TULLY

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΥΤΥΧΙΑ;

31 MAIOY ΣΤΟΥΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥΣ

 

Σκηνοθεσία:

Τζέισον Ράιτμαν

Σενάριο:

Ντιάμπλο Κόντι

Πρωταγωνιστούν:

Σαρλίζ Θερόν

Μακένζι Ντέιβις

Ρον Λίβινγκστον

Μαρκ Ντουπλάς

Διεύθυνση Φωτογραφίας: Έρικ Στίλμπεργκ

Σκηνογραφία: Αναστάζια Ναζάρο

Μοντάζ: Στέφαν Γκρουμπ

Μουσική: Ρομπ Σιμόνσεν

Διάρκεια: 1 ώρα και 36 λεπτά

 

Teaser Trailer: https://youtu.be/PahPVpJMyig

Official Trailer: https://youtu.be/M-PHS7L9FYw

Facebook Page: https://www.facebook.com/tanweergreece/

Instagramhttps://www.instagram.com/tanweergreece

 

 Η Σάρλιζ Θέρον δίνει μια ατρόμητη ερμηνεία” Variety

“Μια αστεία και αιχμηρή όψη της αυταπάρνησης των γονιών” The Hollywood Reporter

“Μία υπέροχη ταινία για τα ψέματα που λέμε στον εαυτό μας” The Guardian

“Η μοντέρνα εκδοχή της Μαίρη Πόππινς” IndieWire

 

 Το δημιουργικό δίδυμο, Τζέισον Ράιτμαν και Ντιάμπλο Κόντι, που μας χάρισε το ξεχωριστό και οσκαρικό «Juno» επιστρέφει με μία κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του ιστορία με πρωταγωνίστρια τη βραβευμένη με Όσκαρ, και ταλαιπωρημένη για τις ανάγκες της ταινίας, Σαρλίζ Θερόν. Ο τέσσερις φορές υποψήφιος για Όσκαρ σκηνοθέτης Τζέισον Ράιτμαν («Ραντεβού στον Αέρα») ενώνει και πάλι τις δυνάμεις του με τη σεναριογράφο Ντιάμπλο Κόντι σε μία τρυφερή, αιχμηρή και συγκινητική κομεντί που αποφεύγει τα κλισέ και τολμά να εξερευνήσει την ωμή πραγματικότητα πίσω από το προσωπείο της μητρότητας.

Σύνοψη

Η Μάρλο (Σαρλίζ Θερόν), μια παντρεμένη γυναίκα με δυο παιδιά, είναι έγκυος στο τρίτο, και με μισή καρδιά δέχεται το καλοπροαίρετο δώρο του αδελφού της (Μαρκ Ντουπλάς) για «νυχτερινή νταντά», με την ελπίδα να ελαττώσει λίγο το στρες της καθημερινότητας της. Η «νυχτερινή νταντά» Τάλι (Μακένζι Ντέιβις) έχει τη μορφή μιας όμορφης, ανεξάρτητης φοιτήτριας που θα τη βοηθήσει όχι μόνο να βρει περισσότερο χρόνο να ξεκουραστεί, αλλά και να αλλάξει εντελώς τη ζωή της με τον πιο απρόσμενο τρόπο.

 

Η ΣΥΛΛΗΨΗ

Η σύλληψη του Tully έγινε το 2015, λίγο καιρό αφού η  Ντιάμπλο Κόντι γέννησε το τρίτο της παιδί. Με δύο μικρά παιδιά που απαιτούσαν πολύ χρόνο και ενέργεια, η Κόντι δεν έτρεφε ψευδαισθήσεις για την ικανότητα της να χειριστεί την εξουθενωτική κατάσταση σε συνδυασμό με την έλλειψη ύπνου που φέρνει ένα νεογέννητο. Προσέλαβε μια νυχτερινή νταντά, που ερχόταν στο σπίτι της στις 10 τη νύχτα και πρόσεχε το μωρό μέχρι νωρίς το επόμενο πρωί.

