Με αφορμή τις τελευταίες επανεκδόσεις των βιβλίων του,
«Γλαύκος Θρασάκης» από τις Εκδόσεις Τόπος, «Ιατροδικαστής»
από τις Εκδόσεις Ιωλκός και «Σιλό» από τις Εκδόσεις Gutenberg,
βρεθήκαμε και συνομιλήσαμε μαζί του


Αποκλειστική Συνέντευξη:
Βίκη Κουτρή

Την πρώτη φορά που συναντήθηκα με τον Βασίλη Βασιλικό ένιωσα δέος. Κρατούσε στα χέρια του το χαρακτηριστικό του καπέλο, την πίπα του και μία εφημερίδα. Η μορφή του ήταν γλυκιά και επιβλητική. Όταν μιλούσε, ο λόγος του ήταν χειμαρρώδης και μεστός. Ένας λόγος γεμάτος από κύματα λέξεων που η τελική σύνθεσή τους μετέφερε εικόνες. Ακούγοντάς τον να περιγράφει, να εξιστορεί και να αφηγείται περιστατικά και ιστορίες του παρελθόντος του, τα λόγια του μετατρέπονταν κυριολεκτικά σε πινέλα που έπαιρναν χρωματιστές και αέρινες πινελιές στη φαντασία μου και με παρέπεμπαν σε τόξα από μορφοποιημένους σχηματισμούς γνώριμων ανθρώπων. Τις εκάστοτε ιστορίες του λοιπόν τις βίωνα ολόκληρες ποικιλοτρόπως, παρόλο που δεν γνώρισα ποτέ στη ζωή μου όλους εκείνους που ο ίδιος αναφερόταν.
Τολμώ να πω ότι οι λεκτικές αναβιώσεις του, εις μνήμην αυτών των ανθρώπων αλλά και οι αναφορές της δικής του διαδρομής, καταφέρνουν με ένα μαγικό τρόπο -μέσω του ζωντανού «λόγου» του- και συνδυαστικά με τις παλλόμενες κινήσεις των χεριών του, να δημιουργούν ολοζώντανες μορφές, σκορπώντας τες, πολυδιάστατα στο χώρο. Είναι σαν να υλοποιείται ο εξερχόμενος αέρας της κάθε προφερόμενης λέξης του, της κάθε αναφοράς και της κάθε κίνησης των δακτύλων του και να μετατρέπεται σε ένα αόρατο κινούμενο νήμα που αναμοχλεύει και αναπλάθει ιστορίες- μορφές στις οποίες όταν αναφέρεται, τις προλογίζει μοναδικά, τις καλωσορίζει ανασηκώνοντας το καπέλο του, τις καλεί να πλησιάσουν συλλέγοντάς τες από το χρονοντούλαπο του μυαλού του, τις απελευθερώνει και ταυτόχρονα τις αναγεννά.
Κάθε λέξη του είναι και μία διδαχή. Κάθε κίνηση του χεριού του και μία πρό(σ)κληση.
Όταν τον άκουγα λοιπόν να εξιστορεί γεγονότα που βίωσε και που έζησε σε διαφορετικές περιόδους της ζωής του, «καθηλωνόμουν» κυριολεκτικά στην αφήγησή του και τότε συνειδητοποιούσα την πραγματική του διάσταση.
Είναι  μία μεγάλη «Ιστορία» από μόνος του ο Βασίλης Βασιλικός. Είναι πολλοί «τόμοι» χωρομετρημένοι μαζί. Το βιογραφικό του ατελείωτο.
Τελειόφοιτος αρχικά της Νομικής. Σε νεαρή ηλικία εργάσθηκε ως βοηθός σκηνοθέτη σε ξένες παραγωγές. Μετά σκηνοθέτης ο ίδιος σε ντοκιμαντέρ. Έπειτα σεναριογράφος, επιμελητής (Dr.) σεναρίων, εισηγητής σεναρίων, δημοσιογράφος και συγγραφέας. Συνεργάστηκε με τον Νίκο Κούνδουρο στο σενάριο της ταινίας Μικρές Αφροδίτες.Το1981-1984, ανέλαβε καθήκοντα αναπληρωτή γενικού διευθυντή της ΕΡΤ επί κυβερνήσεως Ανδρέα Παπανδρέου. Διετέλεσε πρέσβης της Ελλάδας στην UNESCO (1996-2004). Ηγήθηκε στο ψηφοδέλτιο επικρατείας της εκλογικής συνεργασίας Πράσινοι-Δημοκρατική Αριστερά το 2015. Πέραν όλων των παραπάνω, κατέχει διακρίσεις όπως: Officier des Arts et des Lettres από τη Γαλλική Δημοκρατία, Επίτιμος Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Πατρών στην έδρα της Φιλολογίας, Ταξιάρχης Γραμμάτων και Τεχνών της Γαλλικής Δημοκρατίας (1984), Μέλος του Διεθνούς Κοινοβουλίου των Συγγραφέων με έδρα το Στρασβούργο, Μέλος του Δ.Σ. των Γάλλων συγγραφέων (Maison des Ecrivains) στην Γαλλία, (1990-1993). Κάτοχος του Μεγάλου Βραβείου Γραμμάτων του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού (2017)*.
Τελευταία διδάσκει με επιτυχία Δημιουργική Γραφή μεταφέροντας γνώση. Μιλάει 4 γλώσσες και η μνήμη του είναι γεμάτη από πολλούς και διαφορετικούς σκληρούς δίσκους, με αποθηκευμένα σημαντικά γεγονότα που ένα μεγάλο μέρος τους έχει ήδη καταγραφεί και το υπόλοιπο εξακολουθεί να καταγράφει/εται. Είναι σύζυγος και πατέρας, διατηρώντας μία αγαπημένη οικογένεια.

