Αθήνα,  Μάρτιος 1991

 

Ο κύριος Δημοσθένης ξύπνησε στις έξι και πέντε, όπως κάθε μέρα. Κλείνει το ξυπνητήρι, κάνει το σταυρό του δοξάζοντας τον Κύριο που ξημέρωσε και σήμερα, βάζει τις παντόφλες του και πάει στην τουαλέτα. Πρώτα κατουράει, μετά πλένει τα μούτρα του. Δεν σκουπίζει το πρόσωπο του για να διατηρείται φρέσκος καθώς θα φτιάχνει τον καφέ του. Ελληνικός, μονός, σκέτος με δυόμιση φουσκάλες. Σασπένς. Το πρωινό του τέσσερις φρυγανιές με βούτυρο και μέλι. Το πεντακάθαρο τραπέζι της κουζίνας, ανίκανο να αυτοκτονήσει, βλαστημά τη μίζερη μοίρα του… Το πιάτο και το φλιτζάνι ξεκινούν να πλένονται κατά τη διάρκεια του μασήματος της τελευταίας μπουκιάς. Τώρα έχει σειρά το τάισμα του χρυσόψαρου. Μονάχο του και αυτό μες τη γυάλα, μόνος στη ζωή και ο κυρ Δημοσθένης. Μένει σε αυτό το διαμέρισμα απ’ όταν πέθανε η μακαρίτισσα. Μίζερη κι αφόρητη σαν το μοναχογιό της. Οι γείτονες πήγαν στην κηδεία της μόνο και μόνο για να σιγουρευτούν ότι πέθανε. «Δεν θα λιώσει το κουφάρι της» σιγοψιθύριζαν….

Η ίδια φθαρμένη πορνοταινία στο βίντεο, το ίδιο παραθαλάσσιο κωλογαμήσι, με άθλιο ήχο και σχεδόν ο ίδιος χρόνος μέχρι να τελειώσει πάνω στη λευκή χαρτοπετσέτα. Η προγραμματισμένη πρωινή μαλακία πραγματοποιήθηκε με τη συνήθη επιτυχία. Ακολουθεί πλύσιμο χεριών και βούρτσισμα δοντιών.  Μετά το πρόγραμμα έχει: ντύσιμο, χτένισμα φαλάκρας προς τα δεξιά, μπριγιαντίνη, τακτοποίηση χαρτοφύλακα, πορτοφόλι, κλειδιά και έξοδος.

Σε καμιά δεκάρα χρόνια θα απολαμβάνει ακόμα περισσότερο το σπιτικό του. Ίσως έφτιαχνε και το σπίτι στο χωριό για να περνάει τα Σαββατοκύριακα. Μεγάλες αποφάσεις. Εικοσιένα βήματα από την είσοδο της πολυκατοικίας είναι η στάση του λεωφορείου που παίρνει πέντε φορές την εβδομάδα τον κύριο Δημοσθένη για το κτήριο της Εφορίας όπου εργάζεται. Τέσσερις στις πέντε φορές βρίσκει θέση στο λεωφορείο από την αρχή της διαδρομής και μία στις πέντε μέσα στα πρώτα δέκα λεπτά. Έτυχε όμως σήμερα να είναι μία από εκείνες τις μέρες. Έντεκα λεπτά και όλες οι θέσεις πιασμένες. «Δεν ξεκίνησε καλά η μέρα» σκέφτηκε, καθώς μια σταγόνα ιδρώτα, αναμειγμένη με μπριγιαντίνη, κύλησε από το μέτωπο του. Στάση, ελεγκτής, εισιτήρια παρακαλώ…