Οι υπηρεσίες αυτού του είδους έχουν γίνει όλο και πιο δημοφιλείς μέσα σε μία δεκαετία, ειδικά ανάμεσα στις εργαζόμενες γυναίκες που ζουν σε μεγάλες πόλεις. Αλλά η Κόντι δεν ήξερε την ύπαρξη τους μέχρι την επιτυχία του Juno που την έφερε στο Λος Άντζελες για να δουλέψει στον χώρο του θεάματος. «Μεγάλωσα στο Ιλινόι και δεν είχα ακούσει για τις νυχτερινές νοσοκόμες. Μου φάνηκε παράξενη ιδέα αλλά και πολύ έξυπνη» παρατηρεί η σεναριογράφος. «Στο πρώτο μου παιδί ήμουν πεισματικά αντίθετη με την ιδέα. Το ίδιο και στο δεύτερο. Στο τρίτο, κατάπια την περηφάνια μου. Η νυχτερινή νταντά με βοήθησε με τη φροντίδα του μωρού κι έτσι μπορούσα να είμαι ξεκούραστη το πρωί για τα δύο μεγαλύτερα παιδιά μου. Ήταν μια αποκαλυπτική εμπειρία. Γιατί ακόμα και με τη βοήθεια, είσαι κουρασμένη. Ήταν σοκαριστικό πόσο την αγάπησα, γιατί ένιωθα ότι ήταν ο σωτήρας μου».

Αυτή η εμπειρία της έδωσε την ιδέα για μία ταινία για την επιλόχεια προσπάθεια μιας γυναίκας και την απρόσμενα νεαρή νταντά που τη ξαναφέρνει στη ζωή. Ήθελε να πει την ιστορία μια γυναίκας συντετριμμένης από τις απαιτήσεις της μητρότητας μετά τη γέννηση και του τρίτου παιδιού. Μιας γυναίκας που αγαπά τα παιδιά της, αλλά φοβάται ότι ο ρόλος της μητέρας την καταπίνει και την απομακρύνει από τον ίδιο της τον εαυτό.  Η ιδέα ταίριαξε με τα κριτήρια που είχε βάλει η ίδια στον εαυτό της ως σεναριογράφο. «Η αποστολή στην καριέρα μου είναι να γράφω ρόλους για γυναίκες που δεν έχω ξαναδεί» εξηγεί η Κόντι. «Δεν είχα δει ταινία για την επιλόχειο κατάθλιψη. Πιστεύω ότι υπάρχουν πολλές γυναικείες εμπειρίες που δεν έχουν παρουσιαστεί σε ταινίες, οπότε επιστρέφω σταθερά σε αυτή την πηγή».  Είπε την ιδέα στον Ράιτμαν, πριν αρχίσει να γράφει το σενάριο και του ζήτησε να σκηνοθετήσει. «Ο Τζέισον πάντα καταλαβαίνει τι προσπαθώ να πω και σέβεται τις αποφάσεις που παίρνω στο σενάριο».

Ο Ράιμταν ενθουσιάστηκε με τις δυνατότητες της ιστορίας. «Μου αρέσει πολύ η προσέγγιση της Ντιάμπλο στην καθημερινότητα που εξετάζει τις γυναίκες ως πραγματικά σύνθετους χαρακτήρες» επισημαίνει ο σκηνοθέτης. «Από την αρχή η Ντιάμπλο έχει γράψει ατρόμητες, καθόλου απολογητικές γυναίκες. Χαρακτήρες έξυπνους, αξιοθαύμαστους και αστείους, αλλά και με αδυναμίες. Έτσι, οι γυναίκες συνδέονται με τους χαρακτήρες της».

Η Κόντι φαντάστηκε μια πρωταγωνίστρια, τη Μάρλο, η οποία περιμένει με αμηχανία την έλευση του τρίτου παιδιού της με τον Ντρού. Η Μάρλο έχει συνηθίσει να τα βγάζει πέρα μόνη της με τα δύο της παιδιά, την οχτάχρονη Σάρα και τον πεντάχρονο Τζόνα, που έχει  ειδικές ανάγκες. Δεν θέλει να συζητάει πολύ το θέμα και δεν είναι ιδιαίτερα άνετη όταν ο ευκατάστατος αδελφός της Κρεγκ, της κάνει δώρο τις υπηρεσίες μιας νυχτερινής νταντάς.

Το «Tully» μας συστήνει τη Μάρλο τις τελευταίες μέρες της κύησης, λίγο πριν η ύπαρξη της διαλυθεί. «Μου άρεσε η ιδέα ότι η Μάρλο είχε βολευτεί σε μία άνετη ζωή» λέει η Κόντι. «Είναι εργαζόμενη μητέρα και έχει ένα παιδί με ειδικές ανάγκες, αλλά το ελέγχει. Μετά μένει έγκυος και αυτό τα αλλάζει όλα».

