Μια αμερικάνικη ληστεία

American Animals

του Μπαρτ Λέιτον

Με τους Έβαν Πίτερς, Μπάρι Κέογκαν, Ούντο Κίερ

Επίσημο Διαγωνιστικό, Φεστιβάλ Sundance 2018

Κανείς δε θέλει να είναι κοινότυπος

Διάρκεια: 116’

Ημερομηνία κυκλοφορίας: 12 Ιουλίου στους κινηματογράφους

H αληθινή ιστορία για μια από τις πιο ριψοκίνδυνες, αλλά και θρασύτατες ληστείες στην ιστορία της Αμερικής

 

ΣΥΝΟΨΗ

Η ασυνήθιστη και συναρπαστική αληθινή ιστορία τεσσάρων φίλων οι οποίοι, ενώ ζούσαν απολύτως φυσιολογικές ζωές, επιχείρησαν να φέρουν εις πέρας μια από τις πιο εξωφρενικές ληστείες στην ιστορία των ΗΠΑ. Τα πράγματα, όμως, δεν ήταν έτσι όπως τα περίμεναν. Καθώς λοιπόν η παράτολμη κλοπή ξεκινούσε να παίρνει σάρκα και οστά, κάθε ένας από τους τέσσερις φίλους άρχισε να αναρωτιέται αν οι προσπάθειές τους να ενσταλάξουν ενθουσιασμό και νόημα στη ζωή τους, ήταν απλώς μια πλανεμένη προσπάθεια για την επίτευξη του Αμερικανικού Ονείρου.

Η ΥΠΟΘΕΣΗ

2004, Λέξινγκτον, Κεντάκι. Στα γεμάτα οικογένειες της μεσαίας τάξης προάστια τούτης της αμερικάνικης πόλης ζει ο Σπένσερ, που θέλει να γίνει καλλιτέχνης και ο Γουόρεν, ένας απρόβλεπτος και ατίθασος νέος. Είναι φίλοι και παρακολουθούν μαθήματα σε δύο διαφορετικά κολέγια. Καθώς η ενηλικίωση τους χτυπάει την πόρτα, συνειδητοποιούν πως υπάρχει πολύ μεγάλο ενδεχόμενο να μην γίνουν ποτέ κάτι πολύ σημαντικό, πως δεν θα καταφέρουν να ξεχωρίσουν, πως θα ζήσουν βαρετές ζωές. Κατά τη διάρκεια μας ακαδημαϊκής επίσκεψης στο Ειδικό Τμήμα της Βιβλιοθήκης του τοπικού Πανεπιστήμιου, ο Σπένσερ διαπιστώνει πως εκεί φυλάσσονται απίστευτοι θησαυροί, μεταξύ των οποίων και το βιβλίο «Birds of America» του John James Audubon, με χρηματιστηριακή αξία άνω των 10 εκατομμυρίων δολαρίων. Καθώς αφηγείται την εμπειρία στον φίλο του διαπιστώνουν και οι δύο την ευκαιρία που έψαχναν, να εμφανίζεται αναπάντεχα μπροστά τους. Έτσι, αποφασίζουν να κλέψουν τα πολύτιμα βιβλία. Χρειάζονται άλλα δύο άτομα, όμως, για να φέρουν εις πέρας το σχέδιό τους. Έτσι, επιστρατεύουν τον εκκολαπτόμενο λογιστή Έρικ και τον γεννημένο αθλητή Τσας. Όντας τέσσερις πλέον κι έχοντας ως έμπνευση διάσημες ταινίες, αρχίζουν να ετοιμάζονται για το μεγάλο κόλπο. Και το προχωράνε. Και το βάζουν σε εφαρμογή. Όμως, αλλιώς τα σχεδιάζουν τα πράγματα κι αλλιώς τους προκύπτουν. Άλλο οι ταινίες κι άλλο η πραγματική ζωή. Και η ληστεία που θα έλυνε τα οικονομικά και τα υπαρξιακά τους προβλήματα μια για πάντα, είναι εκείνη που τελικά θα θέσει το λαμπρό τους μέλλον σε κίνδυνο…

