Στις 14 του Μάη, στον χώρο τέχνης «Ιδιόμελο» στο Μαρούσι,
θα γίνει νέα παρουσίαση του βιβλίου της Γιοβάννας «Όνειρο Είδα» των Εκδόσεων Βακχικόν, με την συνθέτιδα-πιανίστα και ερευνήτρια ήχων Άννα Στερεοπούλου

 

Παρουσίαση-Συνέντευξη: Βίκη Κουτρή

 

Τη Γιοβάννα την συνάντησα για πρώτη φορά, όταν προσκλήθηκα στην εκδήλωση για την παρουσίαση του νέου βιβλίου, της ποιητικής συλλογής της με τον τίτλο «Όνειρο είδα» από τις εκδόσεις Βακχικόν, υπό την αιγίδα του Ομίλου της UNESCO Τεχνών, Λόγου και Επιστημών Ελλάδος, που πραγματοποιήθηκε στις 26 Μαρτίου 2018 στο Ίδρυμα Θεοχαράκη.

Το βιβλίο παρουσίασε αφηγηματικά και με το μοναδικό στίγμα του, ο σκηνοθέτης Δήμος Αβδελιώδης. Μουσικά το επένδυσε η συνθέτις- πιανίστα και ερευνήτρια ήχου Άννα Στερεοπούλου.
Ήταν μία γλυκιά βραδιά ποίησης, γεμάτη λυρικότητα. Οι στίχοι με μία υποψία αρχαίου κείμενου, πλεγμένο με έναν ιδιότυπο αποκρυφισμό, παρέπεμπαν τους παραβρισκόμενους σε έναν ευφάνταστο προβληματισμό.

Αφοσιώθηκα στην αφήγηση και ταξίδεψα μέσα από το βωμό των λέξεων και των εκφράσεων μίας νοερής πραγματικότητας η οποία εναλλασσόταν μεταξύ ενός ονειρεμένου πριν και μετά, αφιέρωμα στην πατρίδα, στους τόπους της και στα παιδιά της.
Και όχι μόνο. Εκεί που βασιλεύει στην καρδιά μας. Οι προβληματισμοί -εκφρασμένοι με δυναμικούς στίχους- της Γιοβάννας, μας ταξίδεψαν στην Χώρα του Ποτέ και του Πότε.
Στο τέλος της βραδιάς, ευτυχής που επέλεξα να παραβρεθώ, την πλησίασα και μίλησα μαζί της.
Αυτό που εξέπεμπε (και το ένοιωσα έντονα) κατά τη σύντομη διάρκεια της πρώτης συνομιλίας μας, ήταν η απέραντη γλυκύτητα της φυσιογνωμίας της, η οποία συνδυασμένη με τον ήπιο τόνο της φωνή της και την απλότητά της, συνέβαλαν στο να νιώσω μία ευγενή και άμεση οικειότητα μαζί της.

Λίγες ημέρες αργότερα, έχοντας στη διάθεσή μου το βιβλίο της, μπόρεσα να το απολαύσω και να το μελετήσω ιδιαιτέρως ακούγοντας παράλληλα και το cd που ήταν ενσωματωμένο.
Εντυπωσιάστηκα από τη δύναμη των λέξεων και της μουσικής συνύπαρξης.
Σε όλο το ανάγνωσμα-άκουσμά του, διέκρινα μια σφοδρή νοσταλγία, μυστηριακή θα έλεγα, που αναπετάριζε με νοερά φτερά πάνω από αγαπημένα μέρη, δικά μας μέρη, δημιουργώντας μία παμπάλαιη εσωτερική επιθυμία υλοποίησης ενός ονείρου που -αν και αγκαλιάζει μία «εμπύρετη» τωρινή σύνθεση- προσπαθεί να απλωθεί, να ελευθερωθεί να πιάσει τόπο στον ήλιο και να επιστρέψει στην πραγματική και πρέπουσα διάσταση της.
Ποταμός οι στίχοι της Γιοβάννας. Ταξίδια οι περιγραφές της. Προβληματισμοί οι στοχασμοί της.