Για τις σκηνές της γέννας και της επιλόχειου κατάστασης, η Κόντι άντλησε υλικό από τη δική της εμπειρία για να δείξει την πραγματική διαδικασία και όχι αυτή που βλέπουμε στις ταινίες. «Η γέννα δεν έχει να κάνει με μία γυναίκα που ουρλιάζει, όπως βλέπουμε συνήθως. Είσαι σε ένα νοσοκομείο, έχει πολλά μηχανήματα γύρω γύρω και σε παρακολουθούν. Το προσωπικό δεν σου δίνει το χαρτί να φύγεις από το νοσοκομείο, αν δεν ουρήσεις. Προφανώς το κάνουν γιατί προσέχουν την υγεία σου. Αλλά είναι πολύ παράξενο να πρέπει να ουρήσεις κατά παραγγελία ως ενήλικας. Δεν το έχω ξαναδεί αυτό σε ταινία».

Η σεναριογράφος ήθελε επίσης να αποφύγει τις συμβάσεις που θέλουν τη μητέρα γαλήνια και τις οικογένειες να μαζεύονται χαρούμενες στα δωμάτια των νοσοκομείων. Όταν ο Κρεγκ και η γυναίκα του επισκέπτονται τη Μάρλο στο νοσοκομείο, καταλαβαίνουν αμέσως ότι θα ήθελε να είναι μόνη της. «Οι άνθρωποι περιμένουν από τις γυναίκες να είναι πανευτυχείς σε κάθε φάση της διαδικασίας, αλλιώς θεωρούνται αχάριστες ή ψυχρές. Στην πραγματικότητα, έχεις να κάνεις με πολλά σύνθετα συναισθήματα όταν έχεις ένα μωρό».

Η εκδοχή της εγκυμοσύνης και της ταλαιπωρίας που αυτή επιφυλάσσει είναι αστεία και μαζί ειλικρινής. Η Μάρλο δεν μπορεί να ξεφύγει από τα σχόλια για το μωρό που είναι μέσα της, είτε από έναν συγγενή, είτε από κάποιον δάσκαλο είτε από έναν επικριτικό άγνωστο σε ένα καφέ.

Με το που επιστρέφει σπίτι με το μωρό, τη Μία, η ζωή της έχει να κάνει με το μεγάλωμα των τριών παιδιών. Τρείς εβδομάδες χωρίς ύπνο, με τη φροντίδα των άλλων δύο παιδιών, τα θήλαστρα και τις πάνες, η Μάρλο χάνει τον έλεγχο σε μία συνάντηση στο σχολείο. Είναι απεγνωσμένη για βοήθεια, οπότε δέχεται το δώρο του αδελφού της και βρίσκει το τηλέφωνο της νυχτερινής νταντάς.

Πρόκειται για την Τάλι, μια χαρούμενη, δυναμική κοπέλα που είναι φοβερά άνετη με τα μωρά και που της αρέσει να μοιράζεται διάφορα μυστικά για την ανάπτυξη τους. Μοιάζει μάλιστα ακόμα πιο νέα από 26 χρονών και δεν ανταποκρίνεται σε αυτό που είχε η Μάρλο στο μυαλό της. «Στην αρχή, η Μάρλο δεν νιώθει άνετα με την Τάλι» λέει η Κόντι. «Αλλά δεν καταλαβαίνει με ποια έχει να κάνει και την προβληματίζει το γεγονός ότι η Τάλι είναι ένα παιδί. Την ίδια στιγμή, η Τάλι της μιλάει με έναν τρόπο που της φέρνει πολύ κοντά».

Σαν μία μοντέρνα Μαίρη Πόππινς, η Τάλι βοηθάει τη Μάρλο με τρόπους που ξεπερνάνε τη φροντίδα του παιδιού. Όσο βαθαίνει ο δεσμός τους, η Τάλι γίνεται η φίλη που τόσο απεγνωσμένα χρειάζεται η Μάρλο. Οδηγεί τη Μάρλο σε ένα σημείο που συμφιλιώνεται με τη ζωή που είχε στην ηλικία της Τάλι και τη ζωή που ζει τώρα. Αυτό κάνει τη Μάρλο να νιώσει ξανά ζωντανή και ολοκληρωμένη».

Η Κόντι έστειλε την πρώτη γραφή του σεναρίου στον Ράιτμαν, παραμονή πρωτοχρονιάς, το 2015. «Το ερωτεύτηκα» λέει ο σκηνοθέτης. «Σε λιγότερο από έναν χρόνο, κάναμε την ταινία».

