Από τον Γιώργο Ξανθάκη

1968 – 2018.

Μισός αιώνας από την ταραχώδη χρονιά του 1968 με τις επαναστατικές εκρήξεις και τα γεγονότα που σημάδεψαν όχι μόνο την Ευρώπη αλλά τον κόσμο όλο. Ήταν το αποκορύφωμα μιας δεκαετίας η οποία σιγόβραζε και οδήγησε στη μεγάλη παγκόσμια έκρηξη, η οποία μπορεί να μην ανέτρεψε το σύστημα και ο κόσμος να μην έγινε διαφορετικός αλλά, φαίνεται πως άλλαξε τη σκέψη των ανθρώπων.

Κομβικό γεγονός του 1968 η επαναστατική έκρηξη του γαλλικού Μάη – Ιούνη, ορόσημο στην  ιστορία των λαϊκών αγώνων της Ευρώπης και του δυτικού κόσμου γενικότερα, που θα αφήσει ανεξίτηλα σημάδια στις γενιές που θα ακολουθήσουν.

Τα γεγονότα ξεκίνησαν από κινητοποιήσεις των Γάλλων μαθητών και φοιτητών, επεκτάθηκαν με γενική απεργία των Γάλλων εργατών και τελικά οδήγησαν σε πολιτική και κοινωνική κρίση, που άρχισε να παίρνει διαστάσεις επανάστασης και οδήγησε στη διάλυση της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης και την προκήρυξη εκλογών από τον τότε πρόεδρο Σαρλ Ντε Γκωλ.

Μερικοί φιλόσοφοι και ιστορικοί έχουν υποστηρίξει ότι η εξέγερση ήταν το πιο σημαντικό επαναστατικό γεγονός του 20ού αιώνα, επειδή δεν πραγματοποιήθηκε από μεμονωμένο πλήθος, όπως οι εργαζόμενοι ή οι φυλετικές μειονότητες, αλλά ήταν μια παλλαϊκή εξέγερση, άνευ φυλετικών, πολιτιστικών, ηλικιακών και κοινωνικών διακρίσεων.

Με ευφάνταστα συνθήματα όπως «Η φαντασία στην εξουσία»,  «Απαγορεύεται το απαγορεύεται», «Πάρε τηλέφωνο την μοναξιά σου η βγες ξανά στους δρόμους της φωτιάς», «Γίνετε ρεαλιστές απαιτήστε το αδύνατο» αμφισβητήθηκαν οι παλαιές θεωρίες και ιδεολογίες και απαιτήθηκε η αλλαγή των κοινωνικών αξιών.

Ο κινηματογράφος, περισσότερο ίσως από κάθε άλλη μορφή τέχνης, πέρα από την καθαρά ψυχαγωγική του διάσταση, λειτουργεί ως ένας παγκόσμιος κώδικας επικοινωνίας, μεταφοράς αλλά και επεξεργασίας εμπειριών, ως ένα μέσο κοινωνικού προβληματισμού και πολιτικής συνειδητοποίησης.

Γυρισμένες πριν, κατά τη διάρκεια ή και μετά το ’68, οι ταινίες που αναφέρονται στη συνέχεια αντανακλούν με τον πλέον αντιπροσωπευτικό τρόπο το πνευματικό, καλλιτεχνικό, κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο που τροφοδότησε και πυροδότησε το επαναστατικό κίνημα της περιόδου και προσφέρουν στο θεατή όχι μόνο μια γλαφυρή τοιχογραφία της εποχής, αλλά και το πιστό ψυχογράφημα μιας γενιάς.   

‘’Πριν από την επανάσταση’’ (1964)του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι

«Στο “Πριν από την επανάσταση” είχα ξεγυμνωθεί τελείως, με όλη την αλαζονεία και την αδιαντροπιά της νιότης: ήμουν μόλις 22 χρόνων και πάλευα σαν ιεραπόστολος, σαν μυστικιστής, σαν τρομοκράτης … Ήταν μια ταινία με την οποία έπρεπε να ξεκαθαρίσω τους λογαριασμούς μου μ’ όλο εκείνο το βαρύ αυτοβιογραφικό φορτίο που πρέπει να ξεφορτωθείς, αν θέλεις να πας μπροστά». Αυτά έλεγε ο δημιουργός της 30 χρόνια μετά γι αυτήν τη αψεγάδιαστη στιλιστικά και απόλυτα προσωπική ταινία-ελεγεία για την χαμένη νιότη. Το “Πριν από την επανάσταση” μιλά για το τι σημαίνει να είσαι νέος και να ζεις κολλημένος μπροστά στο σταυροδρόμι ή στο κατώφλι της ζωής, χωρίς να κάνεις το κρίσιμο βήμα, χωρίς να ξέρεις ποιον δρόμο να πάρεις, αναποφάσιστος με «ποιους θα πας και ποιους θ’ αφήσεις».

