Thelma

του Γιοακίμ Τρίερ

Με τους Έλι Χάρμπο, Κάια Γουίλκινς, Χένρικ Ράφαλσεν

* Επίσημη συμμετοχή στο φεστιβάλ Τορόντο 2017

* Επίσημη συμμετοχή στο φεστιβάλ «Νύχτες Πρεμιέρας» 2017

* Επίσημη πρόταση της Νορβηγίας για το ξενόγλωσσα Όσκαρ

Διάρκεια: 116’

Μερικές φορές η πιο τρομαχτική ανακάλυψη είναι να μάθεις ποιος είσαι

πραγματικά.

Μια γενναία στροφή στο μεταφυσικό θρίλερ από το σκηνοθέτη των «Όσλο, 31 Αυγούστου» και «Ο ήχος της σιωπής».

ΥΠΟΘΕΣΗ

Η Θέλμα είναι μια ντροπαλή νεαρή κοπέλα, η οποία αφήνει πίσω της τους θρησκόληπτους γονείς της σε μια μικρή πόλη της δυτικής ακτής στη Νορβηγία, προκειμένου να σπουδάσει σε ένα πανεπιστήμιο του Όσλο. Μια μέρα κι ενώ βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου για να διαβάσει, κυριεύεται από μια έντονη και αναπάντεχη κρίση, η οποία μοιάζει με εκείνες της επιληψίας. Το ίδιο αναπάντεχη είναι για τη Θέλμα η έλξη που νιώθει για την Άνγια, μια πανέμορφη συμφοιτήτριά της, η οποία δείχνει να ανταποκρίνεται στην μαγνητική παρουσία της μοναχικής, παράξενης επαρχιώτισσας. Καθώς κυλάει η ακαδημαϊκή χρονιά, η Θέλμα κυριεύεται ολοένα και περισσότερο από τα έντονα αισθήματά της για την Άνγια. Αισθήματα που δεν τολμά να τα παραδεχτεί ακόμα και στον ίδιο της τον εαυτό! Στο ίδιο χρονικό διάστημα, όμως, βιώνει ολοένα και συχνότερες και πιο έντονες κρίσεις. Καθώς καθίσταται ξεκάθαρο ότι αυτές οι κρίσεις αποτελούν απλώς ένα σύμπτωμα ανεξήγητων, ενδεχομένως και επικίνδυνων, υπερφυσικών ικανοτήτων, η Θέλμα καλείται να αντιμετωπίσει τραγικά μυστικά του παρελθόντος της αλλά και τις τρομακτικές επιπτώσεις των δυνάμεών της.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΓΙΟΑΧΙΜ ΤΡΙΕΡ

  • Οι θεατές που έχουν συνηθίσει στον νατουραλιστικό τόνο των προηγούμενων ταινιών σου ίσως και να εκπλαγούν από το γεγονός ότι γύρισες ένα υπερφυσικό θρίλερ. Τι σε οδήγησε στη συγκεκριμένη κατεύθυνση;

Για να είμαι ειλικρινής, πάντοτε γύριζα την ταινία που ήθελα κάθε δεδομένη φορά. Αυτήν τη φορά η στροφή φαίνεται λίγο παράξενη καθώς ήθελα να δοκιμάσω κάτι διαφορετικό. Όσο μεγάλωνα κι έβλεπα περισσότερες ταινίες καταλάβαινα πως υπάρχει πάντοτε κάτι που μπορείς να εκφράσεις με εγκεφαλικές εικόνες. Ενηλικιώθηκα βλέποντας πολύ Αντονιόνι και Μπέργκμαν, αλλά και Μπράιαν Ντε Πάλμα. Και από πάντα αγαπούσα τις υπαρξιακές προεκτάσεις της ταινίας «Νεκρή ζώνη» του Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ. Μια ταινία που κατά την άποψή μου μοιάζει σχεδόν με παραμύθι, όπου μπορείς να αφηγηθείς κάτι πολύ ανθρώπινο, κάτι με το οποίο μπορεί ο θεατής να ταυτιστεί, ενώ όλο αυτό είναι τοποθετημένο σε ένα υπερφυσικό πλαίσιο.

  • Πώς προέκυψε η ιδέα για την ταινία «Thelma»;