Υπάρχει καλός συγχρονισμός ανάμεσα στον Ράιτμαν και τη Κόντι, όπως έχει δείξει η ιστορία τους. «Η Ντιάμπλο κι εγώ  έχουμε κάνει μία ταινία κάθε πέντε χρόνια» λέει ο σκηνοθέτης. «Έχει ενδιαφέρον γιατί έχουμε την ίδια ηλικία περίπου και παρόμοιες προσωπικότητες. Είναι σαν να μοιραζόμαστε ένα ημερολόγιο στο οποίο γράφουμε μαζί. Οπότε, κάθε τόσο όταν παίρνω ένα σενάριο από εκείνη, ξέρω ότι όχι μόνο αντανακλά την ευαισθησία της, το τι περνάει και τι μαθαίνει με τα χρόνια, αλλά αντανακλά και όλα αυτά που νιώθω και πιστεύω αλλά δεν μπορώ να τα κάνω λέξεις. Είμαι πολύ ευγνώμων».

Για τον σκηνοθέτη, το Tully εκφράζει σκέψεις και συναισθήματα που είχε καθώς έβλεπε το παιδί του να μεγαλώνει. «Η Ντιάμπλο έγραψε ένα σενάριο που μίλησε όχι μόνο για την ιδέα της μητρότητας, αλλά και για τη στιγμή που πρέπει να κλείσεις το κεφάλαιο και να αποχαιρετήσεις τη νιότη σου» σχολιάζει. «Κάτι που  με είχε συναρπάσει ως πατέρα είναι ότι το παιδί σου γίνεται ο καθρέφτης μέσα από τον οποίο βλέπεις τη δική σου παιδική ηλικία και καταλαβαίνεις για πρώτη φορά ποιος ήσουν ως παιδί. Η Ντιάμπλο χρησιμοποίησε πανέξυπνα αυτή τη σχέση ανάμεσα στη Μάρλο και την Τάλι σαν ένα τρόπο για να καταλάβει η Μάρλο τα παιδιά της καλύτερα και σαν έναν τρόπο για τη Μάρλο να δει μέσα από την Τάλι σαν καθρέφτη τον ίδιο της τον εαυτό».

Μέσα στους επόμενους μήνες, η Κόντι χτένισε το σενάριο της με τα σχόλια του σκηνοθέτη. Ο Ράιτμαν ένιωσε την ανάγκη να κάνει μια ταινία που θα ήταν ειλικρινής για το τι σημαίνει να είσαι μητέρα ενός νεογέννητου και να ζήτησε τη συμβολή νεαρών μητέρων. «Έστειλα ένα ερωτηματολόγιο σε μητέρες με προσωπικές ερωτήσεις. Μου έκανε εντύπωση πόσο ειλικρινείς ήταν. Και όχι μόνο πόσο επηρεάστηκε ο ύπνος τους από το μωρό, αλλά και πώς ο ερχομός του επηρέασε τα άλλα παιδιά τους, τον σύζυγο τους, τον γάμο τους και τη σεξουαλική του ζωή. Ήταν πολύ βοηθητικές».

Μια ειλικρινής απεικόνιση αυτών των ξενυχτιών απαιτούσε και την κωμική διάσταση της κατάστασης. Όταν όλο το φακελάκι με το γάλα που έχει συλλέξει η μητέρα με το θήλαστρο χύνεται, είναι απαίσιο και την ίδια στιγμή πολύ αστείο. Η Μάρλο σχεδόν πέφτει σε κώμα μπροστά στην τηλεόραση τις νύχτες που βγάζει γάλα με το θήλαστρο. Η έλλειψη ύπνου δεν βοηθάει ούτε το συντονισμό των άκρων της. Σε μία σκηνή, που είναι εμπνευσμένη από το ερωτηματολόγιο, η λαβή της χαλαρώνει και το κινητό της πέφτει πάνω στο μωρό που φυσικά ξυπνάει.

Όσο η σεναριογράφος δούλευε στο σενάριο, έφερνε θέματα στην επιφάνεια, όπως η πίεση που δέχονται οι σύγχρονες μαμάδες. «Παρά την πρόοδο που έχουμε κάνει ως γυναίκες στον εργασιακό χώρο, υπάρχει ακόμα η προσδοκία ότι η γυναίκα πρέπει να κρατάει το σπίτι δεμένο. Αυτό είναι πολύ δύσκολο, αν φέρνεις το ψωμί στο σπίτι ή βοηθάς σ’ αυτό. Η Μάρλο δουλεύει σε τμήμα ανθρώπινου δυναμικού. Δεν είναι η δουλειά των ονείρων της, αλλά το εισόδημα είναι καλό. Κι όμως, πρέπει να φτιάχνει κεκάκια για το σχολείο γιατί αλλιώς δεν θεωρείται καλή μαμά».

