«Κακά θηλυκά, κι Ανάποδα, οι Γυναίκες»
μια χειρονομία πάνω στην ποίηση του Γιώργου Βέλτσου

 

Συνέντευξη-Παρουσίαση: Βίκη Κουτρή

Η γνωριμία μου με τον Γιώργο Βέλτσο, μετρά σχεδόν δύο δεκαετίες πίσω. Έλαβε χώρα στο θρυλικό κτήριο της Χρήστου Λαδά, στα γραφεία της εφημερίδας «ΤΑ ΝΕΑ», νέο-προσληφθείσα γραφίστρια εγώ τότε, όπου είχα την τιμή να συνεργαστώ μαζί του.
Την περασμένη Τρίτη, στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά, ξανασυναντήθηκαν οι δρόμοι μας μετά από πολλά χρόνια, όταν βρέθηκα στο φουαγέ του θεάτρου για να παρακολουθήσω το έργο «Κακά θηλυκά, και ανάποδα, οι γυναίκες», εμπνευσμένο
από την ποιητική του συλλογή «Απάντων Β´ [2006–2016]» και σκηνοθετημένο από την Ρούλα Πατεράκη.
Επηρεασμένη από τον τίτλο του, θεώρησα ότι θα παρακολουθήσω μία αφήγηση-παράσταση, με «επικριτική» διάθεση απέναντι στην γυναικεία υπόσταση, με περιγραφές από μπερδεμένους ψυχισμούς, όπου θα οδηγούσαν την φαντασία μου να εμπεδώσει αρνητικές αναφορές δρώμενων θήλεων,  οι οποίες στην περιγραφική ολότητά τους θα με παρέπεμπαν, εν τέλει, να αρκεστώ στον συγκεκριμένο τίτλο ως επιβεβαίωση.
Έκανα όμως λάθος στις αρχικές μου εκτιμήσεις αλλά και στις σκέψεις μου. Αυτό που είδα, ένοιωσα, αφουγκράστηκα, άκουσα και αντιλήφθηκα στο τέλος, αφού συγκεκριμενοποιήθηκε και ορίστηκε ως δεδομένο στα διαπραγματευόμενα εγκεφαλικά μου κύτταρα μέσω της αφήγησης που προσεκτικά παρακολούθησα, ήταν το εντελώς αντίθετο του τίτλου που κυοφορεί αυτό.
Μέσα από την εναλλαγή των παρουσιών και των απαγγελιών των ηθοποιών –αντρών και γυναικών-, μέσα από την διαφορετικότητα των μελωδιών, μέσα από τον λικνισμό των αέναων και «σιωπηλών» κινήσεων της χορογραφίας αλλά και τον φωτισμό ο οποίος ήταν άλλοτε διάχυτος, άλλοτε παλλόμενος και άλλοτε παντελώς απόντας, πήρα το μήνυμα ότι πίσω από το κείμενο, την αφήγηση και την νοηματολογία του, κρύβεται ένα άλλο κείμενο, μία άλλη αφήγηση και μία άλλη νοηματολογία. Ουσιαστικά δηλαδή, «ακροβατεί» σε μία άλλη παράλληλη διάσταση.  Αυτή η αντιφατικότητα, με έκανε συνειδητά να διαμορφώσω μία «εναλλακτική» αντίληψη-ως υποκειμενική πια δεύτερη ματιά- ότι τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται ή ακούγεται ή λέγεται μέχρι να το βιώσεις «αλλιώς» και ότι όλα μπορούν να αποτελέσουν δύο όψεις στο ίδιο νόμισμα. Όποιος γνωρίζει το ταπεραμέντο του Γιώργου Βέλτσου, μπορεί να αποκωδικοποιήσει και να αναγνωρίσει το ποιητικά θεατρικό δημιούργημά του. Το έργο απευθύνεται σε «δυνατούς» και «ψαγμένους» παίκτες, που μπορούν να αντιληφθούν την κρυμμένη ουσία, ξεκλειδώνοντας την από την αρχική εικόνα της και τοποθετώντας την υπό το καθεστώς ενός άλλου πρίσματος, καθαρά και φιλοσοφημένα, αποδομητικό.

