Θυμάμαι ένα σπίτι σ’ ένα ξέφωτο. Γύρω δέντρα πανύψηλα. Θα ‘ταν μάλλον Άνοιξη και εγώ πρώτη Δημοτικού. Μία τσάντα γεμάτη κόμικς: Ποπάυ, Τιραμόλα, Σεραφίνο… Καθόμασταν στη βεράντα με τον αδερφό μου και η μάνα μας παραπέρα με μια φίλη της να πίνουν καφέ και να τα λένε. Ήταν αρμένικη η βίζιτα αλλά με συντροφιά όλα αυτά τα κόμικς δεν βαριόμασταν. Μονάχα το Atari σκεφτόμασταν κάπου-κάπου που μας καρτερούσε μονάχο του στο σπίτι.

Έπιασα στα χέρια μου ένα Ποπάυ και ξεκίνησα να διαβάζω μια ιστορία όπου ο Μπρούτο γινόταν Μινώταυρος και ο Ποπάυ τον αντιμετώπιζε σαν άλλος Θησέας μέσα στο λαβύρινθο. Ίσως να είχε καπνίσει πολύ σπανάκι και να ‘χε παραισθήσεις… δεν θυμάμαι πως κύλησε η ιστορία. Η Όλιβ στο ρόλο της Αριάδνης με τον περίφημο μίτο της, ο Μπρούτο θα τις έφαγε άσχημα και ο Ποπάυ μαζί με την Όλιβ, ανεβαίνουν στον Τάλω και πάνε να εξοντώσουν την Μήδεια στο λιμάνι του Μεγάλου Μανιτού.

 Έφερα στη μνήμη μου τον Μινώταυρο από ένα εικονογραφημένο βιβλίο. Ένα μαλλιαρό, μυώδες, ανθρωποφάγο κτήνος με ρόπαλο. Ήταν για μένα από τα πιο τρομακτικά μυθολογικά τέρατα που είχα διαβάσει ως τότε.

Είχε αρχίσει να νυχτώνει. Ο φόβος που είχα για το σκοτάδι τότε ήταν μεγάλος και ανάμεσα απ’ τα δέντρα, που ξεκινούσαν σε απόσταση 20 μέτρων από το σπίτι, κυριαρχούσε το σκότος το αέναο. Τι να κρυβόταν εκεί μέσα; Στην καλύτερη περίπτωση μια αλεπού, ο λύκος, μια αρκούδα… λιχουδιές για ένα μυθολογικό θεριό!  Σκεφτόμουν πόση ώρα θέλαμε για να τρέξουμε ως το σπίτι και ν’ ασφαλίσουμε την πόρτα. Μα το κτήνος θα γκρέμιζε τους τοίχους με την ορμή του. Το φως! Γιατί δεν ανάβουμε το φως; Καλύτερα όμως στα σκοτεινά, θα μας βρει πιο δύσκολα.

Το φως ανοίγει. Μάταιες οι προειδοποιήσεις μου! Κουνούπια! Αιμοβόρα κουνούπια εμφανίστηκαν κατευθείαν από τη  Λέρνη και ξεκίνησαν να μας  ρουφούν το αίμα. Σκότωσα ένα απ’ αυτά με ένα γενναίο χαστούκι στο αριστερό μου χέρι. Είχε πιει αρκετό από το αίμα μου. Το σκούπισα με την παλάμη… Κι αν ο Μινώταυρος μπορεί να μυρίσει το ανθρώπινο αίμα;  Χαζομάρες. Πρέπει να πάψω να φοβάμαι  και τη σκιά μου.

Οι συλλογισμοί διακόπηκαν βίαια…  βρυχηθμοί, δέντρα έπεφταν και μέσα απ’ το σκοτάδι δυο μάτια κόκκινα που κοίταζαν εμένα μοναχά. Το αίμα, θα μύρισαν! Το αίμα! Είχα παγώσει. Γύρω μου κανείς. Όλοι είχαν εξαφανιστεί και ήμουν μονάχος… εγώ και το κτήνος που καθώς έβγαινε απ’ το δάσος έπαιρνε τη μορφή που έτρεμα. Κεφάλι δαιμονισμένου ταύρου, μεγάλα, σουβλερά κέρατα και πυκνούς βοστρύχους ως τον αφαλό. Δεν μπορούσα να κουνηθώ αλλά και τι νόημα θα είχε. Πώς να ξεφύγεις από τούτο το διάολο; Ερχόταν σε μένα. Ερχόταν για μένα. Κάθε βήμα των βρομερών ποδαριών του έκανε την καρδιά μου να χτυπάει όλο και πιο δυνατά. Την άκουγα. Ήλπιζα να με προδώσει πριν με καταβροχθίσει ο μούλος τη Πασιφάης. Και δεν είχα προλάβει καν να μεγαλώσω, να ζήσω. Δάκρυα κυλούσαν στα μάτια μου καθώς το μόνο που έβλεπα ήταν το μαλλιαρό τέρας, με τις φλέβες τεντωμένες στη μυώδη σάρκα του. Η ώρα ήρθε. Έκλεισα τα μάτια και περίμενα το άδοξο τέλος. Ήλπιζα να με ξεκάνει γρήγορα. Άραγε πόσο να κρατήσει το μαρτύριο; Ίσως να μη προλάβω καν να νιώσω τον πόνο. Θάνατε κάνε το ανίερο χρέος σου.

Τίποτα. Ούτε πόνος, ούτε θάνατος. Άνοιξα τα μάτια μου. Το θεριό στεκόταν μπρος μου και άναβε με σπίρτο ένα φιδάκι. Έκατσε καταγής. Τα μάτια του κατακόκκινα μα ίχνος κακίας μέσα τους. Μου Μίλησε:  «Το κουνούπι είναι δίπτερο έντομο της οικογένειας Culicidae με 3.500 περίπου είδη ανά τον κόσμο. Θεωρείται, ως ζώο, ο νούμερο ένα φονιάς ανθρώπων παγκοσμίως . Να τα προσέχετε τα κουνούπια. Τώρα ήρθε η ώρα να ξυπνήσεις. Έχει Παιχνίδια Χωρίς Σύνορα

Ξύπνησα μπροστά σε μία τηλεόραση στο εσωτερικό του σπιτιού: Ντενί, ατανσιό τρε και πάμε. Δεν θυμάμαι και δεν μπορώ καν να υποθέσω που βρισκόταν εκείνο το σπίτι στη μέση του δάσους . Κι ούτε που ρώτησα και ποτέ.

 

 

Εικόνες:

William Blake‘s image of the Minotaur to illustrate Inferno XII | public domain

Danteand Virgilmeet the Minotaur, illustration by Gustave Doré | public domain