Η ποιητική σύνθεση -από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο της στίχο- είναι μία εσωτερική προπαρασκευή για μία άλλη συνειδητοποίηση. Τη συνειδητοποίηση ενός ονείρου που πάντα θα υπάρχει και θα συνθέτει ήλιους, ουρανούς και φως..

«Έδωσα μια και ανέβηκα ψηλά,
χαρταετός.
Σπάγκος ζωής μου ένα κλαράκι πράσινο,
μια σταγόνα βροχής,
ένα σπάθισμα χελιδονιού που
από ελπίδα ξαναγύρισε.
Ένας σπόρος που έσκασε
και μ’ έμαθε να παλεύω.»

…«Πάντα φως. Όνειρο είδα.»…

 

Η Γιοβάννα είναι μια σπουδαία παρουσία για την Ελλάδα. Μία διάσημη Ελληνίδα καλλιτέχνιδα στο εξωτερικό. Μία μεγάλη Κυρία της Μουσικής, της Ποίησης και της Συγγραφής.

Συνεπαρμένη από το βιβλίο, επικοινώνησα μαζί της και της ζήτησα να μου δώσει μία συνέντευξη. Θεωρώ ότι ήταν τιμή για εμένα η θετική απάντησή της. Με ενημέρωσε και για τα δύο επικείμενα ρεσιτάλ-εκδηλώσεις που θα έδινε, τραγουδώντας συνθέσεις του Σπήλιου Μεντή.
Και παραβρέθηκα.

Η πρώτη πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 19 Απριλίου στο Half Note και η δεύτερη την Τρίτη 2 Μαΐου στον Πολυχώρο Τέχνης “Αλεξάνδρεια”. Στο πιάνο την συνόδευε ο Χρήστος Κουμούσης. Παρούσες στις συναυλίες ήταν και οι δύο κόρες του Σπήλιου Μεντή. Η εξαιρετική ηθοποιός και γνωστή σε όλους Νένα Μεντή, μας έκανε έκπληξη και τραγούδησε, μόνη, κάποιες συνθέσεις του πατέρα της.
Η συγκινητική πρώτη βραδιά ολοκληρώθηκε με επιτυχία όπως και η δεύτερη. Η Γιοβάννα με μια φωνή αναλλοίωτη στο χρόνο τραγούδησε αρκετά τραγούδια του αειμνήστου συνθέτη, ξεδιπλώνοντας το ταλέντο που ο χρόνος δεν κατάφερε να αλλοιώσει.
Είναι εντυπωσιακό το πως κάποιες Κυρίες καταφέρνουν να μεγαλώνουν αγέρωχα και περήφανα στο χρόνο και να γίνονται σταθερές αξίες. Είναι πηγές Πολιτισμού για την χώρα μας.

Η Γιοβάννα ωρίμασε όμορφα. Και ό, τι έκανε στη ζωή της το έκανε σεμνά και ποιοτικά, έχοντας στο ενεργητικό της εξαιρετικές και διεθνείς διακρίσεις. Με ταλέντο και σοβαρότητα. Μέσα από την μουσική της καριέρα αλλά και από την ποιητική και συγγραφική μετέπειτα πορεία της (η οποία αριθμεί 20 λογοτεχνικά βιβλία), μας διδάσκει ήθος.
Γιατί κατάφερε να ζήσει και να υλοποιήσει το.. κάθε όνειρό της και συνεχίζει να βάζει νέους στόχους.. “ονείρων”. Ακόμα και σήμερα η παρουσία της αποτελεί Ιστορία από μόνη της στα καλλιτεχνικά δρώμενα της χώρας μας.
Ακολουθεί η συνέντευξη που παραχώρησε στο περιοδικό Fermouart. Είναι πολύ ενδιαφέρουσα γιατί μας μιλάει για όλα όσα συντέλεσαν στην επιτυχία της αυτή και όσα μας λέει είναι παρακαταθήκες. Αξίζει να την διαβάσετε.

 

Κυρία Ιωάννα Φάσσου-Καλπαξή, το 1952 σε πολύ μικρή ηλικία ξεκινήσατε μαθήματα Όπερας στο Ωδείο Αθηνών. Στο 2ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1960, κερδίσατε το 2ο βραβείο με το τραγούδι του Σπήλιου Μεντή “Καλοκαιράκι”. Κάνατε εκπομπές με το ψευδώνυμο Γιοβάννα στο ελληνικό ραδιόφωνο με την Ορχήστρα Ελαφράς Μουσικής του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας. Ήσασταν η πρώτη Ελληνίδα που συμμετείχε στον Διαγωνισμό Τραγουδιού της Eurovision το 1965, εκπροσωπώντας την Ελβετία με το τραγούδι «Non à Jamais Sans Toi» στην Νάπολη της Ιταλίας. Επίσης ήσασταν η πρώτη τραγουδίστρια κατά την επίσημη παρθενική πανελλήνια τηλεοπτική μετάδοση, στις 23 Φεβρουαρίου του 1966 που εμφανιστήκατε στην Ελληνική Τηλεόραση και δώσατε την έναρξη μουσικών εκπομπών σε μια πραγματικά δύσκολη εποχή. Τραγουδήσατε σε πρώτη εκτέλεση το διαχρονικό «Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου» του Μίκη Θεοδωράκη και είχατε την τύχη να συνεργαστείτε με όλους σχεδόν τους μεγάλους συνθέτες του ελληνικού τραγουδιού (Σταύρο Ξαρχάκο Μίμη Πλέσσα, Νίκο Μαμαγκάκη, Γιάννη Σπανό). Μιλήστε μας λίγο για εκείνα τα πρώτα χρόνια του «άστρου» σας αλλά και για τα μετέπειτα γιατί πέραν του έμφυτου ταλέντου σας, σίγουρα είχατε κι ένα φωτεινό αστέρι που σας καθοδηγούσε προς στην επιτυχία. Ποιοι ήταν οι παράγοντες που σας ώθησαν να ακολουθήσετε την καταπληκτική διαδρομή αυτή;