Όταν ξεκινήσαμε την συνέντευξη, ζητήθηκε από τον κ. Βέλτσο να μπει ως εναρκτήριο κείμενο, μία σημαντική επιθυμία του, την οποία και μεταφέρω αυτούσια και αυτολεξεί:
Θεωρώ πια τις συνεντεύξεις σε ότι τουλάχιστον με αφορά, ένα παρωχημένο είδος επικοινωνίας, γιατί και ο ερωτών προσπαθεί να στυλιζάρει και να περιορίσει τον βαθύτερο πόθο του αν τον έχει, ή τον καημό του στο να με προσεγγίσει και εγώ οδηγούμαι σε φορμαλισμούς, προσπαθώντας  να συμπτύξω για επικοινωνιακούς και δημοσιογραφικούς λόγους πράγματα που δεν αναπτύσσονται, όπως φέρ’ ειπείν το ποίημα.
Άρα θεωρώ πως η κατεξοχήν συνέντευξη σε έναν αναγνώστη, αυτή  την μποτίλια στο πέλαγος, που είναι μια ποιητική συλλογή, εκεί κυριολεκτικά απαντώ με αυτοβιογραφικό τρόπο που δεν θα ήταν δυνατόν να το κάνω στα πλαίσια μιας δημοσιογραφικής συνέντευξης.
Παρόλα αυτά, εξαιτίας της παλιάς μας συνεργασίας στα ΝΕΑ από το 1994, απαντώ σε εσένα προσωπικά, μη γνωρίζοντας το
FermouArt, γιατί δεν έχω σχέση με τα social media. Είμαι βέβαιος όμως ότι αυτά που θα πούμε στην συνέχεια, αν μη τι άλλο, θα παρακινήσουν τους αναγνώστες να κάνουν αυτόν τον μικρό κόπο, να πάνε σε ένα βιβλιοπωλείο. Και δεν λέω να το κάνουν αυτό προκειμένου να αγοράσουν το βιβλίο μου, αλλά να πάνε σε ένα βιβλιοπωλείο. Αυτή είναι η έκκληση που κάνω προς τους νέους ανθρώπους που παρακολουθούν τα social media από την δική σου στήλη.

 

Κύριε Βέλτσο, στο θεατρικό έργο «Κακά θηλυκά, και ανάποδα, οι γυναίκες», παρουσιάζετε γυναικείες μορφές- «κραυγές», συνδυάζοντας τις, τεχνηέντως, με ρυθμική κινησιολογία, με αυτοσχέδιους ήχους, με μουσικές υποκρούσεις αλλά και με ελάχιστα αντικείμενα προς χρήση όπως ένα τσέλο και πολλά ροδοπέταλα. Η ενδυματολογία των ηθοποιών είναι επίσης λιτή. Παρόλο λοιπόν που δεν υπάρχουν σκηνικά ή άλλα ερεθίσματα για να διαμορφώσουν (ασυνείδητα) παραπλανητικές εικόνες στα μάτια των παρακολουθούντων, καταφέρνετε με την αφαιρετική αυτή «γυμνότητα», να καθοδηγήσετε τον θεατή σας, στο βασικό στόχο, ο οποίος στην προκείμενη περίπτωση είναι η γυναικεία υπόσταση  εμπλουτισμένη με όλες τις συνειδησιακές μορφές που ενδέχεται να την αποτελούν μέσα στο μυαλό ενός άντρα. Τι έχετε να μας πείτε ως προς αυτό;
Η σκηνοθέτης Ρούλα Πατεράκη με τη γυναικεία της ματιά, οδηγούμενη από λέξεις χαρακτηρισμένες, με μια συν-ενότητα λυρική, έφτιαξε αυτό το θέμα, το οποίο πολύ ωραία περιγράψατε. Αυτό που έκανε η Πατεράκη είναι ένα δικό της ποίημα παράλληλο των δικών μου ποιημάτων. Δεν είναι τα ποιήματά μου αυτά ακριβώς. Είναι τα ποιήματα της Πατεράκη. Πιστεύω ότι ανταποκρίνεται απόλυτα σε αυτό που έχω σκεφτεί και μάλιστα λέω ότι με υπερβαίνει.

