στο CARTEL Τεχνοχώρος σε σκηνοθεσία Σωτηρία Κολόζου


Παρουσίαση-συνέντευξη:
Βίκη Κουτρή

Ένα «διαφορετικό» θεατρικό έργο παρακολουθήσαμε στο CARTEL Τεχνοχώρος στην αίθουσα «Μηνάς Χατζησάββας». Πρόκειται για το έργο «Η φιλοσοφία ενός γάτου», σε σκηνοθεσία της Σωτηρίας Κολόζου. Είναι βασισμένο στο κείμενο «Ο γάτος της γειτόνισσας» (γράφτηκε το 1884) του Μπάμπη Άννινου.
Περιγράφει την αντιφατική φύση και τις συνθήκες ζωής ενός «απόκληρου» γάτου απέναντι σε μια αδάμαστη και σκληρή κοινωνία η οποία προσπαθεί να βρει την ταυτότητά της και δοκιμάζεται όχι μόνο στις εσωτερικές δομές της αλλά και στα δεδομένα της, μη γνωρίζοντας ότι κάπου, σε κάποιο κοντινό χρονικό σημείο υπάρχει το τέλος «εποχής».
Η παράσταση ξεκινάει με τους ηθοποιούς να χρωματίζουν τα πρόσωπά τους, χωρίζοντας τα καθέτως και σχηματίζοντας χρωματικά δύο ημισφαίρια. Με απόχρωση μισό μαύρο και μισό άσπρο. Κατόπιν αρχίζει η αφήγηση τους. Απρόσμενα και ευφάνταστα ξεδιπλώνουν στους θεατές την ιστορία του πρωταγωνιστή «γάτου» και των «κατηγόρων» του. Αρχικά η ομιλούσα γλώσσα είναι η καθαρεύουσα και σιγά-σιγά στην πορεία μεταβάλλεται σε σύγχρονη καθομιλουμένη δημοτική.
Το έργο μοιάζει αμφιθυμικό, όπως φαντάζουν και τα πρόσωπα των ηθοποιών. Λίγο black και λίγο white, λίγο Γιν και λίγο Γιανκ, λίγο φωτεινό και λίγο σκοτεινό, λίγο παλιό και λίγο σύγχρονο, λίγο ήρεμο και λίγο πολύβουο. Άλλοτε γίνεται σκληρό και άλλοτε ήπιο. Με δυνατό του σημείο έναν βομβαρδισμό που κυριολεκτικά «διαπερνάει». Αδύνατο σημείο οι ταυτόχρονες συνομιλίες σε μερικά τμήματα του.
Οι ηθοποιοί, ένας προς έναν αλλά και όλοι μαζί, δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό, στην προσπάθειά τους να μεταφέρουν στο κοινό τα αποσπασματικά κομμάτια της ιστορίας, υποστηρίζοντας σωστά αφηγητικά την απόδοση της εναλλαγής της γλώσσας και ταυτόχρονα συγχρονίζοντας την ομαδική τους κινησιολογία. Η σκηνοθέτιδα Σωτηρία Κολόζου παρούσα και η ίδια επί της σκηνής ερμηνεύει, αυτοσχεδιάζει και δρα δίνοντας τη δικό της στίγμα στο τι είναι τελικά αυτός ο γάτος. Είναι ένα θύμα της κοινωνίας ή ο θύτης αυτής;  
Τα σκηνικά είναι λιτά με ελάχιστα αντικείμενα προς χρησιμοποίηση. Ο φωτισμός σκληρά εναλλασσόμενος. Η μουσική ανταποκρίνεται στο θέμα. Η όπισθεν προβολή μεγάλων φωτογραφικών εικόνων διαφοροποιεί τα εξελισσόμενα τμήματα των σκηνών.
Ενδεχομένως για κάποιον που διαβάζει τον τίτλο του έργου να το θεωρήσει «απλοϊκό». Η παράσταση όμως αυτή, αν και μοιάζει λίγο «νουάρ», έχει ένα βαθμό δυσκολίας. Διακατέχεται όμως από ένα δικό της στυλ ύπαρξης και πρέπει οι «εξασκημένοι» θεατές να ψάξουν βαθιά για να πάρουν τα μηνύματα που προσπαθεί να επικοινωνήσει σε αυτούς. Πρέπει πρώτα να το κατανοήσουν έτσι ώστε να εκμαιεύσουν όλα τα «κατηγορώ» ή μη που εμπεριέχει.
Όλη η ουσία της παράστασης επικεντρώνεται στην τελευταία της σκηνή. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι απευθύνεται σε «έμπειρους» και «υπομονετικούς» θεατές. Όποιοι προτιμούν τις ανάλαφρες παραστάσεις θα τους πέσει βαρύ και δυσνόητο.
Διαβάστε παρακάτω την συνέντευξη που έδωσε στο περιοδικό η σκηνοθέτις Σωτηρίας Κολόζου. Εκτός των άλλων μας μίλησε για το έργο, επεξηγώντας μας τα δείγματα γραφής του.