Δεν είναι η ζωή που είχε φανταστεί η Μάρλο όταν ήταν στην ηλικία της Τάλι, όπως άλλωστε θυμάται κάθε φορά που βλέπει τη νεαρή κοπέλα. «Η Τάλι έχει τόση ενέργεια, είναι μαγεμένη με τον κόσμο. Είναι μπλεγμένη σε συναρπαστικές και δραματικές σχέσεις» λέει η σεναριογράφος. «Η Τάλι μπουκάρει μέσα στο σπίτι βραδιάτικα, τρώει ό,τι βρει στο ψυγείο. Ενώ η Μάρλο ανησυχεί για το σώμα της όλη την ώρα».  Τα νιάτα δεν επιστρέφουν και αυτό είναι κάτι με το οποίο δυσκολεύεται να συμφιλιωθεί. «Περνάει κρίση μέσης ηλικίας σίγουρα» λέει η Κόντι. «Νομίζω ότι όλοι είμαστε εξοικειωμένοι με την αντρική κρίση μέσης ηλικίας, με τα ακριβά αυτοκίνητα και τις νεαρές ερωμένες. Αλλά δεν βλέπεις συχνά την εικόνα του τι περνάνε οι γυναίκες στη μέση ηλικία. Με έναν τρόπο μοιάζει σαν να χάνεις έδαφος, γιατί μεγαλώνεις και είσαι όλο και λιγότερο ελκυστική. Και οι γυναίκες ζουν σε έναν κόσμο που κρίνονται για την εμφάνιση τους».

Ενώ δεν έγινε προσχεδιασμένα, το «Tully» ολοκληρώνει μια τριλογία που ξεκίνησε με το «Juno» και το «Young Adult». Όλες οι ταινίες έχουν μια γυναίκα πρωταγωνίστρια με πολύ συγκεκριμένη προσωπικότητα και άποψη, που ζει όπως της ταιριάζει. «Η Ντιάμπλο από την αρχή έγραψε για γυναίκες δυνατές που δεν απολογούνται» παρατηρεί ο σκηνοθέτης.  «Στο Juno και στο Young Adult και τώρα στο Tully έχει γράψει για τρεις διαφορετικές γενιές και τρία διαφορετικά στάδια της ζωής. Κάθε ταινία εξερευνά πόσο πολύπλοκο είναι να βρεις την ευτυχία».

«Το Juno, το Young Adult και το Tully έχουν να κάνουν με τη μεταμόρφωση με έναν τρόπο» λέει η Κόντι. «Το Juno περνάει μέσα από τη σωματική μεταμόρφωση, μια εγκυμοσύνη, που αναγκάζει την ηρωίδα να ενηλικιωθεί πολύ γρήγορα. Το Young Adult έχει να κάνει με την αντίσταση στα γηρατειά και την απεγνωσμένη σύνδεση με το παρελθόν. Το Tully έχει να κάνει με τη συνειδητοποίηση ότι έχεις την ευθύνη άλλων ανθρώπων και με το γεγονός ότι γίνεσαι υπεύθυνος ακόμα και αν μέσα σου νιώθεις κουρέλι. Έχει να κάνει με το να βρεις τον τρόπο να συμφιλιώσεις το άτομο που είσαι στον πυρήνα σου με τη δουλειά που έχεις να κάνεις».

ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ

Το «Tully» σηματοδοτεί την επανένωση του Ράιτμαν, της Κόντι και της πρωταγωνίστριας του Young Adult, Σαρλίζ Θερόν. Στην πρώτη ταινία που συνεργάστηκαν, η Θερόν ενστερνίστηκε κάθε αποκρουστική πλευρά του χαρακτήρα της, της εγωίστριας συγγραφέως, και την έκανε έναν απτό και ξεκαρδιστικό χαρακτήρα. Το «Young Adult» ήταν μια πολύ ωραία εμπειρία και ήθελαν να την επαναλάβουν.