Ξεκινήσατε το λογοτεχνικό σας έργο το 1993, μετά τον θάνατο της μητέρα σας. Θεωρείτε ότι η παρουσία αλλά και η απουσία της, λειτούργησαν καταλυτικά ως εναρκτήριες πηγές έμπνευσης για εσάς;
Σωστά. Πράγματι οι «ανησυχίες», από τα εφηβικά μου χρόνια στην γραφή, στην λογοτεχνία και στην ποίηση, ήταν χαρακτηρισμένα με τη λέξη «γεωλογικό». Είχαν «καταπλακωθεί» από μία πορεία πανεπιστημιακή που, και δεν άφηνε χρόνο και θεωρούσε ασύμβατη την λειτουργία του Πανεπιστημίου με την Τέχνη, κυρίως την εποχή εκείνη.
Μιλάμε για την μεταπολίτευση, όπου ως επιμελητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο (τότε Πάντειος Σχολή), είχα αντίπαλό  μου το ακαδημαικό κατεστημένο  (αν εξαιρέσεις δυο φωτεινές περιπτώσεις, τον Σάκη Καράγιωργα και τον Κώστα Σημίτη).  Άρα η εποχή εκείνων των πειραματισμών μου, μου κόστισε στην εξέλιξη, γιατί όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο μου το 1993: «ΤΟ ΕΡΓΟ ΑΝΕΒΑΖΕΤΑΙ Σ’ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΤΗΝ ΠΟΛΗ» από τις εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ, έγινα αντικείμενο χλευασμού και ειρωνείας από το καθηγητικό κατεστημένο της εποχής. Καταστάσεις που σήμερα φαίνονται λίγο αστείες γιατί πλέον έχουν αλλάξει πάρα πολλά πράγματα στο Πανεπιστήμιο.
Εκείνη την εποχή λοιπόν, συνέπεσε και ο θάνατος της μητέρας μου. Κατά κάποιο τρόπο, ανέσυρε αυτόν τον «καταπλακωμένο» ποιητή-καλλιτέχνη από τις λάσπες και από τα χώματα. Τον ανέσυρε σαν «διασώστης» -σαν αυτό που βλέπουμε στις καταστροφές- και κατάλαβα, ότι πρέπει να προχωρήσω. Άρχισε μία πορεία, θα έλεγα ξέφρενη, όπου κάθε χρόνο (όποιος δει τον κατάλογο με τα έργα του ίδιου του λεγόμενου), θα δει κι ένα λογοτεχνικό βιβλίο. Είτε ποίηση, είτε θέατρο, είτε όνειρα.  Άρχισε λοιπόν μία πορεία, οφείλω να πω, που εντάθηκε μετά την αποχώρηση μου από το Πανεπιστήμιο, ως ομότιμου καθηγητή. Τώρα άλλος είναι ο «κινητήρας». Δεν είναι ο θάνατος της μητέρας μου. Είναι ο ίδιος ο θάνατος.

Άλλη πηγή έμπνευσης, κατά τα λεγόμενά σας, αποτέλεσε και ο Γάλλος φιλόσοφος και θεμελιωτής της αποδομητικής ανάγνωσης, ο Ζακ Ντεριντά. Μιλήστε  μας για την επίδραση που κληρονομήσατε από αυτόν αλλά και για το «τυχόν» κληροδότημα που σας άφησε ως παρακαταθήκη, στα μετέπειτα συγγραφικά έργα σας.
Ο Ντεριντά εκτός από θεωρητικός, ήταν κι ένας μετρ της γραφής. Τα κείμενά του παρότι αναπτύσσουν μια θεωρία, είναι κείμενα άκρως λογοτεχνικά. Με τον άνθρωπο αυτό έμαθα να «ανοίγω» τα κείμενα.