Τον διάβασα για πρώτη φορά τυχαία, στην εφηβεία μου («Σιλό», «Η φλόγα της αγάπης», «Το τελευταίο αντίο»). Στην πορεία διάβασα κι άλλα βιβλία του όπως: «Οι φωτογραφίες», «Η διήγηση του Ιάσωνα», Το «Ζ», «Ο τρομερός μήνας Αύγουστος», ο «Ιατροδικαστής» και άλλα που αν συνεχίσω να γράφω θα βγω από το θέμα. Τελευταία διάβασα τον εξαιρετικό «Γλαύκο Θρασάκη» του και με ενθουσίασε ο μεστός του λόγος.
Στις 8 Φεβρουαρίου του 2018, παρουσίασα για το περιοδικό Fermouart, την εκδήλωση που παρακολούθησα στον Ιανό και αφορούσε την τελευταία επανέκδοση του βιβλίου «Γλαύκος Θρασάκης» των Εκδόσεων Τόπος. Στις 11 Μαΐου 2018 στο Βιβλιοπωλείο Επίκεντρο, πραγματοποιήθηκε εκ νέου παρουσίαση των επανεκδόσεων τριών βιβλίων του, ο Γλαύκος Θρασάκης των Eκδόσεων Tόπος, ο Ιατροδικαστής των Εκδόσεων Ιωλκός και τα Σιλό από τις Εκδόσεις Gutenberg. Και οι δύο παρουσιάσεις ήταν επιτυχημένες, γεμάτες από κόσμο.

Ο Βασίλης Βασιλικός όπως τον είδαν τα δικά μου μάτια είναι σεμνός -παρά τον όγκο των διακρίσεων του- σοβαρός, ώριμος, συγκροτημένος, γοητευτικός, με ανεξάντλητο χιούμορ και λέγειν. Είναι ένας «ελεύθερος» Έλληνας λόγιος που καθηλώνει. Είναι ο άνθρωπος με νεανική πνευματική ηλικία. Είναι ο συγγραφέας που έχει δημιουργήσει με κεφαλαία γράμματα «ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ» στην πατρίδα μας. Είναι εκείνος που με τα έργα του διέδωσε και διαδίδει το αυθεντικό και Αθάνατο «Πνεύμα» της Ελλάδας μέσω των μεταφρασμένων -σε πολλές γλώσσες- βιβλίων του τα οποία έχουν τη δύναμη να ταξιδεύουν πλήθη αναγνωστών, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη (είναι σύμφωνα με την UNESCO, ένας από τους 10 πιο μεταφρασμένους Έλληνες Συγγραφείς).
Διαβάστε παρακάτω την αποκλειστική συνέντευξη που έδωσε για το περιοδικό Fermouart. Σας την καταθέτω ολόκληρη, αυτούσια και κατά γράμμα όπως θέλησε ο ίδιος. Είναι πραγματικά χειμαρρώδης με βαθιές εξομολογήσεις για όλες τις περιόδους της ζωής του. Απολαύστε τον.

