Ο Ρομάν Πολάνσκι γεννήθηκε στο Παρίσι στις 18/8/1933. Οι γονείς του ήταν Πολωνοί Εβραίοι. Μετά την κατάληψη της χώρας από τους Γερμανούς η οικογένεια μετακομίζει στο γκέττο της Κρακοβίας.  Ο πατέρας του λίγο πριν συλληφθεί τον φυγαδεύει στην εξοχή σε μια οικογένεια χωρικών. Η μητέρα του πεθαίνει σε θάλαμο αερίων, ο πατέρας και η αδελφή του τον βρίσκουν μετά την απελευθέρωση.

Το Μωρό της Ρόζμαρι, αν και είναι η πρώτη ταινία του που βασίζεται σε βιβλίο, ταιριάζει απόλυτα στο προσωπικό κλίμα του σκηνοθέτη. Πάλι έχουμε το θέμα ενός ψυχικά διαταραγμένου προσώπου που ζει μόνο στο διαμέρισμά του, έρμαιο της νοσηρής του φαντασίας ή αντίθετα μια σατανικής συνομωσίας, τ’ οποίο προσπαθεί ν’ αντιμετωπίσει το κακό (την τρέλα ή το Σατανά).

Η Ρόζμαρι (Μία Φάροου) έχει παντρευτεί τον Γκάι (Τζον Κασσαβέτης), που πασχίζει να κάνει καριέρα (ηθοποιός). Μετακομίζουν μαζί στο νέο τους σπίτι, ένα  παλιό κτίριο στη Νέα Υόρκη. Παρόλο που το σπίτι έχει μια σκοτεινή ιστορία μαγείας και φόνων, εκείνοι αποφασίζουν να μείνουν εκεί. Σύντομα αρχίζουν να κάνουν παρέα με τους ηλικιωμένους γείτονες από το διπλανό διαμέρισμα, Μίνι (Ρουθ Γκόρντον) και Ροµάν (Σίντνεϊ Μπλάκµερ), οι οποίοι φέρονται υπερβολικά φιλικά στο ζευγάρι, κάτι που δυσαρεστεί τη Ρόζμαρι. Αντίθετα ο Γκάι τους επισκέπτεται όλο και πιο συχνά. Οσο περισσότερο ο Γκάι συναναστρέφεται το ηλικιωμένο ζευγάρι των γειτόνων, τόσο απομακρύνεται από την γυναίκα του αλλά κατακτά επαγγελματική επιτυχία.

Λίγο αργότερα η αφελής Ρόζμαρι μένει έγκυος και ξεκινά μια περίοδος που, ενώ θα έπρεπε να είναι ήρεμη κι ευτυχισμένη, αποδεικνύεται εφιαλτική καθώς υποψιάζεται ότι ο άντρας της και οι γείτονές τους έχουν μυηθεί στο σατανισμό. Η Ρόζμαρι θα βρεθεί φυλακισμένη των περιστάσεων, αλλά και της θηλυκής της φύσης για να καταλήξει να αμφισβητεί τα ίδια της τα λογικά – μέχρι τη στιγμή που ανακαλύπτει ότι η αλήθεια είναι πολύ πιο σκληρή.

Η Μία Φάροου μόλις είχε ξεκινήσει την καριέρα της και αποδείχθηκε ιδανική ερμηνεύτρια. Αντίθετα ο Πολάνσκι δεν έμεινε καθόλου ευχαριστημένος από τον Τζον Κασσαβέτη, τον χαρακτήρισε πολύ Actors Studio, ικανό να παίζει μόνο τον εαυτό του, ενώ για τον ρόλο του ήθελε τον Ρέντφορντ ή τον Γουόρεν Μπήτι.

Ο Πολάνσκι για να πετύχει την αμεσότητα του υποκειμενικού βλέματος της Ρόζμαρι πήρε φακούς μικρής εστίασης, που αποδίδουν το οπτικό της πεδίο. Η κάμερα δηλαδή ταυτίζεται με το βλέμμα της και προσπαθεί να δει, όπως βλέπει η Ρόζμαρι.

Έβαλε επίσης χρωματικές παραλλαγές που εντείνουν την προσοχή του θεατή για το αν είναι πραγματικά γεγονότα ή υποκειμενική οπτική.

Όπως και στις άλλες ταινίες του η μανία του σκηνοθέτη για την παραμικρή λεπτομέρεια καθυστέρησαν υπερβολικά τα γυρίσματα.

Το Μωρό της Ρόζμαρι γνώρισε σχεδόν την καθολική αναγνώριση από τους κριτικούς του κινηματογράφου, κέρδισε πολλές υποψηφιότητες και βραβεία και σήμερα θεωρείται μία από τις καλύτερες αμερικανικές ταινίες τρόμου που γυρίστηκαν ποτέ.

Το 2014, η ταινία επιλέχθηκε να διατηρηθεί στο Εθνικό Μητρώο Κινηματογράφου από τη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου, καθώς θεωρήθηκε “πολιτισμικά, ιστορικά και αισθητικά σημαντική”.