Η Τήνος και η Μύκονος είναι τα δυο νησιά που στόλισαν τα παιδικά σας χρόνια και συχνά αναφέρεστε σε αυτά σε παρελθούσες συνεντεύξεις.  Ήταν κι αυτά έμπνευση για εσάς; Τι νοσταλγείτε πιο πολύ από εκείνα τα ανέμελα χρόνια της αθωότητας σας  και γιατί;
Η καταγωγή μου είναι από τη Μύκονο, τόσο η μητέρα μου όσο και ο πατέρας μου, είχαν γεννηθεί εκεί. Το πατρικό μας σπίτι είναι για μένα πηγή έμπνευσης, γιατί είναι κυριολεκτικά «στοιχειωμένο» από ανθρώπους που πέρασαν από εκεί και δεν υπάρχουν πια. Η βουνοσειρά της Τήνου, απέναντι ακριβώς από τα παράθυρα του σπιτιού μου, ήταν για εμένα ο «άλλος κόσμος», όπου άρχισα να τον ανακαλύπτω μεγαλώνοντας. Κι έτσι αυτά τα δύο νησιά με την τόσο διαφορετική κατάληξη, πάνε μαζί.

Παραθέτω κάποιους στίχους που ξεχώρισα:
ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ ΤΩΡΑ, ΣΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ.
ΤΟ ΕΡΥΘΗΜΑ ΧΛΩΜΟ ΣΤΑ ΜΑΓΟΥΛΑ ΤΗΣ.
ΜΕ ΑΛΛΟ ΤΡΟΠΟ ΕΦΤΑΣΕ ΩΣ ΕΠΑΝΩ.
Κυνηγημένη από ανόργανη αθανασία
παρείσακτη στη φόδρα ενός αγγέλου
σε ομηρία τροχιάς του Κρόνου
στου Ντύρερ την λεπτότατη γραφίδα
χαλκογραφία βλοσυρού ιππότη.
Διέκρινα στον ποιητικό σας λόγο, τον έρωτα και τον θάνατο να «αγκαλιάζονται» σφιχτά. Ποιό από τα δύο, σας φόβισε πιο πολύ στην ζωή σας έτσι ώστε να αποτελέσουν συνειρμούς και να αποτυπωθούν στο χαρτί;
Με φόβισαν και τα δύο. Ο έρωτας και ο θάνατος πάνε μαζί. Το ποίημα αυτό αναφέρεται στον μεσαιωνικό μύθο του ιππότη και της κόρης, που ιππότης στην χαλκογραφία του Ντύρερ όπως αποδίδεται, είναι ένας σκελετός ντυμένος με πανοπλία. Είναι δηλαδή ο θάνατος που αρπάζει την κόρη. Γι αυτό και η Πατεράκη επενδύει το ποίημα αυτό, με το αντίστοιχο κομμάτι του Σούμπερτ που έχει τον ίδιο τίτλο. Ως προς τη διαφοροποίηση τη δική μου, είναι ότι αυτή η συνάντηση του ιππότη και της κόρης, γίνεται τελικά στη Σελήνη, που είναι ένας τρίτος όρος, συνδετικός, στη σχέση ιππότη-κόρης ή θανάτου-έρωτα και τον θάνατο τον τρέλανε η Σελήνη. Είναι πλέον η κόρη που ταυτίζεται με την Σελήνη και «σεληνιάζει» τον θάνατο. Τον θάνατο τον τρέλανε η κόρη και παρά το γεγονός πως την κόρη την άρπαξε ο ιππότης, συνεχίζει να ζει αλλού, στη Σελήνη. Αυτό είναι το νόημα του ποιήματος. Δεν νομίζω πως έχει μεγάλη σημασία. Τα ποιήματα λειτουργούν περισσότερο σαν εικόνες ακουστικές παρά σαν νοήματα.

