Σκηνοθεσία: Μαρία Αιγινίτου
Παίζουν οι ηθοποιοί: Νίκος Καρδώνης, Στάθης Κόικας, Ειρήνη Ιωάννου

 

Παρουσίαση: Βίκη Κουτρή

Τα φώτα έσβησαν. Η Νίνα το μέντιουμ κι ενώ έξω χιόνιζε, ξεκίνησε με την εκστατική φωνή της να προσκαλεί στη σκηνή, έναν προς έναν, εκείνους τους νεαρούς στρατιώτες που «έφυγαν» από την ζωή πριν ακόμα ολοκληρώσουν τα μελλοντικά νεανικά όνειρά τους.
Ήταν όλοι εντεταλμένοι από τις πατρίδες τους να υπηρετήσουν στην ξένη -για αυτούς- πόλη της Θεσσαλονίκης, κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και εν έτει 1914, όταν αυτή (η πόλη) μετατράπηκε σε διαμετακομιστικό κέντρο στρατευμάτων και εφοδίων και γέμισε με χιλιάδες ξένους στρατιώτες.
Η μεταφυσική πρόσκληση της Νίνας πέτυχε και οι ψυχές τους από το υπερπέραν άρχισαν να επανέρχονται, να αποκτούν υπόσταση, πρόσωπο, φωνή και κίνηση. Οι μορφές τους, όταν ολοκληρώθηκαν στα μάτια μας, άρχισαν να ξεδιπλώνουν τις «μικρές» ιστορίες τους.

Ο Richard Johnson, ο βρετανός στρατιώτης, δήλωσε ότι δεν του πρόσφερε τίποτα ο πόλεμος για να θυμάται και να είναι περήφανος. Αναλογίζεται που είναι η ομορφιά της ζωής που του περιέγραφαν οι γονείς του, ενώ ο ίδιος την μόνη μάχη που έδωσε ήταν με τα δικά του σκοτάδια, μέσα στην ασκητική-στρατιωτική σκηνή του. «Το βλέμμα του ανθρώπου είναι μαρτυριάρικο» είπε…
Ο John Smith, ο άλλος βρετανός στρατιώτης δήλωσε ότι η πιο ηρωική στιγμή του, ήταν εκείνη η (κακό)μαγειρεμένη βραστή γίδα, που κατάφερε να φάει χωρίς να ακούσει ούτε μία σφαίρα να σφυρίζει γύρω του. «Ακούω τον θάνατο» είπε…
Ο Achille Bretton , ο Γάλλος ταχυδρόμος που υπηρέτησε επτά μήνες τότε στην Θεσσαλονίκη, περιέγραφε την μάστιγα της ελονοσίας, με το αίμα να γεμίζει όχι μόνο το στομάχι των «κουνουπιών-ανωφελών» αλλά και ολόκληρη την πόλη. «Το ανωφελές» είπε, «ήταν ο πιο θανάσιμος εχθρός μας… Αυτή είναι η ειρωνεία του πολέμου. Να πολεμάς με το ανωφελές»…
Ο Pietro Lorreti, ο Ιταλός στρατιώτης, περιέγραψε τις λιγοστές διασκεδαστικές του νύχτες στα καπηλειά της Θεσσαλονίκης. Με ή χωρίς σαμπάνια και εν μέσω προσωρινής γυναικεία παρέας, έχοντας στο μυαλού του το πρόσωπο του κοριτσιού που άφησε πίσω στην πατρίδα του, εκείνο καθρεφτιζόταν στο πρόσωπο της Γερμανιδούλας που τυχαία γνώρισε. Αναρωτήθηκε «αν την είχα πλησιάσει εκείνο το βράδυ, ίσως κάτι να άλλαζε τη ζωή μου, τη ζωή της… Κάτι να άλλαζε στις ζωές μας»…
Ο Nikita Smirnof, θα θυμηθεί το κεφαλόπουλο που έφτιαχνε η μητέρα του στη Ρωσία και θα αφηγηθεί την ιστορία της κονσέρβας με το ανθρώπινο μάτι και ενώ αυτός είχε μέρες να φάει -πείνα και μεγάλες κακουχίες είχε ο πόλεμος- παρόλα αυτά, το έθαψε με τιμές και δόξες σαν ολόκληρο νεκρό σώμα και αναρωτιόταν ύστερα με παράπονο, αν αυτόν τον ίδιο κάποιος τον θυμάται…
Τέλος, ο Ινδός Bambalam, ήταν αυτός που μάζευε τα απορρίμματα των νεκρών βρετανών στρατιωτών, όπου έμαθε να τα «ακούει». Να «ακούει» τις ιστορίες τους. Να «ακούει» μέσα από αυτά και τις ιστορίες των ιδιοκτητών τους. «Ο άνθρωπος είπε είναι το απόρριμμα της εικόνας του, απλώς αλλάζουμε την συσκευασία μας, από ζωή σε ζωή»…