Η Μάρλο είναι ένας εντελώς διαφορετικός χαρακτήρας και εξίσου προκλητικός. Η εμφάνιση της Θερόν μπροστά στον φακό, κάνει όλη τη διαφορά, λέει ο σκηνοθέτης. «Όταν τη βλέπω να παίζει, νιώθω ότι η ταινία ζωντανεύει. Ξέρεις, δεν είναι εύκολο. Η Ντιάμπλο Κόντι δεν γράφει εύκολους ρόλους. Ο διάλογος έχει αποχρώσεις, παγίδες, αστεία και ασυνήθιστα κομμάτια. Και οι χαρακτήρες της έχουν αδυναμίες. Η Σαρλίζ έχει το είδος της γενναιότητας να πάρει έναν ρόλο σαν αυτόν και να το κάνει χωρίς δεύτερη σκέψη. Θα γίνει όσο δυσάρεστη χρειαστεί, όσο λιγότερο ελκυστική χρειαστεί. Ο σκοπός είναι να είναι αληθινή και θα κάνει τα πάντα για να φτάσει εκεί. Ισχύει στις σπαρακτικές στιγμές, ισχύει και στις αστείες».

Η Κόντι παρατηρεί ότι η κωμική ευαισθησία της Θερόν ταιριάζει πολύ με τον χαρακτήρα. Η Μάρλο τρελαίνεται να πειράζει την κόρη της με νοσηρά αστεία. «Έχει πολύ πλάκα να γράφεις κωμωδία για τη Σαρλίζ» λέει η σεναριογράφος. «Έχει μαύρο χιούμορ και αποδίδει εύστοχα αυτό το υλικό».

Η Θερόν ήταν έτοιμη να συνεργαστεί μόλις έμαθε για το σενάριο. «Έπεσα πάνω στον Τζέισον και είπε ότι έχουν καινούρια ιδέα. Ρώτησα πότε υπογράφω! Μετά το Young Adult, θέλαμε να δουλέψουμε ξανά μαζί. Τον εμπιστεύομαι. Όπως και το γούστο του. Με ξέρει πολύ καλά και ξέρει το υλικό που θέλω. Οπότε ήξερα ότι θα ήταν μια ξεχωριστή ταινία».

Πόσο ξεχωριστή ταινία είναι, φάνηκε όταν η Θερόν διάβασε το σενάριο. «Είμαι ηθοποιός εδώ και 20 χρόνια και όταν πιάνω στα χέρια μου ένα ωραία σενάριο, το εκτιμώ πραγματικά» σημειώνει η πρωταγωνίστρια. «Νομίζω πως κάτι βγήκε μέσα από την Ντιάμπλο, όταν το έγραψε. Ξεπήδησε από ένα αληθινό, βαθύ κομμάτι και ως μητέρα την καταλαβαίνω. Αυτή η ειλικρίνεια είναι σπάνια. Δεν έχω δει ποτέ κάτι ή διαβάσει κάτι για τη μητρότητα όπως αυτό το σενάριο και συναισθηματικά είναι μια ωμή εμπειρία».

Της έκανε ιδιαίτερη εντύπωση η έλλειψη στερεοτύπων στο σενάριο,  το οποίο καταγράφει πόσο σκληρό είναι να φροντίζεις ένα νεογέννητο και πώς σε εξαντλεί και σε κάνει να αναρωτιέσαι αν θα βελτιωθεί ποτέ αυτή η κατάσταση. «Οι συνθήκες είναι διαφορετικές για τον καθένα αλλά ο αγώνας του να είσαι νέος γονιός είναι ο πραγματικός» λέει η Θερόν, που είναι μητέρα δύο παιδιών. «Είναι εξουθενωτικό και κανείς δεν σε έχει προετοιμάσει. Δεν μπορείς να το ξέρεις μέχρι να βρεθείς σε αυτή την κατάσταση. Μπορεί να μοιάζει με ένα σκοτεινό τούνελ χωρίς φως στο τέλος του. Η ταινία είναι πολύ τίμια για τα πράγματα που περνάς ως νέος γονιός και δεν νιώθεις άνετα να συζητήσεις. Το εκτίμησα αυτό. Πραγματικά συνδέθηκα με τη Μάρλο και την ερωτεύτηκα».

Τις τελευταίες μέρες της τρίτης εγκυμοσύνης, η Μάρλο δεν νιώθει άνετα με το μυαλό της και με το σώμα της. «Η Μάρλο έχει ανάμεικτα συναισθήματα για αυτό το παιδί» λέει η Θερόν. «Οι συνθήκες της ζωής της δεν είναι απαραίτητα κατάλληλες για τρία παιδιά. Πιάνει τον εαυτό της να αμφιβάλει για την έλευση του τρίτου παιδιού και νομίζω ότι φοβάται που νιώθει έτσι. Δεν είναι και πολύ χαρούμενη με τη ζωή της σε αυτή τη φάση και η ταινία το αποκαλύπτει αυτό σταδιακά».