Το βιογραφικό σας είναι ιδιαίτερα αξιόλογο και δείχνει ότι είστε ένας «δάσκαλος» της εποχή μας, με ιδιαίτερη και αυθεντική εμπειρία γνώσης προς μετάδοση, στους επόμενους «συνεχιστές» σας. Τι μήνυμα θα θέλατε να μεταφέρετε σήμερα στη νεολαία, η οποία βιώνει μία εποχή νέων κοινωνικών δομών -ίσως και μεταλλαγμένων- σε σχέση με τα κοινωνικά δεδομένα που επικρατούσαν στις προηγούμενες από αυτούς γενιές;
Πράγματι η νέα γενιά και κυρίως τα παιδιά που μεγάλωσαν με το internet, με τα παιχνίδια ή τα εξίσου παιγνιώδη social media, είναι μία γενιά αποστασιοποιημένη από τον τρόπο μάθησης-μετάδοσης της γνώσης που γνώρισα εγώ.
Από αυτήν την άποψη βρίσκομαι σε μιαν άλλη εποχή και προσπαθώ να παρακολουθήσω την εποχή των νέων χωρίς ωστόσο να πιστεύω, ότι ο δρόμος αυτής της νέας εποχής μπορεί να οδηγήσει όχι τόσο σε γνώσεις ή πληροφορίες όσο σε ευαισθησίες και κυρίως στην τέχνη που με ενδιαφέρει όλο και περισσότερο. Γιατί όπως έλεγε ο Καβάφης και μέσα στην τέχνη πάλι ξεκουράζομαι.
Πιστεύω ότι οι νέες μορφές τέχνης, τα γκράφιτι ή οι παραστάσεις που βλέπουμε στα φεστιβάλ και τα λοιπά, χωρίς να θέλω να τα χαρακτηρίσω καλά ή κακά, είναι μια εξέλιξη των πραγμάτων. Πιστεύω και παραμένω σε μία τέχνη που μπορεί να είναι πάρα πολύ σύγχρονη, όπως είναι φέρ’ ειπείν  η μουσική του Τζον Κέιτζ, η μουσική του Μπέριο, η μουσική του Φιλίπ Γκλάς, που στηρίζεται στους παλιούς δασκάλους, στις καντάτες του Μπάχ.
Αρκεί λοιπόν να υπάρχει αυτή η σχέση αναζωογόνησης του παλαιού στο καινούριο και τότε πράγματι οδεύουμε σε μία σημαντική κατάθεση των καλλιτεχνών. Φοβάμαι όμως ότι τις περισσότερες φορές, οι άνθρωποι που κάνουν τέχνη στην Ελλάδα, εκτός από λίγες εξαιρέσεις, δουλεύουν περισσότερο με το ένστικτό τους και με τα σημεία που εκπέμπει η εποχή. Όχι ότι το ένστικτο αυτό δεν είναι σημαντικό, δεν μπορεί να υπάρξει τέχνη χωρίς ένστικτο, αλλά είμαι της γνώμης ότι χρειάζεται περισσότερο διάβασμα, περισσότερο άκουσμα και αυτό στην Ελλάδα το συναντώ σε περιπτώσεις παραγνωρισμένων καλλιτεχνών στην μουσική. Αναφέρομαι για παράδειγμα στον Κορνήλιο Σελαμπσί, ως μουσικό που υπηρετεί αυτήν την σύγχρονη μουσική αλλά κατέχει βαθιές γνώσεις του παρελθόντος.
Επίσης αναφέρομαι στο μεγάλο ζήτημα που με απασχολεί. Του θεάτρου και τις γραφές, όπως είναι του Δημήτρη Δημητριάδη που κουβαλάνε πίσω τους όλη την αρχαία γραμματεία και την ανατρέπουν σε σκηνοθετικές καταθέσεις. Όπως είναι του Μιχάλη Μαρμαρινού, που τελευταία με εξέπληξε με την παράσταση «Υο-κι-χι / 楊貴妃 – Το τραγούδι της αιώνιας θλίψης», που σέβεται και που κρατάει μέσα του όλη την μεγάλη παράδοση του θεάτρου 800 τόσων ετών και την φέρνει στα καθ’ ημάς όπως είδα και χάρηκα πριν μερικούς μήνες στο ίδρυμα Νιάρχος.