Όλα τα παραπάνω έλαβαν χώρα προχθές βράδυ Κυριακής, στο Θέατρο Επί Κολωνώ, στο έργο «Έξω χιονίζει» βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Σάκη Σερέφα. Είναι μία έξυπνα διασκευασμένη παράσταση την οποία απέδωσε και σκηνοθέτησε η Μαρία Αιγινίτου.
Tα εκτοπλάσματα έζησαν στο «χθες» (1914). Προσκλήθηκαν στο σήμερα, βγαίνοντας από τη σκοτεινή λήθη τους -μέσω του μέντιουμ Νίνας- μία νύχτα του 2015, στο αμφιθέατρο του Ράδιο Σίτυ της Θεσσαλονίκης. Οι παρουσίες τους, σκιώδεις και χλωμές, όταν μιλούσαν «έλιωναν» σιγά-σιγά στο χώρο, εξαγνισμένες ενώ έξω χιόνιζε σφοδρά.
Ξεδιπλώθηκαν όλοι μπροστά μας λοιπόν, πήραν σάρκα και οστά εξιστορώντας μας, μία προς μία, τις «ασήμαντες» ιστορίες τους. Μας μετέφεραν ατόφια τα συναισθήματα τους, ξεγύμνωσαν τα «θέλω» τους και μας έβαλαν στην διαδικασία να «ακούσουμε» τα χαμένα μυστικά και τους «ψίθυρους» της ψυχής τους, να τους συμμεριστούμε όχι σαν ήρωες που είχαν να μας εξιστορήσουν «σημεία και τέρατα» ενός μεγάλου πολέμου αλλά ως κοινοί θνητοί, οι οποίοι θέλησαν να μας καταθέσουν σχεδόν απλοϊκά τις ανθρώπινες και καθημερινές αδυναμίες τους. Τίποτα το σκληρό και αιμοσταγές δεν έκρυβαν -ως απόρροιες του πολέμου- στην μικρή διάρκεια της ζωή τους. Χρησιμοποιούν δε, λέξεις του τύπου Selfie, installation, high definition, i-phone,  smartphone κ.α. που δεν χαλούν με κανέναν τρόπο την εικόνα τους σε εμάς τους θεατές, απεναντίας τους κάνουν πιο ενημερωμένα οικείους, διαχρονικούς και συμμορφωμένους στο δικό μας κωδικοποιημένο «σήμερα». Επικαλούνται κατ’ αυτόν τον τρόπο και με σαφέστατο χιούμορ τις θύμισες, την νοσταλγία και εν τέλει το άδοξο τέλος τους.