Κύριε Βασιλικέ. Γεννηθήκατε και μεγαλώσατε στην Καβάλα και στη Θεσσαλονίκη έχοντας καταγωγή από τη Θάσο. Τα παιδικά σας χρόνια ήταν γεμάτα με εικόνες από ιδιαίτερα δύσκολες στιγμές της ελληνικής ιστορίας μας και μιλώ ειδικά για την πρώτη δεκαετία της ζωής σας (1934-1944) όπου βιώσατε την βουλγαρική και κατόπιν την γερμανική κατοχή. Μιλήστε μας λίγο για τις τότε μνήμες σας. Πως θυμάστε εκείνη την σκοτεινή περίοδο;
Τη θυμάμαι όπως την έχω καταγράψει διασκορπισμένα μέσα στις σελίδες των εκατό και πλέον βιβλίων μου. Δηλαδή δεν θυμάμαι την ίδια την εποχή, αλλά αυτά που κατέγραψα γι’ αυτήν καθώς περνούσαν τα χρόνια. Πάντως τα πιο ζωντανά είναι τα πρώτα που έγραψα, από το 1948 έως το 1970. Για εσάς όμως ειδικά, θα τα πω εν συμπυκνώσει: τα βραχιόλια της Κωνσταντινουπολίτισσας γιαγιάς μου (απ’ τη πλευρά της μάνας μου, που  με κοίμιζαν στο κρεβατάκι μου ως βρέφος. Τα καρύδια τα φρέσκα της άλλης μου γιαγιάς, της Θασίτισσας (πλευρά πατέρα) που τα έβγαζε απ’ τις αβυσσαλέες τσέπες της κελεμπίας της, (μαυροφορούσα) λόγω του ότι ο άντρας της την άφησε χήρα στα 36 του χρόνια. Την κατεβασιά των Βουλγάρων κατακτητών το 1941 από το βουναλάκι του Προφήτη Ηλία. Το προσκύνημά τους στα καταγάλανα νερά του Αιγαίου. Είχαν προηγηθεί οι χιτλερικοί που κάψαν όλα τα βιβλία της βιβλιοθήκης του πατέρα μου (στην αυλή του σπιτιού μας στον Αη-Γιάννη) εκτός από τους Κλασσικούς –πρωτότυπο και μετάφραση, των Εκδόσεων Πάπυρος. Την προσφυγιά μας στη Θεσσαλονίκη όπου για πρώτη φορά είδα τραμ και στη συνέχεια πρώτη φορά έβλεπα δεκάδες νεκρούς από τη πείνα στα πεζοδρόμια. Την αναχώρηση των Γερμανών ανατινάζοντας πριν τα πλοία στο λιμάνι, δίπλα από τον Λευκό Πύργο. Τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς, απ’ όπου κληρονόμησα την κλειστοφοβία στα καταφύγια. Την είσοδο του Ε.Λ.Α.Σ και μια γειτονοπούλα που έπεσε απ’ το τέταρτο όροφο της πολυκατοικίας όπου μέναμε, καθώς γλίστρησε απ’ το μπαλκόνι προσπαθώντας να ξεφύγει την μήνι τους, γιατί τους έβρισε. Το σχολείο όπου μπήκα σαν υπότροφος, το «Ανατόλια», όπου οι δάσκαλοι ήταν όλοι ΕΑΜίτες που δεν έβρισκαν δουλειά ως αριστεροί στα δημόσια και τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, παρά μόνο στο αμερικάνικο κολλέγιο, το «Ανατόλια», που τους δεχόταν. Όλοι λαμπρά μυαλά κτλ. κτλ. Να που φτάσαμε ως το 1948 χωρίς να το θέλω.