Η Μάρλο δεν ήταν σε θέση να εκφράσει αυτή την ενόχληση σε κάποιον, ίσως ούτε στον εαυτό της. Αυτό αλλάζει με τον ερχομό της Τάλι, που υποδύεται η Μακένζι Ντέιβις. «Η Τάλι μπαίνει στη ζωή της Μάρλο σε κρίσιμο σημείο και χωρίς προσπάθεια παίρνει από πάνω της ένα μεγάλο βάρος» σημειώνει η Ντέιβις. «Η Τάλι επιτρέπει στη Μάρλο να εμπιστευτεί κάποιον άλλον. Αρχίζουν να μένουν μαζί τη νύχτα και να γνωρίζονται. Η Τάλι είναι η εξομολόγος και μια φίλη για τη Μάρλο σε έναν κόσμο που έχει ταυτιστεί με έναν συγκεκριμένο ρόλο, αυτό της μητέρας. Όλα οι απαιτήσεις της μητρότητας και η φροντίδα των παιδιών έχουν αλλοιώσει την ατομικότητα της Μάρλο και κανείς δεν έχει προσέξει πόσο απομονωμένη έχει γίνει μέσα σε αυτόν τον ρόλο».

Ο Ράιτμαν είδε για πρώτη φορά την Ντέιβις στην ανεξάρτητε ταινία «Breathe In» και ενθουσιάστηκε από την παρουσία της και την προφανή της εξυπνάδα. «Θυμάμαι που αναρωτιόμουν ποια είναι αυτή η ηθοποιός. Έχει μια ενέργεια, κάθε της βλέμμα, κάθε μικρό πράγμα που κάνει με το πρόσωπο της ή με τα χέρια της. Το να τη βάλω με τη Θερόν στο ίδιο δωμάτιο, μου φάνηκε μια πολύ καλή ιδέα. Και αυτό αποδείχθηκε σωστό. Είχαν απίστευτη χημεία».

Η Θερόν εντυπωσιάστηκε από την προσέγγιση της Ντέιβις στον ρόλο. «Η Τάλι δεν μοιάζει με κανέναν χαρακτήρα που έχω δει σε ταινία εδώ και καιρό» παρατηρεί. «Η Μακέζνι είναι εκπληκτική σε αυτόν τον ρόλο. Έχει μια αύρα γνώσης, κι όμως βγαίνει με αθωότητα. Είναι όμορφη αυτή η αντίφαση. Με βοήθησε να παίξω. Είναι δυνατή ηθοποιός για να την έχεις απέναντι σου και να κάνεις σκηνές μαζί της. Θα δοκιμάσει παράξενα και διαφορετικά πράγματα, το οποίο είναι τέλειο για αυτόν τον χαρακτήρα».

Η συμπρωταγωνίστρια της εκφράζεται με αμοιβαίο θαυμασμό. «Η Σαρλίζ δεν είναι εγωίστρια σε αυτό που κάνει και παίρνει ρίσκα» λέει η Ντέιβις. «Είναι αφοσιωμένη στη δουλειά της και έχει έντονη αίσθηση του τι είναι σωστό για τον ρόλο. Βλέπει την εικόνα από ψηλά και παρακολουθεί το ταξίδι του χαρακτήρα. Τη βρήκα καταπληκτική».

Η Ντέιβις εκτίμησε το πώς η ταινία πραγματεύεται θέματα οικογενειακής ζωής και των ρόλων του άντρα και της γυναίκας. «Νομίζω ότι η ταινία δείχνει με ακρίβεια την ατελείωτη δουλειά που κάνουν οι γυναίκες. Η Μάρλο είναι παντρεμένη με έναν υπέροχο τύπο, έναν καλό πατέρα, αλλά δουλεύει για αυτήν την οικογένεια τρεις, τέσσερις μπορεί και πέντε φορές παραπάνω από αυτόν.  Επειδή βρίσκεται στο σπίτι με άδεια μητρότητας, η μέρα της δεν τελειώνει ποτέ. Είναι ένας ατελείωτος κύκλος φροντίδας των άλλων χωρίς να παίρνει κάποια αναγνώριση. Πιστεύω ότι η ταινία δείχνει πώς αυτό εξαντλεί πνευματικά κάποιον, αλλά η Μάρλο είναι και σωματικά αποστραγγισμένη. Κανείς δεν βλέπει τη δουλειά της, οπότε δεν έχει τη βοήθεια που χρειάζεται».