Η συναναστροφή με φοιτητές, σας κάνει να νοιώθετε ακόμα την αίσθηση  ότι βρίσκεστε στο φυσικό σας περιβάλλον ή κατά την γνώμη σας κάτι έχει αλλάξει ανεπιστρεπτί, σε αυτό το- καθ’ όλα- αλληλοεπιδρώμενο περιβάλλον;
Μετά από την αποχώρησή μου από το Πάντειο Πανεπιστήμιο, εδώ και τέσσερα-πέντε χρόνια ως ομότιμος καθηγητής, έχω χάσει μια πηγή ζωής, που είναι το αμφιθέατρο αλλά την έχω αντικαταστήσει με μια άλλη πηγή ζωής που είναι το θέατρο.

Ας κλείσουμε με μία φράση:
Εκεί που το «αυτό» ήταν, πρέπει το «εγώ» να πάει.
«Αυτό» δεν είναι τίποτα περισσότερο από αυτό που έχουμε όλοι μέσα μας. Γι’ αυτό καλύτερα να μην το διευκρινίσουμε και να το ονομάσουμε «αυτό». «Αυτό» το λεγόμενο ĕs στα λατινικά, είναι η αρχή και το τέλος της φροϋδικής θεωρίας. Η φράση αυτή του Φρόυντ είναι η ευχή που δίνει ο πατέρας της Ψυχανάλυσης προς όλους και προς τον εαυτό του. Να αφήσει δηλαδή για λίγο ή και για πάντα τον ορθό λόγο και να βυθιστεί στην «τρέλα» του ĕs, του «αυτό», που είναι και η δεξαμενή που τροφοδοτεί το «εγώ».
Και επειδή αναφερθήκαμε παραπάνω στον Ζακ Ντεριντά, να θυμίσω μία αντίστοιχη φράση η οποία λέει: «μία τρέλα πρέπει να ξαγρυπνά πάνω από τη σκέψη».

Ευχαριστώ πολύ

 

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
Ταμείο Θεάτρου | 210 4143 310
Φουαγιέ Α’
«Κακά θηλυκά, κι Ανάποδα, οι Γυναίκες»
μια  χειρονομία πάνω στην ποίηση του Γιώργου Βέλτσου

Κάθε Δευτέρα και Τρίτη έως τέλος Ιανουαρίου
Διάρκεια 80’
Τιμές Εισιτηρίων: 15, 10 ευρώ  και 5 ευρώ για ανέργους και ΑΜΕΑ

Σύλληψη- Δραματουργία- Σκηνοθεσία: Ρούλα Πατεράκη.
Σκηνικό- Κοστούμια : Σπύρος Γκέκας, Μουσική – Φωνή: Ναλύσσα Γκρήν., Video: Μιχάλης Πογοσιάν, Βοηθοί Σκηνοθέτη: Τασία Σοφιανίδου – Δανάη Παπουτσή
Χειρισμός
 Ήχου: Μάνος Παπαδούλης
Παίζουν με αλφαβητική σειρά:

Βάρελης Σπύρος, Θετεκούς Μαρίνα, Καρυώτης Νίκος, Κουρμούλη Ευανθία, Μαυράκης Νίκος, Οικονόμου Ιρένα, Παπουτσή Δανάη, Πολάκης Δημήτρης, Ρήγου Μυρτώ, Σοφιανίδου Τασία, Στυλιανέση Δώρα, Σωφρονιάδου Εύρη, Τσούκαλη Κωνσταντίνα, Χρηστογιαννοπούλου Δήμητρα
Χορεύει η Ρεγγίνα Λαγαρού.

Φωτό: Βίκη Κουτρή (Εκτός κεντρικής)