Σε κάποια συζήτηση που είχαμε κατ’ ιδίαν στο παρελθόν, θυμάμαι ότι είχατε περιγράψει μία ιστορία των παιδικών σας χρόνων η οποία σας τραυμάτισε ως παιδί. Αφορά τον παιδικό σας φίλο και γείτονα στην Καβάλα, ο οποίος έφυγε από τον τόπο σας αιφνίδια για μια «καλύτερη» ζωή και δεν τον είδατε ποτέ ξανά ακόμα και όταν τον αναζητήσατε αργότερα. Θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας αυτήν την θύμηση σας; Τι ρόλο έπαιξε αυτή η ιστορία στη ζωή σας;
Ναι, πρόκειται για τον φίλο μου τον Ίνο, το μικρό Εβραιόπουλο στην Κατοχή, αυτό που λέμε σήμερα «ο κολλητός μου». Ναι, η θύμηση είναι τραυματική, όπως και όλων των ομοθρήσκων τους στους φούρνους των στρατοπέδων. Συνέχεια η μνήμη του επανέρχεται στα γραπτά μου. Το παιδικό τραύμα δεν ξεπερνιέται εύκολα, γιατί το παιδί έχει ακόμα καρδιά από ζυμάρι. Η καρδιά γίνεται πέτρα σιγά-σιγά όσο μεγαλώνει και καταλήγει στα γεράματα σε βρεμένο ψωμί. Το καλύτερο που έχω γράψει για τον Ίνο είναι στη συλλογή διηγημάτων «Οι ρεμπέτες» που θα επανακυκλοφορήσει μετά από 50 χρόνια από τις εκδόσεις «Στερέωμα», το  Νοέμβρη. Εκεί θα το βρείτε, γιατί οι «Ρεμπέτες» ως βιβλίο δεν υπάρχει εδώ και 45 χρόνια στην αγορά.

Το πρώτο σας μυθιστόρημα τα «Σιλό», το γράψατε σε τρυφερή ηλικία (15 ετών) και είναι αυτοβιογραφικό. Τι ήταν αυτό που στάθηκε αφορμή και έμπνευση για να το αποτυπώσετε στο χαρτί; Συναισθανθήκατε μήπως, όταν το ολοκληρώσατε, ότι αυτό το πρώτο σας μυθιστόρημα θα ήταν κατά κάποιο τρόπο, ο προάγγελος μιας μετέπειτα λαμπρής λογοτεχνικής καριέρας;
Ουδείς προφήτης (όχι στον τόπο του), αλλά ουδείς μπορεί να γίνει προφήτης του εαυτού του. Αλίμονο να ξεκινούσε κανείς με τόση μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. Τίποτα. «Κάτω από ένα δέντρο/ με γλυκό ψωμάκι και παλιό κρασί/ με ένα αγαπημένο μου βιβλίο και με σένα/ (κτλ) ο ουρανός παράδεισος σωστός θα ‘ναι για μένα». Στίχοι του Ομάρ Καγιάμ του μεγάλου Ινδού ποιητή που η μάνα μου ήξερε απ’ έξω μαζί με το «Αν» του Κίπλιγκ. Θέλω να πω το πρώτο βιβλίο μου «Τα Σιλό», που τότε είχε τον τίτλο «Θύματα Ειρήνης» το έγραψα ερήμην μου, μη ξέροντας τι γράφω. Το 1974 με την επιστροφή μου από την αυτοεξορία λόγω χούντας, οι εκδότες είχαν πέσει πάνω μου σαν τα κοράκια και ζητούσαν γραπτά μου. Τότε άνοιξα το μπαούλα και τους έδινα αβέρτα χειρόγραφα που είχα γράψει πριν το 1967 και απλώς δεν έβρισκα εκδότη να τα τυπώσει. Όλα τα βιβλία μου μέχρι τότε , πλην του «Ζ» και το «Εκτός των Τειχών» (από το «Θεμέλιο») τα είχα εκδώσει με δικά μου λεφτά. Μέσα στα ανέκδοτα λοιπόν να και τα «Θύματα Ειρήνης».
–Μπα, τι είναι αυτό, αναρωτήθηκα. Αφού το εξέδωσα το 1956, πώς βρέθηκε εδώ; Διαβάζοντας κατάλαβα πως δεν ήταν το ίδιο βιβλίο. Οπότε έβαλα τον τίτλο «Τα Σιλό» και χωρίς να το διαβάσω το έδωσα στον Λαδιά. Η πρώτη εκείνη έκδοση ήταν τόσο άθλια που δεν το διάβασα ποτέ. Και τώρα που βγήκε σε μια υπέροχη έκδοση του  Gutenberg με επιμέλεια και επίμετρο του Θανάση Αγάθου, το διάβασα για πρώτη φορά στη ζωή μου, 70 χρόνια μετά που το έγραψα και μου άρεσε πολύ. Για την ακρίβεια: ενθουσιάστηκα. Και στην προσωπική μου κλίμακα ανήλθε ως το καλύτερο βιβλίο που έχω γράψει. Αυτό είναι η δική μου άποψη που δεν σημαίνει ότι είναι και η σωστή, αλλά ένας συγγραφέας έχει το δικαίωμα να αγαπά το αγνοημένο από τη γέννα βιβλίο του- δεν είναι έτσι;