Κυρία Κολόζου, διαβάζοντας το βιογραφικό σας διαπιστώνω ότι έχετε ασχοληθεί με πολλές μορφές Τέχνης. Μιλήστε μας λίγο για την έναρξη της καριέρας σας αλλά και για την πορεία σας στον χώρο αυτό.
Θα πρέπει να διευκρινίσω ότι δεν έχω κάνει καμία προσπάθεια για να «χτίσω» καριέρα. Και είναι βασικός λόγος ανυπαρξίας της. Θα συμφωνήσω με τον όρο «ενασχόληση» -κι αυτή χωρίς χρονική συνέχεια- ως αποτέλεσμα επιλογών και συνθηκών ταυτόχρονα.
Διαπίστωσα από την εφηβεία μου σχεδόν, ότι μου αρέσει να ασχολούμαι με την Τέχνη αλλά το «διότι» δεν ήταν προσδιορισμένο. Ούτε τώρα είναι απόλυτα σαφές.
Τολμώ να μοιραστώ μια-δυο, από τις ηδονές που μου προσφέρει: ένα είδος επικοινωνίας με συνανθρώπους μου. Κάτι που επανειλημμένως έχει αποκαλυφθεί σε μένα είναι ότι δεν θα μπορούσα να το έχω με καμία άλλη ενασχόληση προκειμένου να το απολαύσω.
Ή ακόμα και η ευχαρίστηση της προσπάθειας του να «φτιάξω» έναν κόσμο δικό μου και να «κατοικήσω» σ’ αυτόν έστω και για μία ώρα.

Ο τίτλος του έργου που παρουσιάζετε είναι λίγο παραπλανητικός για τον θεατή γιατί τον παραπέμπει σε μία πιο light μορφή περιεχομένου. Όμως όταν το παρακολουθήσει κάποιος μέχρι το τέλος, καταλαβαίνει ότι είναι ξεκάθαρα αλληγορικός. Πείτε μας λίγα πράγματα για το έργο.  Ποιος είναι ο περιβόητος «γάτος» του τίτλου σας;
Ο «γάτος» της παράστασης είναι εμπνευσμένος από το «γάτο» του Μπάμπη Άννινου. Πρόκειται για ένα ακόμα ον, το οποίο κατηγορείται για όσα δεν μπορεί να έχει διαπράξει.
Η πρόθεσή μας στην παράσταση δεν ήταν το δίκαιο ή το άδικο, αλλά ο σαρκασμός του διαχωρισμού τους, αφού όλοι τιμωρούνται. Ο καθένας κουβαλάει τη «φυλακή» του. Κανείς δεν είναι ελεύθερος.

Το έργο ξεκινά ερμηνευτικά με κείμενα εμπνευσμένα από τον δημοσιογράφο-ποιητή-συγγραφέα Μπάμπη Άννινο, τα οποία είχαν γραφτεί το 1884 σε γλώσσα καθαρεύουσα. Ολοκληρώνεται όμως με κείμενο στην δημοτική ομιλούσα γλώσσα. Στο «ενδιάμεσο» γίνεται όλη η μετάβαση του λόγου από την αρχική στην τελική μορφή που περιγράψαμε. Δεν είναι δύσκολο αυτό το γεφύρωμα για έναν σκηνοθέτη;
Μας γοήτευσε τόσο η αντίθεση των δύο αυτών «γλωσσών» (καθαρεύουσας και δημοτικής) όσο και τα κοινά τους στοιχεία.
Είναι συγγενείς μεταξύ τους και σε καμία περίπτωση η προσέγγιση δεν γίνεται από φιλολογικό ή γλωσσολογικό ενδιαφέρον. Άλλωστε, δεν θα μπορούσα να επιχειρήσω κάτι τέτοιο. Για να είμαι πιο σαφής, μ’ αρέσει η ηχητική μελέτη και η μουσικότητα που διαθέτουν και δηλώνω τυχερή ως άνθρωπος που γνώρισα στη ζωή μου ανθρώπους αξιόλογους οι οποίοι έχουν σταθεί, με τις γνώσεις τους και τις προτάσεις τους, «εμπνευστικοί» για εμένα. Για παράδειγμα, αν πριν από είκοσι χρόνια δεν είχα συναντήσει τον καθηγητή σημειωτικής Δημ. Τσατσούλη, ο οποίος μου σύστησε τα κείμενα του Μιχαήλ Μητσάκη και μου εμπιστεύτηκε τη δραματουργική επεξεργασία του σε αυτά, πιθανόν να μην είχα γνωρίσει ποτέ την ακουστική απόλαυση κειμένων με τέτοια γλώσσα. Τώρα, όσον αφορά το θέμα της δυσκολίας, δεν το έχω σκεφτεί καθόλου και ποτέ. Ίσως επειδή εκ προοιμίου δεν θεωρώ τίποτα εύκολο στην Τέχνη. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν χρησιμοποιώ κάποιες από τις ευκολίες που τυχόν διαθέτω. Και τις χρησιμοποιώ, δεν παρασύρομαι από αυτές. Είναι συνειδητή πράξη. Έχω το δικαίωμα να το κάνω, αφού μου έχουν δοθεί. Αλλά θεωρώ ότι το κάνω σε ποσοστό τέτοιο, που να μην καθίστανται για μένα βαρετές.

Ποια -κατά την άποψή σας- είναι η φιλοσοφία ενός «γάτου» στην καθημερινή μας ζωή; Είναι ο θύτης ή το θύμα στην εποχή που διανύουμε;
Η καθημερινότητα είναι τόσο σχετική για τον καθένα και η φιλοσοφία,-όχι μόνο του «γάτου», αλλά γενικότερα η φιλοσοφία-, ενώ είναι ένα δικαίωμα όλων, αποτελεί πολυτέλεια των ολίγων. Αυτό τουλάχιστον έχω διαπιστώσει εγώ. Κάτι που θα ήθελα, είναι να δίνεται η δυνατότητα ολοένα και σε περισσότερους ανθρώπους να θέτουν ερωτήματα, Κι όταν λέω δυνατότητα, εννοώ τις συνθήκες που δίνουν σε κάποιον εκμεταλλεύσιμο χρόνο για να φιλοσοφεί.
Όσον αφορά τη δική μου σκέψη πάνω στη θεματική «θύτης-θύμα», να σας πω ότι οι γενικευμένοι διαχωρισμοί με αφήνουν παγερά αδιάφορα.

Ποιο θεωρείτε ότι είναι το πιο δυνατό σημείο του έργο σας και τι εκφράζει;
Ξέρω μόνο αυτό που νιώθω. Κι αυτό που νιώθω σε κάθε παράσταση είναι διαφορετικό. Ένα σημείο που μπορεί να είχα προβλέψει ως δυνατό, εκείνη τη στιγμή μου εμφανίζεται αδύναμο, ενώ υπάρχει πάντα και η έκπληξη του αντίστροφου. Από τη στιγμή όμως, που θα θεωρήσω ότι κάτι έχει παγιωθεί και κινδυνεύει να ενταχθεί στις ευκολίες που προανέφερα, τότε θα πάψει για μένα να αποτελεί δουλειά σε εξέλιξη. Θα πρέπει να σταματήσει.

Για να κλείσουμε πείτε μας μία πρόταση από το έργο που σας αρέσει και που θέλετε να το μοιραστείτε με το κοινό σας.
Μια φράση του Μπάμπη Άννινου από το κείμενό του «Ο γάτος της γειτόνισσας», την οποία αγαπώ πολύ για την παρήχηση του γράμματος Θήτα: «Της επιθέσεως ταύτης, συνηθέστερον θύμα ήτο η αισθής της μαγείρου». Και την εκτιμώ, διότι η φόρμα της συμπληρώνει ευφυέστατα το νόημά της.

Ευχαριστούμε πολύ.

 

«Η φιλοσοφία ενός γάτου»
Τελευταία παράσταση 29 Μαρτίου.

Παίζουν οι ηθοποιοί:
Ανδριάνα Αργυροκαστρίτη
Βασίλης Ιερωνυμάκης
Σωτηρία Κολόζου
Κωνσταντίνα Μακρή

Ταυτότητα της παράστασης:
Σκηνοθεσία:
Σωτηρία Κολόζου
Σκηνικά: Σπύρος Σεφεριάν
Video: Νίκος Γιαννίκας
Φωτισμοί: Λάμπρος Παπούλιας

CARTEL τεχνοχώρος, αίθουσα “Μηνάς Χατζησάββας”
Μικέλη 4 κ Αγίας Άννης, Βοτανικός
(στάση μετρό Ελαιώνας)
6939898258
www.carteltexnoxoros.com

[email protected]

ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ
Γενική είσοδος: 10 ευρώ
Μειωμένο(φοιτητικό,65+) 8 ευρώ
διάρκεια  70
Κρατήσεις θέσεων: 6939898258, [email protected]