Οι τρεις πρωταγωνιστές της παράστασης, και ο καθένας τους ξεχωριστά, απέδωσαν τους ρόλους τους με ρεαλιστική συνέπεια.
Ο ηθοποιός Νίκος Καρδώνης, με την εύστοχη ερμηνεία του, μας οδήγησε στην ωρίμανση της παράστασης προσφέροντας μας -εκ του ασφαλούς- με την εμπειρία του, ένα δυνατό φινάλε.
Ο Στάθης Κόϊκας, μας ζέστανε με το αφοπλιστικό του χαμόγελο, ενώ μας τραβούσε μαζί του όλο και πιο βαθιά και με το «γάντι να «βουτήξουμε» σε συναισθήματα και να νοιώσουμε την «κρυφή νεότητα» που εξέφραζε, προκαλώντας την εγγύτητα και την συμπάθεια μας για όλους τους χαρακτήρες των νέων ανδρών που μετουσίωνε.
Η Ειρήνη Ιωάννου, πρωτοεμφανιζόμενη στον θεατρικό χώρο, μας συνεπήρε με την άλλοτε κοφτερή, άλλοτε επιβλητική και άλλοτε μελωδική αυξομείωση της φωνής της. Και όχι μόνο. Με τον επιτηδευμένο αφηγηματικό τρόπο της, μας παρότρυνε να βιώσουμε μαζί της, όλες τις γυναικείες φωνές που οι νεκροί μας περιέγραφαν.
Η δε κινησιολογία και των τριών τους ήταν εντυπωσιακά συγχρονισμένη και μάλιστα με αυστηρή μαθηματική ακρίβεια.
Δυνατό σημείο του έργου, η περιγραφή της μεγάλης πυρκαγιάς τον Αύγουστο του 1917, από τον Ινδό στρατιώτη Bambalam, ο αντικατοπτρισμός της οποίας περιγράφηκε εξαιρετικά με εκφράσεις, ήχους, χρωματικές εναλλαγές φώτων αλλά και με τις έντονες κινήσεις των ηθοποιών.
(Να πω εδώ ότι ένας «αυθόρμητος συνειρμός» μου ήρθε παρακολουθώντας αυτή τη σκηνή γιατί μπήκα στην διαδικασίας να παραλληλίσω νοερά στο μυαλό μου την πληροφορία που είχα νωρίτερα, της άλλης πυρκαγιάς του νεοκλασικού που καιγόταν στην μεγάλη συγκέντρωση για το Σκοπιανό της Θεσσαλονίκης, η οποία ήταν ακόμα σε εξέλιξη την ώρα που παρακολουθούσα την παράσταση. Νοερά λοιπόν την «έζησα» και αυτήν. Άσχετα περιστατικά μεταξύ τους αλλά κατά κάποιο περίεργο τρόπο συσχετίστηκαν συνδυαστικά στην φαντασία μου).
Το σκηνικό είναι λιτό, με ένα μόνο μετακινούμενο έπιπλο να διαφοροποιείται επί σκηνής και ουσιαστικά να εναλλάσσει επιτυχημένα τον χρόνο, τον τόπο και τις οπτικές εικόνες.
Ο φωτισμός σωστός ανά πλάνο και η μουσική επένδυση να καλύπτει απόλυτα την διαφορετικότητα των ιστοριών. Τέλος τα κουστούμια είναι θαμπά, άχρωμα και εμφανώς εγκαταλελειμμένα με μελετημένο τρόπο για να διεκπεραιώνουν όπως θα έπρεπε, την μετάβαση των νεκρών αφηγητών στη ζωή. Ένα πακέτο τσιγάρα, ένα μαντήλι και μία κονσέρβα ήταν όλα κι όλα τα αντικείμενα που χρησιμοποιήθηκαν.
Στο τέλος με το «Κλείστε τα φώτα, έξω χιονίζει», όλοι οι χαρακτήρες εξαϋλώθηκαν, «έλιωσαν» μπροστά μας, σαν το χιόνι και επέστρεψαν στο σκοτεινό πουθενά τους. Όμως πρόλαβαν μέσα από τις αθώες αφηγήσεις τους και μέσα από την ασημαντότητά τους να μας κάνουν να αισθανθούμε ότι… ήταν όλοι τους «παιδιά» μας… Απλά δείτε το. Το έργο προκαλεί εικόνες και συνειρμούς.

 

Έξω χιονίζει του Σάκη Σερέφα
Σκηνοθεσία: Μαρία Αιγινίτου
Παίζουν οι ηθοποιοί: Νίκος Καρδώνης, Στάθης Κόικας, Ειρήνη Ιωάννου
Φωτογραφίες: Γιάννης Πρίφτης

Θέατρο Επί Κολωνώ Black Box
Ναυπλίου 12 & Λένορμαν 94,Κολωνός
Τηλ.: 2105138067