Σκέψεις: Βίκη Κουτρή

Γνώρισα τα σκοτάδια σου και φοβήθηκα. Έτρεμα στην ιδέα ότι αυτά θα γίνουν γίγαντες-μορφές και θα με πνίξουν. Δεν θέλησα να ακολουθήσω τα μονοπάτια τους. Ήταν δυνατοί οι άνεμοι που μου προκαλούσες και με φυσούσαν μακριά. Αόρατες σιωπές ακολουθούσαν το κάθε κάλεσμά σου. Δεν είχες απαντήσεις. Δεν ήθελα ερωτήσεις.
Δεν μπόρεσα να ζήσω το βάθος της ουτοπίας σου. Ίσως να ήσουν απύθμενος, ίσως και όχι. Με μανία κυλούσαν οι θάλασσες στις φλέβες σου. Κι όλες οι λέξεις που μεθούσαν την απατηλή πραγματικότητα σου, ήταν φιγούρες μιας διπλής αλήθειας τοποθετημένης σε δύο σκέψεις που άργησαν πολύ για να συναντηθούν.
Δεν ήξερα να διαχειριστώ τις άκρες σου επειδή οι παράξενες σκιές που τις ακολουθούσαν, καλούσαν στο χάος το πέρασμά σου. Κρυβόσουν στις γωνίες των τετραγώνων του άστατου μυαλού σου κι εγώ πάσχιζα να βρω τον γνώμονα της κραταιάς ισορροπίας σου.
Αφού εγώ δεν είμαι εσύ κι εσύ δεν είσαι εγώ τότε δεν θα σε ψάξω. Αυτό το ξέρεις καλά. Γιατί με δικαιολογίες δεν ταξιδεύουν τα όνειρα στον ουρανό. Κι εκείνο το ολόγιομο φεγγάρι που μου έδειχνες κάθε φορά, απόψε το φοράει μισοφέγγαρο ο δικός μου ουρανός. Και το ταξιδεύει στη λήθη του μυαλού μου. Μην το κρατάς λοιπόν εκείνο το φεγγάρι γιατί ολοστρόγγυλο δεν γίνεται.
Απροσδόκητα, μοιάζεις όλο και περισσότερο με εκείνες τις μισές κλεμμένες ανάσες που έγιναν βαθιές ρωγμές. Αυτές τώρα αναζητάς εσύ στα παραμύθια σου. Σκαλώνουν οι λέξεις στις σκέψεις; Σκέψου… Δεν θα βρεις τις απαντήσεις των αναζητήσεων σου με τα παλιά σου μάτια. Σκέψου λοιπόν… Τις απαντήσεις σου θα τις βρεις μόνο με τα δάχτυλα.