Αποφοιτήσατε λοιπόν από το Λύκειο Καρυωτάκη της Καβάλας, τη Σχολή Βαλαγιάννη και το Αμερικάνικο Κολλέγιο Ανατόλια της Θεσσαλονίκης. Στη συνέχεια σπουδάσατε Νομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Κατόπιν όμως όταν πήγατε στην Αμερική και συγκεκριμένα στη Νέα Υόρκη όντας παντρεμένος, σπουδάσατε σκηνοθεσία τηλεόρασης, στη Δραματική Σχολή του Πανεπιστημίου Γέιλ (Drama SchoolSRT) στο Νιού Χέιβεν, στο Κονέκτικατ. Οι σπουδές σας αυτές, ήταν σε έναν τελείως διαφορετικό τομέα σε σχέση με το αντικείμενο των σπουδών που είχατε ολοκληρώσει στην Ελλάδα. Ποιο ήταν το ερέθισμα που σας έβαλε στη διαδικασία να ακολουθήσετε μια τόσο διαφορετική πορεία από την αρχική σας κατεύθυνση; Θέλετε να μας περιγράψετε ένα περιστατικό που έγινε η αφορμή να διαπρέψετε κατά την έναρξη της επαγγελματικής σας καριέρας στην Νέα Υόρκη;
Ποτέ δεν ήθελα να ακολουθήσω την αρχική πορεία μου. Το έκανα για χατίρι του πατέρα μου που υπεραγαπούσα. Όταν αποφοίτησα του χάρισα το δίπλωμα, με λίαν καλώς, παρακαλώ, έκανα τρία χρόνια το στρατιωτικό μου, ο ένας παραπανίσιος χρόνος ήταν οι φυλακές που τον γέμισαν και πήρα τον ομματιών μου για το Αμέρικα, όπου ήθελα να εκπληρώσω το όνειρό μου: να γράφω όχι με τις λέξεις, αλλά με τις εικόνες. Ακολουθώντας όμως τη σοφή συμβουλή ενός Αμερικάνου φίλου μου, ότι ψωμί δύσκολα να βγάλεις απ’ τον κινηματογράφο, ενώ η τηλεόραση είναι η αγελάδα του μέλλοντος, φοίτησα σε μια Σχολή, εγκαταλείποντας το Γέιλ, στη Νέα Υόρκη, από όπου αποφοίτησα ως σκηνοθέτης τηλεοπτικός που είχε μαγέψει την κριτική επιτροπή με το λάθος που έκανε: να μοντάρω ανάποδα, ενώπιον της επιτροπής, τη συμμαχική απόβαση στη Νορμανδία. Τα αλεξίπτωτα σηκωνόταν απ’ τα χωράφια και έμπαιναν στα αεροπλάνα, η επίθεση της απόβασης γινόταν οπισθοχώρηση κτλ., οπότε το μοντάζ κρίθηκε με τα χειροκροτήματα της επιτροπής ως «σουρεαλιστικό», πήρα το πρώτο βραβείο μετ’ επαίνων κι έκτοτε με διεκδικούσαν τα τρία μεγάλα τηλεοπτικά κανάλια της Αμερικής. ΝBC, CBS και ακόμα ένα που δεν θυμάμαι, με λευκά συμβόλαια, όπου εγώ θα έβαζα την τιμή και το χρήμα. Αλλά είχε αρρωστήσει ο πατέρας μου κι έπρεπε επειγόντως να επιστρέψω στην Ελλάδα. Τον αγαπούσα πολύ. Τον λάτρευα. Κι έτσι παρέμεινα γραφιάς, που διόλου, ειρήσθω εν παρόδω, δεν το μετάνιωσα.

Κατά την επταετία της εξορίας σας από τη χούντα, ζήσατε και εργαστήκατε στο εξωτερικό (Ρώμη- Παρίσι). Εκεί γεννήθηκαν τα δύο βιβλία σας, η Φλόγα της Αγάπης και το Τελευταίο Αντίο, που είναι αυτοβιογραφικά. {«Η βιολογία του έρωτα είναι να μην ανανεωθούν τα κύτταρα. Γιατί τα νέα που θα ‘ρθουν δεν θα ξέρουν το άγγιγμα του χεριού σου. Γι’ αυτό δεν θα τους λείπεις. Και δεν θέλω να μην τους λείπεις. Δεν θέλω να είμαι δίχως σου». (Απόσπασμα από το βιβλίο Η φλόγα της Αγάπης)}. Σε αυτά τα βιβλία δώσατε απόσταγμα από το πιο ερωτικό κομμάτι του εαυτού σας. Πείτε μας λίγα λόγια για αυτά.
Αναφέρεστε στο δεύτερο βιβλίο από τα εφτά που έγραψα για τον θάνατο της πρώτης μου γυναίκας στα 39 της χρόνια. Εγώ ήμουν τότε στα 41. Διαβάστε τα. Υπάρχουν μερικά από αυτά στα παλαιοβιβλιοπωλεία. Δεν έχω να προσθέσω τίποτα και γράμματα γνωρίζω, όπως λεν στις μαρτυρικές καταθέσεις τους οι άνθρωποι.

Σε μία συνέντευξη σας είχατε πει ότι δεν μπορεί να γίνει κάποιος φεμινιστής από ιδεολογία αλλά γεννιέται τέτοιος. Πιστεύετε ότι η γαλούχηση που παίρνουμε από τους προγόνους μας, καθορίζουν τις συμπεριφορές μας στις μετέπειτα σχέσεις μας;
Τα κορίτσια είναι ούτως ή άλλως λόγω φύλου φέμινες. Τα αγόρια αυτοκαθορίζονται από τη μάνα που τα γεννά. Η δική μου θυμάμαι τραγουδούσε όταν ήμουν 4 χρονών, προπολεμικά δηλαδή, «εγώ είμαι μοντέρνα γυναίκα/ που θα καπνίζω/ και θα ψηφίζω/ και σε άντρα ποτέ δεν θα δώσω/ δε θε να δώσω ούτε έναν παρά!» Αυτός ο εθνικός ύμνος των γυναικών με γαλούχησε. Οπότε δεν γεννήθηκα φεμινιστής, αλλά έγινα λόγω της καταπιεσμένης από το ανδρικό φύλο, όχι μόνο της μάνας μου, αλλά όλων των γυναικών της Ελλάδος. Οι ξένες είχαν σηκώσει «παντιέρα» νωρίτερα.

Ας μιλήσουμε για το μυθιστόρημα «Ζ», τον «Ιατροδικαστή» και τον «Γλαύκο Θρασάκη» τα οποία είναι τα βιβλία που επανεκδόθηκαν πρόσφατα. Περιγράψτε μας με λίγα λόγια ποια είναι η σχέση σας με το κάθε ένα από αυτά. Ποια είναι τα μηνύματα που θέλετε να μεταφέρετε στους αναγνώστες σας;
Ευχαρίστως. Το «Ζ» όπως είναι γνωστό καθιερώθηκε διεθνώς από την  εξαιρετική ταινία του Κώστα Γαβρά. Ο ίδιος σκηνοθέτης ήθελε να κάνει ταινία και τον «Ιατροδικαστή» αλλά αναγνώρισε «απαγορευτικό» στο Check Point Charlie που ήταν στα σύνορα του Δυτικού με το Ανατολικό Βερολίνο. Έτσι δεν έγινε ποτέ η ταινία. Κι ο «Γλαύκος Θρασάκης» είναι αυτό που ανέφερε στην τελευταία ομιλία του ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος, εξηγώντας στη Βουλή ότι, όπως στο βιβλίο μου ένα κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στο τρίπτυχο του κόκκινο-πορτοκαλί- πράσινο στα φανάρια, το ίδιο συμβαίνει και με το ΠΑΣΟΚ το σημερινό της Φώφης Γεννηματά. Κι αυτό μου άρεσε πολύ γιατί ανέδειξε τη διαχρονικότητα του μυθιστορήματος μου που γράφτηκε πριν 45 χρόνια.

Όλα τα βιβλία σας όμως είναι ξεχωριστά και επιτυχημένα δημιουργήματά σας. Υπολόγισα ότι είναι περίπου 70! Ξεχωρίζετε ιδιαίτερα κάποιο από όλα και γιατί;
Τα βιβλία μου είναι ξεχωριστά, με την έννοια του θέματος, αλλά δεν είναι όλα επιτυχημένα. Και είναι όχι 70, αλλά 110, μάλλον, αναλόγως πως τα μετρά κανείς. Τριλογία (Το Φύλλο- Το Πηγάδι- Τ’ αγγέλιασμα) ως τρία ή ως ένα κτλ.

Έχετε πει ότι όταν ήσασταν παιδί γράφατε σαν «γέρος». Τώρα που είσαστε στην πιο ώριμη ηλικία σας, πως θα χαρακτηρίζατε την σημερινή γραφή σας;
Ναι ως παιδί έγραφα ως γέρος. «Γλεντήσετε τα νιάτα σας, ωραίες και ωραίοι» και άλλα τέτοια. Τώρα όπως κατ’ ευφημισμόν τη λέτε «ώριμη ηλικία» και σας ευχαριστώ, γράφω με την καρδιά ενός δεκαοχτάρη. Η ανατροπή αυτή οφείλεται στην κβαντική μηχανική που το νετρόνιο μπορεί να περάσει από δυο ταυτόχρονα τρύπες. Και η «η γάτα του Σρέντικερ» τα ανέτρεψε όλα. Είσαι όσο χρονών νιώθεις ότι είσαι.

 Η γραφή δημιουργεί γραφή; Θεωρείτε ότι υπάρχει λογοτεχνικό μέλλον στην συγγραφή ή έχει αντικατασταθεί από το «τύπου» κατασκευαστικό μοντάζ που είναι μία μέθοδος τυφλής γραφής και αποφέρει βέβαιη εμπορική επιτυχία; Τι θα συμβουλεύατε εσείς τους νέους συγγραφείς με βάση την μεγάλη εμπειρία που έχετε μέχρι τώρα;
Σίγουρα υπάρχει λογοτεχνικό μέλλον στη συγγραφή, αφού η συγγραφή είναι το παρελθόν της. Άρα με παρελθόν υπάρχει και μέλλον. Όσο γι’ αυτό που υπονοείτε, την παραλογοτεχνία δηλαδή, ενυπάρχει και στην παρατεχνολογία.  Όπου κατασκευάζεις μια δική σου πατέντα και γλιτώνεις τα έξοδα της αντικατάστασης του φθαρμένου.
Συμβουλές δεν δίνω σε κανένα, προπαντός σε συγγραφείς ή δημιουργούς γενικότερα. Ο καθείς θα βρει το δρόμο του με το δικό του τρόπο. Οι σεφ μαγειρικής δίνουν συνταγές. Αλλά το γράψιμο δεν είναι μαγειρική. Είναι πανδαισία. Όλοι χωρούν και μάλιστα τα καλύτερα φαγητά είναι αυτά που «αρπάζουν» στο φούρνο. Ή, στη Νότια Αμερική, αυτά που καίγονται.

Διδάσκετε δημιουργική γραφή. Θα μπορούσατε εμπειρικά να ξεχωρίσετε έναν επιτυχημένο μελλοντικά συγγραφέα μέσα από τα γραπτά του;
Έχω ήδη ξεχωρίσει δυο καταπληκτικές ποιήτριες και δυο θαυμάσιες πεζογράφους. Γυναίκες πια είναι αυτές που έχουν πάρει τη σκυτάλη της λογοτεχνίας παγκοσμίως, όπως και στον αθλητισμό. Οι άντρες είναι κολλημένοι ακόμα στο ποδόσφαιρο και στο μπάσκετ.

Πιστεύετε ότι η λογοτεχνία γράφεται σε δύσκολες πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές περιόδους; Πως θα χαρακτηρίζατε την περίοδο που διανύουμε τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας με λίγες λέξεις;
Η λογοτεχνία ανθίζει είτε σε κοινωνίες που καταρρέουν είτε σε κοινωνίες που ανέρχονται. Σε κοινωνίες στάσιμες, στα έλη δηλαδή, η λογοτεχνία πατώνει. Υπάρχουν όμως και συγγραφείς μεγάλοι, που αναδεικνύουν το βάλτωμα. Όπως ο Αντρέ Ζιντ που έγραψε «Τα έλη» (Paludes).  Στα τελευταία χρόνια στον τόπο μας, περισσότερο κι από την καθαυτή λογοτεχνία, ανθίζουν οι καινούργιοι ποιοτικοί εκδοτικοί οίκοι. Κι αυτό είναι παρηγορητικό.

Με τη συζυγό του ΒΑΣΩ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

Θεολόγος Θάσου.
Στο Θεολόγο Θάσου πάω κάθε καλοκαίρι. Εκεί είναι το πατρικό μου σπίτι. Και είναι το Θεολόγο, η Ιστορική έδρα του νησιού. Σε λίγο, με πρωτοβουλία της Βάσως Παπαντωνίου, της γυναίκας μου, θα αποκτήσει κι ένα υπέροχο θερινό θεατράκι 700 θέσεων, στο κοίλωμα του βουνού, που λες και προϋπήρχε ως χώρος θεάτρου ανέκαθεν, περιμένοντας την αξιοποίηση του.

Αν θα μπορούσατε τον κόσμο να αλλάζατε θα…
Αν μπορούσα θα άλλαζα την αλλαγή, δηλαδή θα την έγραφα με ένα «λ» για να μη θυμίζει το διαζευκτικό «αλλά» . Και να είναι το «αλά»τι της «γη»ς.

Υπάρχει κάτι που δεν έχετε κάνει μέχρι τώρα και που θα θέλατε να κάνετε;
Θα ήθελα να με βρει «εκείνο» αντί να το ψάχνω εγώ.

Πείτε μας ένα μικρό απόσπασμα από κάποιο βιβλίο σας, το οποίο είναι ιδιαίτερο για εσάς για να κλείσουμε όμορφα την συνέντευξή μας.
Ιδιαίτερο είναι ένα τετράστιχο που έγραψα δεκατεσσάρω χρονώ. «Στιγμές» ο τίτλος του: «Μέσ’ τη στιγμή όλα κυλούν, κι είναι στιγμές τα πάντα./ Άκου το φλοίσβο, τους αφρούς – κι η μυρωδιά του δυόσμου /  τι λέει τ’ αηδόνι ως τραγουδεί με μια φωνή γιαλιάντρα:/ Είναι η ζωή μας μια στιγμή μεσ’ τη στιγμή του κόσμου».

Σας ευχαριστώ θερμά.

 

Αυτός είναι ο Βασίλης Βασιλικός.
Είναι η μεγάλη «ΙΣΤΟΡΙΑ» των γραμμάτων γιατί όλα τα βιβλία του, έχουν καταγράψει ποικίλες μνήμες- μνείες και γεγονότα, μέσω την ξεχωριστής πένα του και εξακολουθεί να τις μεταφέρει ζωντανές σε όλους εμάς τους νεώτερους. 70 χρόνια διαχρονική συγγραφής.
Είναι ευγενής, έξυπνα γλυκός συνομιλητής και άνθρωπος χωρίς έπαρση. Το διαπιστώνει κανείς σχεδόν αμέσως. Είναι προσβάσιμος και αστείρευτος. Στα δικά μου τα μάτια ο Βασίλης Βασιλικός είναι ο λόγιος «Μύθος». Ο Δάσκαλος. Και κάθε φορά που τον ακούω να μιλάει με βάζει στη διαδικασία να εμπνέομαι να γράψω. Οτιδήποτε μου γεννιέται στο μυαλό… Γιατί όπως μου είχε πει ο ίδιος, η γραφή είναι αυτογένεση.
Αν τον πετύχετε στον δρόμο, θα τον αναγνωρίσετε αμέσως. Είναι χαρακτηριστική η φυσιογνωμία του, με την ψηλόλιγνη σιλουέτα και φυσικά το εξίσου χαρακτηριστικό καπέλο και την πίπα του! Ε, αν τυχόν περνάτε από δίπλα του και φοράτε κι εσείς καπέλο, ανασηκώστε το και χαμογελάστε του! Γιατί του αξίζει. Έτσι για την Ιστορία!

 

 

 

 

 

 

Τις τελευταίες επανεκδόσεις των βιβλίων του θα τις βρείτε:
«Γλαύκος Θρασάκης», Εκδόσεις Τόπος,
Πλαπούτα Δημητρίου 2, Εξάρχεια, Αθήνα

«Ιατροδικαστής», Εκδόσεις Ιωλκός
Ανδρέα Μεταξά 12, Αθήνα
«Σιλό» από τις Εκδόσεις Gutenberg
Διδότου 37, Αθήνα

Φωτό 2, 3, 4, 10, 11: Βίκη Κουτρή.
Η εισαγωγική και οι υπόλοιπες και από το αρχείο του.

* Πηγή: ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