Αρχικά είχα την ιδέα να γυρίσω κάτι με μάγισσες τοποθετημένο στο Όσλο. Είμαι μανιακός με το σινεμά και τρώω κάποια κολλήματα, οπότε πέρασα μια φάση όπου μαζί με τον συνσεναριογράφο μου, τον Έσκιλ Βογκτ, βλέπαμε πολλές ταινίες giallo – ιταλικές ταινίες τρόμου της δεκαετίας του ’70. Μετά θυμάμαι να ξαναβλέπω την ταινία «Ξύπνημα στον εφιάλτη» του Άντριαν Λιν, όπως και το «Αίμα και πάθος» του Τόνι Σκοτ, κάτι που ήταν ουσιαστικά μόνον οπτικό. Θυμάμαι να συζητάμε με τον Έσκιλ σχετικά με το πως τέτοιες ταινίες που αγγίζουν κάτι πολύ ανθρώπινο, ασχολούνται τελικά με την ανησυχία και τη θνητότητα κι όλες αυτές τις υπαρξιακές αναζητήσεις, αλλά μέσω της φόρμας της ταινίας είδους. Αυτό ήταν το ένα μέρος της έμπνευσης. Μετά, αρχίσαμε να δουλεύουμε πάνω σε κάποιες ιδέες που προέκυψαν μέσω συγκεκριμένων σκηνών και εικόνων. Ολοένα και περισσότερο ξεπρόβαλε ένα χαρακτήρας κι αυτός δεν ήταν άλλος από την Θέλμα. Τελικά, το πιο διασκεδαστικό τμήμα της όλης διαδικασίας ήταν να χρησιμοποιήσω το είδος εκείνο της αφήγησης μιας ιστορίας το οποίο βασίζεται στους χαρακτήρες, κάτι με το οποίο νιώθω μεγαλύτερη οικειότητα, και να προσπαθήσω να το ανυψώσω οπτικά σε ένα σύμπαν όπου υπάρχει μεγαλύτερος διαθέσιμος χώρος για να κινηθεί η φαντασία. Η όλη διαδικασία ήταν εντελώς απελευθερωτική.

  • Τα παραφυσικά φαινόμενα που παράγει η Θέλμα αποτελούν την αντίδρασή της απέναντι στην καταπίεση, σωστά;

Είμαι μεγάλος οπαδός του τρόπου που ο Χίτσκοκ χρησιμοποιούσε ένα ψυχολογικό δίλημμα ως εναρκτήριο σημείο μιας αφήγησης. Το παιδικό τραύμα στη «Μάρνι», η ανησυχία και η ενοχή στον «Δεσμώτη του ιλίγγου»: υπάρχει κάτι παιγνιώδες στον τρόπο που το κάνει κι αυτό είναι κάτι που με ενέπνευσε. Στην ταινία μου, είναι το άγχος που έχει να κάνει με το σώμα. Μια νεαρή γυναίκα καλείται να αντιμετωπίσει κρίσεις που δεν ερμηνεύονται. Κρίσεις για τις οποίες η επιστήμη και οι γιατροί δεν μπορούν να δώσουν καθαρές απαντήσεις. Ερεύνησα πολύ το θέμα. Η ύπαρξη των ψυχογενών μη επιληπτικών κρίσεων (PNES) είναι αληθινή. Αυτές οι κρίσεις δεν αποτελούν το απότοκο υπερφυσικών καταστάσεων. Πάντως, πολλά συμβαίνουν τόσο σε σωματικό όσο και σε ψυχολογικό επίπεδο στο ανθρώπινο κορμί, που είναι δύσκολο να εξηγηθούν μέχρι σήμερα.

  • Νεαρές γυναίκες και τηλεκίνηση: το μυαλό μας πηγαίνει και στον Στίβεν Κινγκ…

Εννοείται. Είναι η «Carrie» είναι και η «Εξουσία πυρός». Μοιάζουν με αρχαίους ελληνικούς μύθους, όπου ένας ήρωας αρνείται τον αληθινό προορισμό του και καλείται να τον αντιμετωπίσει αργά ή γρήγορα. Είναι πάντως ιστορίες που εκκινούν από τους χαρακτήρες και ο Κινγκ είναι ένας υπέροχος, ανθρώπινος συγγραφέας.

  • Αυτή είναι η πρώτη σου ταινία που είναι γυρισμένη με Cinemascope. Πώς προέκυψε αυτό;

Όπως και στις τρεις προηγούμενες μεγάλου μήκους ταινίες μου έτσι και τώρα δούλεψα με τον σταθερό συνεργάτη μου, τον διευθυντή φωτογραφία Γιάκομπ Ίρε. Αυτήν τη φορά θέλαμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό. Συνεχίζει να μου αρέσει πολύ να πηγαίνω σινεμά. Λατρεύω τη μεγάλη οθόνη. Θεώρησα πως θα είχε ενδιαφέρον αυτός ο συγκεκριμένος τρόπος κινηματογράφησης, με έναν μικρό χαρακτήρα στη μέση και με όλη αυτήν τη δύναμη που διαθέτει εντέλει η Θέλμα.

  • Επίσης, φαίνεται να ελκύεσαι από κάτι περισσότερο πρωτόγονο σε αυτήν σου την ταινία, ειδικά στον τρόπο που παρουσιάζεις τη φύση. Και νομίζω πως αυτό δεν έχει να κάνει με το να κάνεις επίδειξη με το Cinemascope.

Στην ταινία έχουμε εικόνες από πουλιά και φίδια, εικόνες αέρα που φυσάει, εικόνες από τη θάλασσα. Είναι πράγματα που υπήρχαν στη νορβηγική παράδοση τη σχετική με τα παραμύθια, υπήρχαν στα παραμύθια του Δανού Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, υπάρχουν στην κουλτούρα των Σάμι στον νορβηγικό βορρά. Είναι εικόνες μέσω των οποίων ο άνθρωπος έρχεται σε επαφή με τη φύση. Ήθελα να δείξω την αντίθεση ανάμεσα στο αστικό περιβάλλον και τη φύση σε ένα πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ ότι έχω κάνει στο παρελθόν. Χρειάστηκε να ταξιδέψω βόρεια για να βρω αυτές τις περιοχές τις γεμάτες χιόνια και πάγο. Χρειάστηκε να πάω στη δυτική ακτή της χώρας, με τον ωκεανό. Προσπάθησα πολύ να αιχμαλωτίσω αυτήν την αντίθεση και να την χρησιμοποιήσω ως μια συναισθηματική συνιστώσα της αφήγησης. Είμαι άνθρωπος της πόλης. Μεγάλωσα με μπρέικντανς και ακούγοντας πανκ φορώντας τα μαύρα μου τζιν παντελόνια. Οπότε για μένα προσωπικά όλο αυτό ήταν ένα ταξίδι ανακάλυψης μέσα στη μυθολογική Σκανδιναβία. Οι θεατές στη Νορβηγία επισημαίνουν: «Χριστέ μου, ο Γιόαχιμ πήγε στα δάση και κινηματογράφησε τη φύση». Είναι ασυνήθιστο για μένα.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΓΙΟΑΧΙΜ ΤΡΙΕΡ  

Ο Γιόαχιμ Τρίερ είναι Νορβηγός σκηνοθέτης που γεννήθηκε το 1974 στην Κοπεγχάγη της Δανίας, αλλά μεγάλωσε στο Όσλο, στην πατρίδα του. Οι γονείς του ασχολήθηκαν με το σινεμά. Ο πατέρας του ήταν μουσικός της τζαζ αλλά δούλεψε και στον κινηματογράφο ως τεχνικός σε θέματα ήχου. Η μητέρα του γύριζε ντοκιμαντέρ και μικρού μήκους ταινίες. Στην εφηβεία του ήταν ένας από τους κορυφαίους skateboarders της χώρας του – μάλιστα, γύριζε τα κόλπα του σε ταινιάκια. Το πάθος του για τον κινηματογράφο τον οδήγησε να ακολουθήσει ανάλογες σπουδές, αρχικά φοιτώντας στο European Film College στο Ebeltoft της Δανίας και στη συνέχεια στο National Film and Television School, 40 χιλιόμετρα έξω από το Λονδίνο, στην Αγγλία. Εκεί μεταξύ των δασκάλων του ήταν ο Στίβεν Φρίαρς. Μετά από τρεις μικρού μήκους ταινίες, το 2006 γύρισε την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους με τίτλο «Reprise». Η ταινία έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο φεστιβάλ Κάρλοβι Βάρι (όπου κέρδισε το βραβείο σκηνοθεσίας) και προβλήθηκε σε μεγάλα φεστιβάλ όπως του Τορόντο, του Σάντανς και της Κωνσταντινούπολης (όπου κέρδισε το βραβείο Χρυσή Τουλίπα καλύτερης ταινίας). Κέρδισε και τρία βραβεία Amanda (τα νορβηγικά Όσκαρ): καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας και σεναρίου. Πέντε χρόνια μετά, το 2011, είχε έτοιμη τη δεύτερη ταινία του, το «Όσλο, 31 Αυγούστου» (βγήκε στις αίθουσες της χώρας μας από την Ama Films). Η ταινία, ένα ελεύθερο ριμέικ της ταινίας του Λουί Μαλ «Η φλόγα που τρεμοσβήνει», έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της συμμετέχοντας στο τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα» του φεστιβάλ Καννών. Και αυτή η ταινία συμμετείχε σε δεκάδες φεστιβάλ, ήταν υποψήφια για Cesar καλύτερης μη γαλλόφωνης ταινίας, και κέρδισε δύο Amanda: καλύτερης σκηνοθεσίας και μοντάζ. Τέσσερα χρόνια μετά ο Τρίερ γύρισε την τρίτη του μεγάλου μήκους ταινία, που έμελλε να είναι και η πρώτη του αγγλόφωνη. Τίτλος της: «Ο ήχος της σιωπής» (βγήκε στις αίθουσες της χώρας μας από την Seven Films). Η ταινία συμμετείχε στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Καννών (η πρώτη νορβηγική που πέτυχε κάτι τέτοιο μετά το 1979!), και κλασικά προβλήθηκε σε δεκάδες φεστιβάλ (ανάμεσά τους κι εκείνο της Θεσσαλονίκης) και κέρδισε δύο Amanda: καλύτερης σκηνοθεσίας και σεναρίου. Το 2013 οι New York Times τον συμπεριέλαβαν στη λίστα «20 Directors to Watch». Το «Thelma» είναι η τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία του Τρίερ, ο οποίος έχει δηλώσει πως διαθέτει μια μακρινή συγγενική σχέση με τον Λαρς Φον Τρίερ. Η ταινία έκανε την πανελλαδική της πρεμιέρα στο φεστιβάλ «Νύχτες Πρεμιέρας» τον περασμένο Σεπτέμβριο.