Αυτός ο υπέροχος τύπος είναι ο Ντρου και προσπαθεί το καλύτερο για την οικογένεια του. Η πρόσφατη προαγωγή του είναι καλό για το μωρό που έρχεται, αλλά καταλήγει να έχει πολλή δουλειά και ταξίδια. Αγαπιούνται σαν ζευγάρι, αλλά οι απαιτήσεις της καθημερινότητας τους έχουν αποξενώσει. «Συμπαθώ πολύ τον Ντρου και νομίζω ότι με τη Μάρλο είναι ταιριαστοί. Το πρόβλημα με τις συνθήκες της ζωής τους είναι τόσο αγχωτικό που τους έχει απομακρύνει και δεν ξέρουν πώς να έρθουν κοντά. Ο Ντρου προσφέρει στην οικογένεια. Δουλεύει πολύ. Τα βιντεοπαιχνίδια είναι η ανακούφιση του τις νύχτες, κάτι που όλοι χρειαζόμαστε. Και είναι τρυφερός πατέρας, αλλά νιώθω ότι ίσως δεν έχει καταλάβει ακριβώς τι περνάει η Μάρλο γιατί τίποτα δεν συγκρίνεται με το να είσαι μητέρα νεογέννητου» λέει η σεναριογράφος.

Ο Ράιτμαν θαύμαζε τον Ρον Λίβινγκστον και τον κάλεσε να υποδυθεί τον Ντρου. «Νομίζω ότι είναι ένας από τους πιο υποτιμημένους σύγχρονους ηθοποιούς» λέει ο Ράιτμαν. «Είναι τόσο προικισμένος, τόσο αστείος και φέρνει ρεαλισμό στις σκηνές του».

Ο Λίβινγκστον βρήκε το δίλημμα της Μάρλο πολύ ενδιαφέρον. «Τι γίνεται όταν θες βοήθεια και η βοήθεια δεν υπάρχει; Επειδή φροντίζεις κάποιον τρίτο, δε σημαίνει ότι μπορείς να φροντίσεις τον εαυτό σου. Πρέπει να βάλεις τη μάσκα οξυγόνου πρώτα σε εσένα, αλλιώς δεν μπορείς να βοηθήσεις κανέναν».

Αυτή είναι η αρχή πίσω από το δώρο που κάνει ο Κρεγκ στην αδελφή του Μάρλο. Οι δυο τους μεγάλωσαν φτωχικά, αλλά εκείνος κατάφερε να γίνει πλούσιος και επιτυχημένος. Η Μάρλο ζει μια μεσοαστική ζωή. Ο Μαρκ Ντουπλάς που υποδύεται τον ρόλο, λέει: «Νοιάζεται πολύ για την αδελφή του και ξέρει τι χρειάζεται για να τη βοηθήσει».

Αυτή η βοήθεια κάνει τη Μάρλο να συμφιλιωθεί με τον πυρήνα της και τη ζωή της ως μητέρα. «Η Τάλι κάνει τη Μάρλο να νιώθει ότι δεν πνίγεται. Ξαφνικά, έχει μια φίλη, κάποια που της δίνει χαρά και με την οποία μπορεί να μιλήσει ειλικρινά. Η σχέση τους βοηθάει τη Μάρλο να συμφιλιωθεί με το πού βρίσκεται στη ζωή της. Δεν μπορεί να μη νοσταλγεί το παρελθόν και καταλαβαίνει ότι αυτό που έχει τώρα είναι το πιο σπουδαίο δώρο που θα μπορούσε να έχει» παρατηρεί η Θερόν.

Η πρωταγωνίστρια ήταν χαρούμενη που συμμετείχε σε μία ταινία που δείχνει το πορτρέτο της μητρότητας με ριζικά διαφορετικό τρόπο. «Δεν βρίσκεις συχνά τόσο μοναδικές ιστορίες, ειδικά για αυτό το θέμα. Έχουμε συνηθίσει αυτό που μας δείχνουν που νομίζουμε ότι είναι αληθινό. Η ταινία είναι αιχμηρή και είναι απολαυστικό να βλέπεις την ωμή αλήθεια για τη μητρότητα». 

TULLY

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΥΤΥΧΙΑ;

31 MAIOY ΣΤΟΥΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥΣ