάτων μου, μέσα από την μουσική και τα τραγούδια μου. Η επικοινωνία φέρνει κοντά τον κόσμο στο να τα καταλάβει, να τα αγαπήσει και γιατί όχι να τα τραγουδήσει και να συμμετέχει σε αυτό.

Τι πιστεύετε ότι είναι πιο επικίνδυνο να γράφει κάποιος μουσική, με τη λογική ή με το συναίσθημα;
-Πάντα το συναίσθημα είναι πάνω απ όλα. Σε αυτούς που στοχεύουν σε κάτι, που σκέφτονται υστερόβουλα, σίγουρα παίζει ρόλο η λογική, η στόχευση και η οργάνωση, αλλά νομίζω ότι η αλήθεια για να επικρατήσει (την λέξη αλήθεια την έχω χρησιμοποιήσει πάρα πολλές φορές στις απαντήσεις μου, όπως είδατε) πρέπει να λειτουργήσει πρώτα το συναίσθημα.

Υπάρχει κάτι που θα θέλατε να κάνετε και που δεν το έχετε κάνει ακόμα;
-Υπάρχουν πολλά πράγματα τα οποία δεν προλαβαίνουμε να κάνουμε στην ζωή μας. Υπάρχουν χιλιάδες πράγματα που περνάνε από το μυαλό μας. Πράγματα που μας αρέσουν και που θα θέλαμε να τα είχαμε κάνει, αλλά η ζωή είναι μικρή. Όσο μεγαλώνουμε, μας φαίνεται και μεγάλη γιατί δεν έχεις πια την όρεξη να τα υλοποιήσεις. Σου φαίνονται πολλά πράγματα μάταια..

Έχετε την άποψη, ότι ευνοούνται οι συνθήκες για τη δημιουργία ποιοτικής μουσικής στους χαλεπούς καιρούς που εξακολουθητικά διανύουμε, με τόσες αλλαγές κοινωνικών δομών και με τόσες σοβαρές οικονομικές ανακατατάξεις που έχουμε υποστεί;
Εγώ νοιώθω ότι όταν δημιουργεί κάποιος δεν σκέφτεται ούτε την κρίση ούτε τους χαλεπούς καιρούς που περνάμε. Δημιουργείς από την ανάγκη σου να δημιουργήσεις, όπως ένα δέντρο που θα κάνει τον καρπό του. Από εκεί και πέρα, η κρίση μπορεί να είναι “ακροατική”, δηλαδή μπορεί να είναι κρίση των ακροατών, κρίση των αναγνωστών, κρίση δεκτών από αυτό που κάνεις. Η δημιουργία δεν θα σταματήσει από ανθρώπους που κάνουν σοβαρά πράγματα. Δεν θα σταματήσει ποτέ. Κάνοντας τα για τον εαυτό τους, υπάρχει δημιουργία. Ακόμα κι όταν δεν υπάρχει παρά πολύ μεγάλη δημιουργία σε όγκο, οφείλεται στο ότι δεν υπάρχει βοήθεια. Δεν υπάρχουν αρωγοί στο να γίνουν πράγματα. Ουσιαστικά πλέον δεν υπάρχει οικονομική βοήθεια από κανέναν και οι ίδιοι οι καλλιτέχνες κάνουν μόνοι τους αυτά τα πράγματα που μπορούν. Πολλές φορές βγαίνουν και χρεωμένοι.

Θεωρείτε ότι υπάρχουν νέοι δημιουργοί που θα αντικαταστήσουν επάξια τους σημερινούς;
-Σε αυτό το θέμα είμαι κάθετος. Πάντα οι επόμενοι θα κληρονομούν τους προηγούμενους και οι προηγούμενοι θα κληροδοτούν όλα όσα έχουν κάνει στους επόμενους. Είναι μια φυσική συνέχεια. Έτσι είναι η ζωή. Πρέπει κάποια στιγμή να κάνεις στην άκρη και να αφουγκραστείς τα καινούρια πράγματα που έρχονται. Διότι εσύ δεν έχεις πια την φρεσκάδα να κάνεις αυτά που έχουν την όρεξη να κάνουν οι νεώτεροι.

Τι συμβουλή θα δίνατε στα νέα παιδιά που θέλουν να ασχοληθούν με το ελληνικό τραγούδι και την μουσική;
-Πρώτα απ’ όλα να αγαπήσουν το ελληνικό τραγούδι. Όταν λέμε ελληνικό τραγούδι ή όταν λέμε λαϊκό τραγούδι, υπάρχει ρίζα από πολύ παλιά. Το λαϊκό τραγούδι καταρχάς προέρχεται από το παραδοσιακό. Εκεί επάνω πάτησαν τα λαϊκά και τα ρεμπέτικα και σήμερα έχουμε και τα σύγχρονα τραγούδια, τα έντεχνα αν θέλεις, τα οποία και αυτά ακουμπάνε πάνω στο παλιό λαϊκό και στην παράδοση. Μιλάμε πάντα για το ελληνικό τραγούδι το στίχο και τη δημοτική ποίηση. Δεν είναι κακό να πατάνε και πάνω στην κλασσική μουσική ή στις ξένες μουσικές ή στην ξένη παράδοση. Γιατί όχι; Είναι κι αυτές αλήθειες. Είναι κι αυτά αληθινά πράγματα. Όμως τα νέα παιδιά πρέπει πρωτίστως να αγαπήσουν την μουσική και από κει και πέρα να κάνουν τα δικά τους πράγματα. Η μουσική θέλει αγάπη. Δεν είναι κάτι το οποίο βάλαμε έναν τίτλο ή το κάναμε επάγγελμα και τραγουδάμε καλά. Το να τραγουδάς σωστά, ή να εκτελείς ένα όργανο σωστά, δεν είναι μουσική. Ούτε ο γρήγορος οργανοπαίκτης είναι μουσική. Είναι για το τσίρκο. Άλλο το σωστός και άλλο το καλός. Το “καλός” μπορεί να κρύβει συγκίνηση, το “σωστός” μπορεί και όχι..

Ποιο είναι το μότο σας;
-Απλότητα, ειλικρίνεια, αμεσότητα. Να μη νοιώθεις ξεχωριστός από αυτόν που έρχεται να σε ακούσει γιατί χωρίς αυτόν δεν υπάρχεις. Βλέπεις; Ούτε καμαρίνι δεν έχω. Όχι στη δημιουργία “μύθου” και απόστασης, απ’ το κοινό σου…

Θα θέλατε μελλοντικά να επιστρέψετε και να εγκατασταθείτε μόνιμα στην πατρίδα σας τη Χίο;
-Αναρωτιέμαι αν μπορώ να ζήσω στη Χίο. Δεν ξέρω όμως. Δε λέω ποτέ όχι γιατί καμιά φορά η καρδιά, ξέρεις, παίζει τρομερά παιχνίδια…

Ευχαριστώ πολύ.

 

 

ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ: Βίκη Κουτρή ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ-ΜΕΓΑΛΩΣΑ: Γεννήθηκα στην Αθήνα, μεγάλωσα στον Πειραιά έχοντας καταγωγή από την μυροβόλο Χίο «ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ» : Γραφικές τέχνες και Κοινωνικές Επιστήμες, εκεί όπου η τέχνη και η γνώση συναντούν  τα κοινά σημεία τους  ΤΥΧΕΡΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ: Φωτογραφία (Σχολή ΑΚΤΟ) εκεί άρχισε το όνειρο να παίρνει σάρκα και οστά. ΧΟΜΠΙ: Κινηματογράφος, Θέατρο , Φωτογραφία, Ποίηση-Λογοτεχνία, Ζωγραφική, Μουσική. Μ’ ΑΡΕΣΕΙ: Να δημιουργώ. Να γράφω οτιδήποτε πέφτει στην αντίληψή μου και να του δίνω σάρκα και οστά. Οι μορφές πάνω στα αντικείμενα. ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΩ: Το χάσιμο χρόνου ΕΜΜΟΝΗ: Το νησί μου. ΘΥΜΑΜΑΙ: Τα ηλιοβασιλέματα που αντικατοπτρίζονται στην θάλασσα της πατρίδας μου ΝΟΣΤΑΛΓΩ: Τους αληθινούς ανθρώπους ΛΑΤΡΕΥΩ: Τις αλήθειες κι ας είναι και πικρές ΦΟΒΑΜΑΙ: Τον θάνατο ΤΡΕΜΩ: Τους απόλυτους ανθρώπους ΕΛΠΙΖΩ: Στα πάντα… ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΙ: Όταν χάνομαι… ΑΝΑΖΗΤΩ: Αληθινά χαμόγελα ΔΥΣΚΟΛΕΥΟΜΑΙ: Να ψάχνω αυτά που υπάρχουν πίσω από τα λόγια ΑΚΡΟΒΑΤΩ: Στις γωνίες του μυαλού μου. ΠΡΟΣΠΑΘΩ: να σέβομαι κάθε μορφή ύπαρξης σε αυτόν τον πλανήτη. ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΠΟΥ ΑΠΟ ΠΑΙΔΙ ΜΕ ΑΓΓΙΖΕΙ: Το ένα τα άλογο θα είναι άσπρο… ΜΕ ΣΥΓΚΙΝΕΙ: Όταν βλέπω ταινίες με unhappy end ΑΚΟΜΑ: Βλέπω τις παιδικές μου φίλες… ΔΥΟ ΣΤΙΧΟΙ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΙ: «Μεταξύ πόθου και σπασμού… Μεταξύ δύναμης και ύπαρξης… Μεταξύ… Κάπου Τρίτης και Τετάρτης.. πρέπει να παράπεσε η αληθινή σου μέρα!!!! Οδυσσέας Ελύτης και «Να είσαι όπως η θάλασσα: Διάφανος στην επιφάνεια, βαθύς στην ψυχή.» L. Bertone

[email protected]