‘’Η Κινέζα’’ (1967) του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ

Παρίσι 1967. Πέντε νέοι Μαοϊκοί, μεταξύ των οποίων η φοιτήτρια Φιλοσοφίας Βερονίκ (Anne Viazemsky – μετέπειτα κυρία Godard) και ο ηθοποιός Γκιγιόμ (Jean-Pierre Léaud) ριζοσπαστικοποιούνται σύμφωνα με τις επιταγές του Μάο. Πιστοί στο πνεύμα της κινέζικης «πολιτιστικής επανάστασης» απορρίπτουν το κομμουνιστικό κόμμα, την αστική ιδεολογία, την αστική κουλτούρα, την αστική τέχνη. Η ταινία, η οποία διαδραματίζεται στη Ναντέρ, μετέπειτα ορμητήριο του Ντανιέλ Κον Μπεντίτ και των πρώτων καταλήψεων του Μάη του 68, καταγράφει με πειστικότητα την ψυχολογία, τους στόχους και τα αδιέξοδα των ακροαριστερών ομάδων και την συγγένειά τους με την πολιτική τρομοκρατία. Η Κινέζα σηματοδοτεί την πολιτική ριζοσπαστικοποίηση του ίδιου του Godard και θεωρείται προφητική – όπως και η επόμενη ταινία του, “Το Σαββατοκύριακο” – σε σχέση με το Μάη του ’68.

‘’Εάν’’ (1968) του Λίντσεϋ Άντερσον

Εμπνευσμένη από το ομώνυμο ποίημα του Ράντιαρ Κίπλιγκ και βασισμένη στο αριστούργημα του Jean Vigo Διαγωγή μηδέν (1933), η ταινία σκιαγραφεί τις καταπιεστικές συνθήκες διαβίωσης σε ένα βρετανικό οικοτροφείο της ελίτ. Πρωταγωνιστές της είναι τρία αγόρια, που αφού έχουν υποστεί πλήθος σωματικών και ψυχολογικών εξευτελισμών, αποφασίζουν να αντιπαρατεθούν με το σύστημα και να «σπάσουν» τους κανόνες. Προϊόν του βρετανικού Free Cinema, η ταινία άγγιξε μια πολύ ευαίσθητη χορδή όταν προβλήθηκε το ’68, τη χρονιά ορόσημο των καταλήψεων και των φοιτητικών αναταραχών σε όλο τον κόσμο. Το γεγονός αυτό συνετέλεσε στο να βραβευτεί με τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών τον επόμενο χρόνο.

‘’Zabriskie point’’(1970) του Μικελάντζελο Αντονιόνι

Ο Μαρκ, ένας φοιτητής που καταζητείται από τις αρχές για το φόνο ενός αστυνομικού σε συμπλοκές εντός του πανεπιστημίου, διαφεύγει κλέβοντας ένα αεροσκάφος. Συναντάει στην έρημο την Ντάρια, μια φοιτήτρια που έχει επίσης εγκαταλείψει το αφεντικό της και απολαμβάνει τη ζωή με τον δικό της τρόπο. Οι δυο τους θα ερωτευθούν και θα συνεχίσουν την ξέφρενη πορεία τους μακριά από όλους. Οι τελικές σκηνές Αποκάλυψης, όπου η Ντάρια φαντασιώνεται το υπερμοντέρνο κτίριο της εταιρείας της, χτισμένο μες την έρημο, μαζί με όλα τα καταναλωτικά σύμβολα να τινάζεται- ξανά και ξανά -στον αέρα, είναι πλημμυρισμένες από την ονειρική μουσική των Πινκ Φλόιντ.

Το παραγνωρισμένο ψυχεδελικό έπος του Μικελάντζελο Αντονιόνι για το επίπλαστο  Αμερικάνικο όνειρο ,τις φοιτητικές διαδηλώσεις και καταλήψεις, την αντίδταση ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ ,τη γενιά των χίππυς με τον αυτοπεριορισμό και τη περιθωριοποίηση τους.

“Φράουλες και αίμα”(1970) του Στιούαρτ Χάνγκμαν

Η ταινία βασίζεται στην αληθινή ιστορία της εξέγερσης των φοιτητών στο πανεπιστήμιο της Columbia. Tον Aπρίλιο του ’68 καταλαμβάνουν το πανεπιστήμιο της Kολούμπια στη Nέα Yόρκη, εκφράζοντας την ολοκληρωτική απόρριψη του ιμπεριαλισμού των HΠA. Παλεύουν ενάντια στα κέντρα κατάταξης στο στρατό που λειτουργούν στο εσωτερικό του πανεπιστημίου και στις φυλετικές διακρίσεις, ενώ κύριο πεδίο δράσης τους γίνεται ο αγώνας ενάντια στο σύστημα και το ρόλο της εκπαίδευσης.

Tο Mάη, έπειτα από πορεία συμπαράστασης στους γάλλους φοιτητές, καταλαμβάνεται με αντιρατσιστικά και αντιπολεμικά αιτήματα. Στις 15 Mαΐου οι φοιτητές συγκρούονται εκ παρατάξεως με την αστυνομία, που πυροβολεί εναντίον του άοπλου πλήθους. Tραυματίζονται 100 περίπου καταληψίες. H αναταραχή διαρκεί δύο μήνες και διαλύεται βίαια από την αστυνομία και την εθνοφυλακή.

Κλασσική ταινία της αντικουλτούρας της γενιάς του 60, βασισμένη χαλαρά στο βιβλίο του James Simon Kunen όπου περιγράφει τις εμπειρίες του ως φοιτητής από τα πραγματικά γεγονότα της εξέγερσης των φοιτητών.

‘’Το βάθος τ’ ουρανού είναι κόκκινο’’(1977) του Κρις Μαρκέρ

Ο σπουδαίος Chris Marker κατορθώνει να συλλάβει την οργή, τη χαρά, το πάθος, την ένταση, τον αυθορμητισμό του γαλλικού Μάη, αλλά και τις παλινδρομήσεις, τις αντιφάσεις στο εσωτερικό της εξέγερσης, τις αστικές καταβολές, την κατ’ επίφαση υπερ-επαναστατικότητα (επεισόδιο της Αβινιόν), την ιδεολογική σύγχυση και την πολιτική ασάφεια ενός κινήματος που άλλαξε ριζικά τα δεδομένα του παιχνιδιού, άσχετα αν δεν μπόρεσε ν’ αλλάξει και τον κόσμο. Μέσα από το τρίγωνο Βιετνάμ-Τσε Γκεβάρα-Μάης 68, ο Marker μ’ αυτήν την ταινία-παλμογράφο, μετρά τους σφυγμούς ενός ταραγμένου και ανήσυχου κόσμου, τον αγώνα του για απελευθέρωση και χειραφέτηση, τις αντιστάσεις του απέναντι σε κάθε μορφή αυταρχικής εξουσίας (έξοχες οι εικόνες καταπίεσης μονταρισμένες «πάνω» στο Θωρηκτό Ποτέμκιν). 

«Μεγάλες νύχτες, μικρά πρωινά»( 1978) του Γουίλιαμ Κλάιν

Ο Μάης του ’68, μέσα από τη ματιά του Αμερικανού φωτογράφου Γουίλιαμ Κλάιν. Από τις πρώτες συνεδριάσεις στη Σορβόννη μέχρι και την κατάληψη του θεάτρου «L’ Odeon», η κάμερα του Γουίλιαμ Κλάιν μας μεταφέρει με μοναδικό τρόπο μέσα στην ατμόσφαιρα των δρόμων του Παρισιού και μας φέρνει πρόσωπο με πρόσωπο με τους διαδηλωτές και τις ζυμώσεις ενός μήνα που για πολλούς άλλαξε τον κόσμο. 

Να πεθαίνεις στα τριάντα σου(1982) του Ρομέν Γκουπίλ

Κινηματογραφική βιογραφία του Μισέλ Ρεκανατί, ηγέτη του μαθητικού κινήματος το Μάη του ’68 και στη συνέχεια επικεφαλής των «ομάδων περιφρούρησης» της τροτσκιστικής Επαναστατικής Κομμουνιστικής Νεολαίας (JCR).

Ο Ρομάν Γκουπίλ, στις τελευταίες τάξεις του γυμνασίου τότε, έζησε τα γεγονότα του Γαλλικού Μάη «από μέσα», όντας οργισμένος ακτιβιστής, σε πεζοδρόμια και οδοφράγματα. Πάντα μαζί του μια οχτάρα κάμερα, καθώς από τα μικρά του κιόλας χρόνια, προτιμούσε να κινηματογραφεί παρά να μιλάει. Πολιτικός του μέντορας, αλλά και κολλητός του, τότε, ο Μισέλ Ρεκανατί, ταγμένος επαναστάτης, παρών σε κάθε διαδήλωση, σε κάθε σύγκρουση, σε δεκάδες συζητήσεις για το μέλλον και την κατεύθυνση της επανάστασης, ταυτόχρονα, ένα παιδί με ένα διαρκές τραύμα μετά την ανακάλυψη πως ήταν υιοθετημένος.

Στην πορεία, ο Ρομάν Γκουπίλ μπλέχτηκε για τα καλά με το σινεμά, ενώ ο Μισέλ αγωνιζόταν να προσαρμοστεί στις καινούργιες εποχές. Δεν το κατάφερε ποτέ. Το 1978, πριν κλείσει τα τριάντα του, έδωσε τέλος στη ζωή του.

Ο Ρομάν Γκουπίλ, συγκεντρώνει το υλικό που τραβούσε τις μέρες της εξέγερσης και αποχαιρετά τον αγαπημένο του φίλο και μαζί του και τις μέρες της αθωότητας. Ορισμένα αποσπάσματα του φιλμ αφήνουν ζωηρά συναισθήματα και εντυπώσεις, μυρίζουν σχεδόν δακρυγόνα. Η εικόνα των εξεγερμένων στους δρόμους είναι ασπρόμαυρη, τονίζοντας την πολιτική αντίθεση των δύο άκρων, αντικομφορμιστική γιατί υπακούει στην ουτοπία, γλυκόπικρη, γιατί μπορεί το μήνυμα της αμφισβήτησης να είναι αισιόδοξο, η αλήθεια όμως της καθημερινής πάλης σημαδεύεται και από θάνατο.

Η ταινία κέρδισε τη Χρυσή Κάμερα στο Φεστιβάλ Καννών 1982 και στη συνέχεια το Βραβείο Σεζάρ (Best First Work) 1983.

Ο Μιλού το Μάη (1990) του Λουί Μαλ

Όταν στο τέλος της ταινίας ο Μιλού (θαυμάσιος ο Michel Piccoli) χορεύει με το φάντασμα της πεθαμένης μητέρας του, ο χρόνος της επανάστασης έχει λήξει, οι δρόμοι για το Παρίσι έχουν ανοίξει, οι συγγενείς και φίλοι έχουν φύγει και το ρολόι της πραγματικότητας έχει επανέλθει στους κανονικούς του κτύπους. Ό,τι έχει προηγηθεί μοιάζει με το τελευταίο όνειρο που είδε η γιαγιά, λίγο πριν εγκαταλείψει τον μάταιο τούτο κόσμο. Και είναι ακριβώς η γιαγιά Βιεζάκ, παρούσα-απούσα πάνω στο νεκροκρέβατό της, και ο Μάης του 68, που ακούγεται συνεχώς μέσα από το ραδιόφωνο (κάτι σαν ηχητική παραίσθηση), οι πραγματικοί πρωταγωνιστές αυτής της γλυκόπικρης ταινίας. Όλα τα υπόλοιπα πρόσωπα, πιασμένα σ’ ένα κωμικοτραγικό γαϊτανάκι, χορεύουν στον ρυθμό των «μικρών» συμβάντων της ζωής και των «μεγάλων» γεγονότων της Ιστορίας.

Οι ονειροπόλοι (2003) του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι

Μόνοι στο Παρίσι με τους γονείς να λείπουν για διακοπές η Ιζαμπέλ και ο αδερφός της Τεό προσκαλούν τον συμφοιτητή τους Μάθιου, έναν νεαρό Αμερικάνο, να μείνει για λίγο στο σπίτι μαζί τους. Οι τρεις νεαροί θα φτιάξουν τους δικούς τους κανόνες και θα πειραματιστούν συναισθηματικά και σεξουαλικά σε μια σειρά ιδιαίτερα απαιτητικών παιχνιδιών. Με φόντο την ταραχώδη πολιτική περίοδο των γεγονότων της Άνοιξης του ‘68 στην Γαλλία, όταν η φωνή των νέων αντηχούσε σε όλη την Ευρώπη, Οι Ονειροπόλοι είναι μια ιστορία εσωτερικής ανακάλυψης καθώς τρεις φοιτητές δοκιμάζουν τα όριά τους. Ο Μπερτολούτσι κινηματογραφεί με την όρεξη και την ορμητικότητα των νεανικών του χρόνων -της εποχής του «Κομφορμιστή» και του «Τελευταίου τανγκό στο Παρίσι»- χωρίς να παρασύρεται ούτε στη γλυκερή νοσταλγία ούτε και στον ξύλινο διδακτισμό.

«Μετά το Μάη» (Apres Mai) (2012)του Ολιβιέ Ασαγιάς 

Λίγο έξω από το Παρίσι στις αρχές της δεκαετίας του ’70, ο 18χρονος Ζιλ, τελειόφοιτος μαθητής λυκείου, παρασύρεται από την πολιτική και δημιουργική αναταραχή της εποχής. Όπως και οι φίλοι του, ταλαντεύεται ανάμεσα στις ριζοσπαστικές πολιτικές δεσμεύσεις και στις προσωπικές του προσδοκίες. Οι πράξεις τους θα τους φέρουν στην Ιταλία και αργότερα στο Λονδίνο, όπου μέσα από ερωτικές συναντήσεις και καλλιτεχνικές αναζητήσεις, κάποια στιγμή θα αναγκαστούν να κάνουν τις τελικές επιλογές τους για να βρουν τη θέση τους μέσα σ’ αυτούς τους ανήσυχους καιρούς. Ο σκηνοθέτης Ολιβιέ Ασαγιάς παρουσιάζει τη συγκινητική όσο και τρυφερή ιστορία ενηλικίωσης μιας παρέας νέων μέσα στο εκρηκτικό κλίμα μιας καθοριστικής εποχής, συνδυάζοντας αριστοτεχνικά το προσωπικό με το πολιτικό, κάνοντας τις δικές του αναγωγές ανάμεσα στη γενιά που μεγάλωσε μέσα στον πολιτικό ριζοσπαστισμό και σε μια σημερινή που αναζητεί το δικό της δρόμο μέσα σε μια εξίσου θυελλώδη εποχή. Όπως και σήμερα, έτσι και τότε, η αίσθηση της ματαίωσης ήταν έντονη, ωστόσο η ένταση των νεανικών χρόνων και η επιθυμία για εμπειρίες υπερνικά τις όποιες απογοητεύσεις και οδηγεί τους ήρωες σ’ αυτό που τελικά προσδοκούν να γίνουν.

Πηγές:

  • Εκδόσεις Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης
  • IMDB
  • Βικιπαίδεια
  • gr

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΞΑΝΘΑΚΗΣ – βιογραφικό: 

Ζω και εργάζομαι στη νεοκλασική Ερμούπολη της Σύρου. Στη διδασκαλία των Φυσικών Επιστημών οφείλω το ζην, στο σινεμά το ευ ζην. Συμμετείχα στην δημιουργία κινηματογραφικής λέσχης στη Σύρο, στη διοργάνωση του προγράμματος «ΠΑΜΕ ΣΙΝΕΜΑ» στα σχολεία των Κυκλάδων, συντάσσω την εβδομαδιαία κινηματογραφική σελίδα «Σινεπιλογές» στην Κυκλαδίτικη εφημερίδα «ΚΟΙΝΗ ΓΝΩΜΗ» και διαχειρίζομαι κινηματογραφικά ιστολόγια και ομάδες. Την εμβάθυνση μου στο σινεμά την οφείλω στους Γιάννη Μπακογιαννόπουλο και Βασίλη Ραφαηλίδη που με τα κείμενα τους με έμαθαν να απολαμβάνω τα έργα των κορυφαίων auteurs. Κινητήρια δύναμη μου η ρήση του Αντρέ Μπαζέν: “Ο κινηματογράφος είναι ένα ανοικτό παράθυρο στον κόσμο”. Αγαπημένη μου ταινία παραμένει πάντα η μυθική “La strada” του Φελίνι.

Δείτε επίσης του ιδίου:

https://fermouart.gr/2018/04/25/stanley-kubrick/

«Μιλώντας για σινεμά με τον Πλάτωνα Ριβέλλη» του Γιώργου Ξανθάκη