Βάζει το χέρι στο εσωτερικό του σακακιού του.  Τρόμος. Το πορτοφόλι είχε κάνει φτερά. Κοκκίνισε. Έφριξε… «Το πορτοφόλι μου» φώναξε «κάποιος μου έκλεψε το πορτοφόλι». «Να μην ανοίξει πόρτα μέχρι να βρεθεί το πορτοφόλι του κυρίου» βροντοφωνάζει ο ελεγκτής… «Αν κάποιος είδε κάτι να το πει αμέσως. Να βλέπω τα χέρια σας». «Ο Αλβανός! Κάτι πέταξε από το παράθυρο! Τον είδα το λωποδύτη» είπε μια γριά που καθόταν στη θέση δίπλα στην πόρτα. Ο πιτσιρικάς ίδρωσε σε κλάσματα δευτερολέπτων. Ένα στραβοκουρεμένο ξανθό αγόρι γύρω στα δεκαεπτά. Αδύνατο, κοντό με ένα κοτλέ σακάκι παλαιάς κοπής με τεράστια μανίκια. Ο Δημοσθένης του είπε με δειλία…  «Δώσε το πορτοφόλι μικρέ και δεν θα φωνάξω την αστυνομία». Καμιά απόκριση. Παρατηρούσε το νεαρό και ήταν σίγουρος πως αυτός το είχε κάνει. «Η φυσιογνωμία του ήταν εγκληματική» σκέφτηκε «ήταν  ολοφάνερο ότι ήταν ένοχος». Ο κλοιός στενεύει, ο οδηγός και ο ελεγκτής δίπλα στο Δημοσθένη. «Φέρε το πορτοφόλι ρε αλήτη μη σε στείλουμε από ‘κει που ‘ρθες». «Το πέταξε από το παράθυρο στο συνεργάτη του. Είναι συμμορία ολόκληρη» είπε η Αγκάθα Κρίστι του δρομολογίου από τη θέση της, με περηφάνια που εξιχνίασε το έγκλημα. Έρχεται ένας εύσωμος κύριος που έμοιαζε με οικοδόμο και αρπάζει το παιδί από το γιακά και το σηκώνει ψηλά… «Εσύ το πήρες ,γαμώ το Χότζα σου, βρωμιάρη» και τον χαστουκίζει. Του έφυγε το σαγόνι του μικρού. Ο Δημοσθένης οπισθοχωρεί καθώς ο ελεγκτής και ο οδηγός αρχίζουν στις σφαλιάρες το νεαρό που με τα χέρια του προσπαθεί να προστατεύσει το κεφάλι του. Δέκα άτομα, όσα χωρούσαν δηλαδή στο σημείο μπροστά από τις μεσαίες πόρτες, είχαν περικυκλώσει τον Αλβανό και τον χτυπούσαν με γροθιές και κλωτσιές. Έπεσε κάτω και έβγαζε άναρθρες κραυγές. Τον βλαστημούσαν και τον έβριζαν. Μέχρι και ένα γυφτάκι τον χτυπούσε με το ακορντεόν του στο κεφάλι. Η γριά που τον έδωσε, κι αυτή από πάνω του τον χτυπούσε με τη τσάντα της. Μια λίμνη αίματος γύρω από το  κλεφτρόνι. Αίμα που το μετέφεραν με τα παπούτσια τους σε όλο το λεωφορείο. Αναμφίβολα νεκρός και μη αναγνωρίσιμος πια…

Πέρασαν δέκα λεπτά συνεχόμενου ξυλοδαρμού και μια αγανακτισμένη φωνή ακούγεται από τη γαλαρία: «Άντε! Θα αργήσουμε στις δουλειές μας». «Έχετε δίκιο κύριε Τσήμερε. Ξεκινάμε αμέσως» λέει ο οδηγός και αφού ρίχνει μια τελευταία πατησιά στο διαλυμένο κεφάλι, πλησιάζει τον κύριο Δημοσθένη που είχε βρει πια θέση στα μπροστινά καθίσματα. «Λυπάμαι για το πορτοφόλι σας κύριε» είπε και πήγε στο κάθισμα του οδηγού να συνεχίσει τη διαδρομή του. Ο αγύρτης στο πάτωμα, έμοιαζε με ψοφίμι στο δρόμο, πατημένο από χίλιες ρόδες.

Εκείνο το πρωί όλοι πήγαν κανονικά στις δουλειές τους εκτός από τον Αλβανό ληστή και τον κύριο Δημοσθένη. Ο πρώτος γιατί παρέμεινε στο λεωφορείο και ο δεύτερος γιατί  πήγε πρώτα στην αστυνομία να δηλώσει την κλοπή. Θα έπρεπε να βγάλει και καινούρια ταυτότητα. «Ανάθεμα την τύχη μου» σκέφτηκε «γιατί να ταλαιπωρούμαι έτσι και κάνει και ζέστη». Κατά τις έντεκα πήγε στη δουλειά του.

Επέστρεψε στο σπίτι το μεσημέρι με το ίδιο λεωφορείο και μπήκε από τις πίσω πόρτες. Βρήκε αμέσως θέση και πολύ χάρηκε. Προσπάθησε να κοιτάξει προς τα μπρος αλλά ένας γεροσακάτης, μπλοκάριζε το οπτικό του πεδίο. Κατέβηκε, σε δέκα βήματα έφτασε στην είσοδο, άνοιξε με τα κλειδιά του, ανέβηκε τις σκάλες ως τον τρίτο και μπήκε στο διαμέρισμα. Ήταν η «μέρα της μπριτζόλας» και ήταν ακριβώς αυτό που είχε ανάγκη. Μια λαχταριστή χοιρινή  μπριζόλα. Μπαίνοντας είδε στο τραπεζάκι της εισόδου το πορτοφόλι του και του έφυγε μια βλαστήμια. Θα έπρεπε αύριο να πάει ξανά στην αστυνομία, να δει αν θα μπορούσε να κρατήσει την υπάρχουσα ταυτότητα. Δεν του άρεσε καθόλου να απουσιάζει από το γραφείο και θύμωνε με τους συναδέλφους του που την κοπανούσαν απ’ τα πόστα τους και πήγαιναν και έπιναν καφέδες. Ήταν πολύ υπεύθυνος στη δουλειά του και ίσως ο πιο εξυπηρετικός υπάλληλος στο τμήμα του πρωτοκόλλου. Έβγαλε τη μπριζόλα απ’ τη συντήρηση, την έβαλε στο τηγάνι με λίγο λαδάκι και γύρισε το μεγάλο μάτι στο τέρμα.

 

Γιώργος Μικάλεφ

 

Φωτογραφία από το άρθρο της Wikipedia, “Lynching in the United States”