Άρχισα όπως όλα τα περισσότερα παιδιά. Από τριών χρονών ήξεραν ότι τραγουδάω. Η μητέρα μου στα οχτώ μου, με έγραψε στο ωδείο για παιδική χορωδία και μπαλέτο. Μετά, στα δεκατέσσερά μου, ακολούθησε ο δρόμος της φωνητικής για όπερα. Πήρα το δίπλωμά μου με βραβείο, ενώ παράλληλα, είχα ανοίξει την πόρτα της ραδιοφωνίας για το ελαφρό τραγούδι, δίνοντας εξετάσεις. Μπήκα με την πρώτη κι έτσι άρχισα τις εκπομπές με τη μεγάλη ορχήστρα και όλους τους τότε μαέστρους. Ήμουν ακόμα στη μέση του γυμνασίου. Κι επειδή στο Ωδείο Αθηνών σπούδαζα με υποτροφία, τις ραδιοφωνικές εκπομπές μου τις έκανα με το ψευδώνυμο Γιοβάννα, [από το Ιωάννα]. Ο λόγος προφανής τότε. Αυστηρό το ωδείο, θα μου έκοβε την υποτροφία. Σπουδάστρια για την όπερα να ασχολείται με το ελαφρό τραγούδι, ήταν το λιγότερο ασέβεια. Κάποια στιγμή έδωσα εξετάσεις στο Κρατικό Ίδρυμα Υποτροφιών, μαζί με άλλες δώδεκα κοπέλες εκείνη τη χρονιά για να σπουδάσω στο Ωδείo της Santa Cecilia της Ρώμης. Όμως, ανάμεσα μας, βρέθηκε και ένας άντρας, παρόλο που ήταν η χρονιά για γυναίκες. Παραξενευτήκαμε αλλά τι να πούμε; Στις εξετάσεις αυτές κερδίσαμε, για να πάμε στη Ρώμη, η Κική Μορφωνιού [η σπουδαία μεσόφωνος] κι εγώ. Συγχαρητήρια έδωσε στον πατέρα μου η επιτροπή, χαρά εγώ… Αυτό έγινε Σάββατο. Τη Δευτέρα είχα έρθει τρίτη και τη θέση μου για την Ιταλία την είχε πάρει ο άντρας!
Από αυτό ξεκινήσανε όλα. Γύρισα την πλάτη μου στην Όπερα και μπήκα επαγγελματικά πια στο χώρο του ελαφρού τραγουδιού. Δεν το μετάνιωσα ποτέ. Μου ανοίχτηκαν δρόμοι που δεν μπορούσα να φανταστώ. Στη Γιουροβίζιον δεν ήμουν η πρώτη που εκπροσώπησα ξένη χώρα. Πριν από εμένα ήταν ο Τζίμης Μακούλης, η Νάνα Μούσχουρη και η Βίκυ Λέανδρος και οι τρεις για το Λουξεμβούργο. Εγώ, ύστερα από διαγωνιστική βραδιά στο Λοκάρνο της Ελβετίας πήρα τη θέση για τη Νάπολη. Εκπροσωπούσα τότε και τον ραδιοφωνικό σταθμό – Radio- Geneve – της Ελβετίας στις διευρωπαϊκές συναυλίες: Musique aux Champs Elysees  σε όλη την Ευρώπη. Κι αυτό έγινε μετά το πρώτο βραβείο στο φεστιβάλ της Πολωνίας, απ’ όπου και ξεκίνησε η μεγάλη μου διαδρομή στην τότε Σοβιετική Ένωση. Ο διευθυντής του ελβετικού σταθμού, ο Louis Rey, μου έκανε την πρόταση για την εκπροσώπηση αυτή στην Ευρώπη και μου έδωσε την ευκαιρία να διαγωνιστώ στην Ελβετία μαζί με άλλες πέντε για τη Γιουροβίζιον. Κέρδισα. Στη Ελλάδα δούλεψα τέσσερα χρόνια μόνο, στα κέντρα που λεγόντουσαν τότε πολυτελή. Πικρή ιστορία αλλά αναγκαία για να γνωρίσω την άλλη όψη της ζωής. Όλα τα άλλα ήρθαν στη συνέχεια. Και έρχονται ακόμα

Το 1962, με το Φεστιβάλ στο Sopot της Πολωνίας, με το τραγούδι των Μίμη Πλέσσα και Κώστα Κινδύνη  “Τι κρίμα” κερδίσατε το πρώτο βραβείο και τότε ήρθε η Διεθνής καριέρα. Δώσατε πάνω από 150 κονσέρτα -με τεράστια νούμερα κοινού- στην Σοβιετική Ένωση και είχατε ρεκόρ πωλήσεων σε δίσκους. Στην δε Τιφλίδα της Γεωργίας το 2011 τιμής ένεκεν, σας δόθηκε και το κλειδί της πόλης. Τι νοσταλγείτε από εκείνη την εποχή; Ποιες είναι οι αναμνήσεις σας;
Οι αναμνήσεις μου δεν μπορεί παρά να είναι συγκινητικές. Μου έχουν προσφέρει, οι γεωργιανοί ειδικά τόση αγάπη, τόση εκτίμηση, τόση χαρά όση η χώρα μου πλατύτερα δεν μου έχει δώσει. Τους αγαπώ, τους ευχαριστώ από την ψυχή μου, κι αν έχω ένα «Άξιον εστί» στις «βαλίτσες» μου, αυτό είναι από εκείνους. Γιατί πριν μερικά χρόνια με φώναξαν στη Γεωργία του Καυκάσου για να λάβω μέρος στο μεγάλο Γκαλά για τη γιορτή της Πρωτεύουσάς τους και για να με αναγορεύσουν, σε επίσημη τελετή, επίτιμη πολίτιδα της Τιφλίδας, παραδίδοντάς μου το κλειδί της πόλης.

Μετά ήρθε ο γάμος σας και η στροφή σας στη λογοτεχνία. Πως ήταν να είσαστε μαθήτρια του «κολοσσού» που λέγεται Γιάννης Ρίτσος;
Το Μεγάλο μας Ποιητή τον γνώρισα από τον Σπήλιο Μεντή, που εκείνο τον καιρό ήμουν η τραγουδίστριά του. Ήταν η εποχή που οι αναμορφωτές Χατζηδάκις – Θεοδωράκης, δέσποζαν αναγεννώντας το ελληνικό τραγούδι. Ο Σπήλιος Μεντής, πατέρας της εξαιρετικής ηθοποιού Νένας Μεντή, με τα τραγούδια του οποίου κάνω τώρα τις εμφανίσεις μου, υπήρξε ένας αυτόφωτος συνθέτης. Δε παρασύρθηκε από την επιρροή των δύο μεγάλων συνθετών όπως πολλοί άλλοι τότε. Εκείνη την εποχή μελοποιούσε κι εκείνος Ποίηση. Πρώτα τα δώδεκα ποιήματα από τους Καημούς της Γειτονιάς του Γιάννη Ρίτσου και μετά Ελύτη. Όταν μελοποιούσε Ρίτσο πηγαίναμε κάθε Σάββατο στο σπίτι του Ρίτσου, τραγουδούσα εγώ το τραγούδι της εβδομάδας που είχε γράψει ο Σπήλιος και βαθμολογούσαν οι άλλοι – Συγγραφείς, Ποιητές και άνθρωποι της διανόησης – ποιο είναι το καλύτερο μέχρι εκείνη τη μέρα σε σύνθεση. Καταλαβαίνεις τι τύχη είχα τότε και που δυστυχώς, τώρα την αξιολογώ και την αναγνωρίζω. Πρέπει να ωριμάσει κανείς, τι να κάνουμε. Όταν έκανα τη στροφή στο Λόγο, φυσικό ήταν να πάω σ’ εκείνον ένα δείγμα γραφής μου. “Είναι ποίημα;” τον ρώτησα. “Όχι”, μου απάντησε. “Αλλά σ’ αυτά που γράφεις βλέπω ότι υπάρχει ο ποιητής. Αφού έχεις γράψει αυτή τη φράση” – και μου έδειξε μία- “γιατί να μην υπάρχουν χιλιάδες άλλες μέσα σου που περιμένουν να τις βγάλεις έξω”. Ήταν τόσο καλός με τους καινούργιους! Στοργικός, ευγενικός μετέδιδε το τι σημαίνει Ποίηση, τι Λόγος. Αυτό έκανε και σε μένα. Κι ήμουν καλή μαθήτρια. Μετά από πέντε δίωρες διδασκαλίες, εκείνος μου άναψε το πράσινο φως για να εκδώσω την πρώτη μου ποιητική συλλογή «Να προλάβω», τίτλο που μου βρήκε εκείνος. Τον Ευγνωμονώ, εκεί που είναι. Με το δικό του Ευαγγέλιο ακόμα προχωρώ.

Γράψατε ποίηση, θεατρικά έργα, πεζογραφία (Το 1986  το μυθιστόρημα σας “Άντε γεια “, το οποίο στείλατε να διαγωνιστεί μαζί με άλλα εκατό, στον προκηρυγμένο διαγωνισμό των εκδόσεων “Bell” πήρατε το πρώτο βραβείο. Αντίστοιχη πορεία είχε και το τρίτο μυθιστόρημά σας, ο “Βαμμένος ήλιος”). Κι εδώ πρωτιές. Πείτε μας λίγα λόγια ως προς αυτά.
Ήξερα, ένιωθα καλύτερα, ότι μπορούσα να γράψω και πεζό. Το κέντρισμα για το «Άντε, γεια» ήρθε από μια περίπτωση μιας μεγάλης γυναίκας που ζούσε στο ισόγειο της πολυκατοικίας μας. Δυνατή περίπτωση. Άρχισα να γράφω γι’ αυτήν μη γνωρίζοντας αν θα μου πάρει μία, δυο ή τρεις σελίδες. Έφτασα τις διακόσιες εξήντα.
Έτσι γεννήθηκε η πρώτη μου επαφή με το μυθιστόρημα, που έγινε ταινία από τον Γιώργο Τσεμπερόπουλο και θεατρικό σε προσαρμογή από τον Θανάση Παπαγεωργίου. Σ’ αυτή  τη μεταφορά, η κεντρική ηρωίδα μου είχε την τύχη να ενσαρκωθεί από τη μεγάλη Λήδα Πρωτοψάλτη. Όσον αφορά τον Βαμμένο ήλιο, δεν πήρε κανένα βραβείο. Απλώς έγινε επιτυχημένο σίριαλ για την TV, με πολύ καλούς ηθοποιούς. (Μπέτυ Λιβανού, Γιάννης Φέρτη κ.α).

Συνήθως κάποιος μετά από τέτοια τεράστια επιτυχία όπως αυτή που ζήσατε εσείς, αναμενόμενο είναι να αποκτήσει «έπαρση» αφού δεν είναι εύκολη η διαχείριση της. Πως καταφέρατε να παραμείνετε γλυκιά, απλή και χαμηλών τόνων; Τι μήνυμα θα δίνατε στα νέα παιδιά που κινούνται σε αυτούς τους δύσκολους χώρους σχετικά με την διαχείριση της επιτυχίας βάσει της εμπειρίας σας;
Θα μιλήσω γενικά στα παιδιά. Τους λέω λοιπόν, ότι πρέπει να υποψιαστούν, αν όχι να μάθουν όσο γίνεται πιο νωρίς, ότι η ζωή είναι ένα τεντωμένο σκοινί που πρέπει να περάσουν με τις λιγότερες πτώσεις. Δεν αστειεύεται. Ό, τι κάνουν ή δεν κάνουν, θα το βρουν μπροστά τους. Ανάγκη να χωνέψουν ότι πρέπει να βάλουν γερές βάσεις στο ξεκίνημά τους για να ζήσουν μετά πραγματικά ελεύθερα. Αν δεν στηριχτούν στις δικές τους δυνάμεις με όπλα που θα κουραστούν να αποκτήσουν, ελευθερία δε θα έχουν. Αυτή είναι η «μαγκιά» που πρέπει να υιοθετήσουν. Χωρίς κούραση. Τίποτα δε θα κερδίσουν. Να ρωτήσουν τον εαυτό τους τι αγαπούν και να το κυνηγήσουν. Γι αυτό υπάρχουν και τα όνειρα. Έχουν μεγάλες δυνάμεις μέσα τους. Ας καταλάβουν, με οδηγό την ειλικρίνεια απέναντι στον ίδιο τους τον εαυτό, αυτό για το οποίο είναι πλασμένα κι ας παλέψουν να το κερδίσουν με νύχια και με δόντια.  Ότι η υγεία τους στον σημερινό κόσμο, εξαρτάται κατά πολύ μεγάλο μέρος από το μυαλό τους. Γι αυτό εν κατακλείδι  θα τους πω: Ζήστε  έξυπνα, χωρίς εξυπνάδες.
Έπαρση δεν είχα ποτέ και φυσικά δεν θα έχω. Όσο μαθαίνεις, τόσο πιο απλός γίνεσαι. Και αγάπη. Το μεγάλο κλειδί για όλα τα διανθρώπινα προβλήματα. Το μεγαλύτερο όπλο, το ουσιαστικότερο. Μας το έδωσε ο Ιησούς κι η ανθρωπότητα δεν το χρησιμοποιεί. Κωφεύει.

Εξομολογηθείτε μας μία κακή ανάμνηση που βιώσατε στην καλλιτεχνική σας ζωή.
Πολλές οι άσχημες εμπειρίες.  Δεν θέλω να τις θυμάμαι γιατί δεν είναι… έξυπνο. Εγώ πικραίνομαι, εγώ μαυρίζω. Ποιος ο λόγος; Έπειτα είμαι άνθρωπος που ξεχνάει. Που δεν κρατάει κακία. Την άλλη μέρα μπορεί να έχω ξεχάσει τί μου έκανε κάποιος. Και δεν θέλω να αλλάξω. Είμαι πολύ καλά με τον εαυτό μου έτσι.

Στις 12 Φεβρουαρίου 2015 βραβευτήκατε από τον Όμιλο για την Unesco Τ.Λ.Ε.Ε, για την συνολική σας προσφορά στον πολιτισμό σε τελετή που έλαβε χώρα στο ίδρυμα Β & Μ Θεοχαράκη. Μετά από όλη αυτή τη σπουδαία διαδρομή σας, υπάρχει κάτι που θα θέλατε να ξανακάνετε από την αρχή; Υπάρχει κάτι που δεν έχετε κάνει και που θα επιθυμούσατε να κάνετε;
Θα ήθελα να ξέρω, από τότε που άρχισα να καταλαβαίνω τον εαυτό μου, ποια είμαι. Τι θέση έχω στη ζωή, ποιο το χρέος μου και ποια τα δικαιώματά μου. Να μάθω να μην επιτρέπω σε κανέναν να με λεηλατεί. Να μάθω να λέω όχι εκεί που πρέπει, Όπως στις επιλογές των τραγουδιών για δίσκους, τότε που τους έκανα π.χ. από τα δέκα τραγούδια που τραγούδησα στη δισκογραφία, θα κρατούσα το ένα ή τα δυο σήμερα. Ή και κανένα. Όπως κάνουν όλοι οι τραγουδιστές. Χρόνια ψάχνουν τι θα τραγουδήσουν στο επόμενο άλμπουμ τους. Τους ζηλεύω. Επίσης θα ήθελα να έχω εξαντλήσει – για τότε που έκανα τραγουδιστική καριέρα μιλάω – τις δυνατότητες της φωνής μου, της έκφρασής μου. Πιστεύω ότι δεν ανέπτυξα τις ικανότητές μου όσο αυτές άξιζαν και μπορούσαν.

Πως αισθανθήκατε στις δύο τελευταίες εμφανίσεις σας στις συναυλίες που δώσατε στο Half Note και στον Πολυχώρο Τέχνης “Αλεξάνδρεια” στην μνήμη του Σπήλιου Μεντή;
Χαρούμενη. Επιτέλους, ώριμη πια και με συνείδηση, προσφέρω στο σημερινό κοινό, το κεφάλαιο Σπήλιος Μεντής. Να μου φύγουν και οι τύψεις γιατί τότε δεν κάναμε δικές μας συναυλίες ή ρεσιτάλ για να λέμε ό, τι άρεσε σε εμάς. Την επιλογή μας δηλαδή, την τοποθέτησή μας από εμάς τους ίδιους στους χώρους των εμφανίσεών μας. Τώρα είναι αλλιώς. Και ζηλεύω πάλι.

«Όνειρο Είδα». Πείτε μας λίγα λόγια για την τελευταία σας εξαιρετική ποιητική συλλογή που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Τι σας ενέπνευσε να γράψετε ένα τέτοιο επικό άσμα;
Το «Όνειρο είδα» δεν είναι ποιητική συλλογή. Είναι εξαιρετικά συμπυκνωμένη, η παγκόσμια ιστορία και η ιστορία της Ελλάδας, με τη γλώσσα της Ποίησης. Και γράφτηκε σε ώρα που δεν το περίμενα καθόλου. Πάντα είχα μια πίκρα μέσα μου και την έχω: Ότι εμείς οι Έλληνες, ντύνουμε την Ελλάδα μας με κουρέλια. Δεν την αγαπάμε. Τη βρωμίζουμε, την καίμε, επιτρέπουμε στον καθένα να χτίζει ότι κατεβάζει το μυαλό του. Ας μη μιλήσω για τους κάθε φορά κυβερνώντες. Καμιά έγνοια, καμιά αγάπη για την Ελλάδα. Ούτε ίχνος ευθύνης για το τι θα παραδώσουν στις γενιές που ήρθαν και που θα έρθουν. Τον εαυτούλη τους στον καθρέφτη μόνο και προς Θεού να μη χάσουν την καρέκλα τους. Έτσι η μιζέρια έχει απλωθεί στο μεγαλύτερο εδαφικό και όχι μόνο, δυστυχώς, ποσοστό, της επικράτειας. Και για να εστιάσω στα ορατά, υπάρχουν μελετημένες αρχιτεκτονικά πόλεις; Υπάρχουν φιλάνθρωπες πόλεις; Οι εργολάβοι οργιάζουν ανεξέλεγκτοι για να κερδίσουν. Αυτό είναι το μέλημά τους. Δεν θα συγχωρήσω ποτέ τον πρώτο Καραμανλή που γέμισε την Αττική τσιμέντο γκρεμίζοντας αριστουργήματα. Παρόλα μάλιστα όσα του έλεγε ο Δοξιάδης ο μεγάλος αρχιτέκτονας. Καρκινικός όγκος μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι σου έγινε η Αθήνα. Το ίδιο και όλες οι άλλες πόλεις στη χώρα μας, αν εξαιρέσεις κάπως τη Θεσσαλονίκη. Κι έτσι, ένα πρωί, κάθισα στον υπολογιστή κι από τη φωτιά που ξεπήδησε οδηγήθηκε η ψυχή, η γνώση πια – σαράντα πέντε χρόνια γράφω – και η φαντασία μου. Δεκαπέντε μέρες, σε ύπνο σε ξύπνιο, υπήρχα μόνο  για το «Όνειρο είδα». Για τίποτα άλλο.

Αγαπημένοι στίχοι από το βιβλίο σας αυτό για να κλείσουμε την συνέντευξη;
Θα ήθελα να ενημερώσω τους αναγνώστες σου, ότι στις 14 του Μάη, στον χώρο  τέχνης «Ιδιόμελο» στο Μαρούσι, θα κάνουμε μια παρουσίαση του ποιήματος με την συνθέτιδα, πιανίστα και ερευνήτρια Άννα Στερεοπούλου, στην οποία θα απαγγείλω όλο το ποίημα με τη συνοδεία της. Και να πω ακόμα ότι το βιβλίο βγήκε από τις Εκδόσεις «Βακχικόν» με εξώφυλλο και οπισθόφυλλο του ζωγράφου Μίλτου Παντελιά και με συνημμένο ένα cd, στο οποίο απαγγέλλω το ποίημα με τη συνοδεία της Άννας Στερεοπούλου.
Και για το τέλος, καταθέτω για τους αναγνώστες σου, τους τελευταίους στίχους του ποιήματος:

«Φως
Φως
Πάντα φως.
Όνειρο είδα.»

Σας ευχαριστώ πολύ.

Ευχαριστώ επίσης τις Εκδόσεις Βακχικόν για την ευγενή προσφορά τους.

Το βιβλίο μαζί με το CD μπορείτε να το αναζητήσετε στις Εκδόσεις Βακχικόν, Ασκληπιού 17, 106 80 Αθήνα, τηλ. 210 3637867.

 

Φωτό: Βίκη Κουτρή
(Τη βασική και την τελευταία φωτό της παρουσίασης, τις δανείστηκα από την ίδια. Οι φωτό εποχής της συνέντευξης είναι από το διαδύκτιο).