Μια ταινία που παρουσιάζεται από πολλαπλές, διαφορετικές οπτικές γωνίες, μια ταινία που μετατοπίζεται διαρκώς από την μυθοπλαστική κεντρική αφήγηση στις – με τη μορφή ντοκιμαντέρ – συνεντεύξεις των ανθρώπων που πραγματικά βίωσαν όσα αφηγείται το φιλμ, μια ταινία μέσω της οποίας ο Μπαρτ Λέιτον ανεβάζει το κινηματογραφικό είδος των ταινιών heist σε τολμηρά και συναρπαστικά νέα ύψη.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ

Η ταινία αφηγείται την αληθινή ιστορία τεσσάρων νεαρών ανδρών οι οποίοι χάθηκαν μέσα σε μια φαντασίωση που δημιούργησαν οι ίδιοι. Όταν συνειδητοποίησαν πως η αμείλικτη πραγματικότητα θα τους συνέτριβε ήταν πια πολύ αργά. Είχαν περάσει την κόκκινη γραμμή κι έφτασαν στην αντίπερα όχθη, της βίας και της παρανομίας, από την οποία δεν μπορούσαν πλέον να γυρίσουν πίσω.

Ο γεννημένος στη Μεγάλη Βρετανία Μπαρτ Λέιτον είναι εκείνος που ανέλαβε τα χρέη σκηνοθέτη στην ταινία. Αυτή έμελλε να είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του μετά το ντεμπούτο του «The Imposter». Το «The Imposter» ήταν ένα ντοκιμαντέρ στο οποίο παρουσιαζόταν η ιστορία ενός νεαρού Γάλλου απατεώνα, ο οποίος έπεισε πολύ κόσμο και κυρίως μια οικογένεια από το Τέξας, πως ήταν ο έφηβος γιος τους, που είχε εξαφανιστεί χωρίς να αφήσει ίχνη, τρία χρόνια πριν! Ήταν ένα ντοκιμαντέρ που αποδείκνυε εμφατικά πως δεν είναι λίγες οι φορές κατά τις οποίες η πραγματικότητα ξεπερνά τη φαντασία. Κατά μία έννοια και η ταινία μυθοπλασίας του αυτό ακριβώς αποδεικνύει.

Σε μια επίδειξη δημιουργικής ιδιοφυΐας, λοιπόν, ο Λέιτον μπόλιασε τη δραματοποίηση της θρασύτατης ληστείας που επιχειρήθηκε μέρα μεσημέρι, με συνεντεύξεις των αληθινών δραστών που οργάνωσαν τη ληστεία, οι οποίες δόθηκαν αφού βγήκαν από τη φυλακή.

Ο Λέιτον διείδε την προοπτική να μεταφερθεί η ιστορία στον κινηματογράφο όταν διάβασε κάποιο σχετικό άρθρο. «Μου φάνηκε σαν να διάβαζα την υπόθεση μιας παλιάς ταινίας», λέει ο Λέιτον. «Αυτό που μου προκάλεσε μεγαλύτερη έκπληξη ήταν το γεγονός ότι η ληστεία έλαβε χώρα σε ένα πανεπιστήμιο στο Κεντάκι και ότι οργανώθηκε από μια ομάδα σπουδαστών σε διάφορες σχολές της περιοχής».

Όσο περισσότερα μάθαινε ο Λέιτον για τη ληστεία, τόσο πιο παράξενη γινόταν η ιστορία και τόσο περισσότερο γινόταν φανερό πως οι τέσσερις νεαροί δεν είχαν καμία πιθανότητα να τη φέρουν εις πέρας. «Ήθελα να ανακαλύψω για ποιον λόγο μια ομάδα από φαινομενικά μορφωμένους νεαρούς άνδρες οι οποίοι προέρχονταν από ένα άνετο οικονομικά περιβάλλον, σκέφτηκαν να συμμετέχουν σε ένα έγκλημα τέτοιου μεγέθους», λέει ο Λέιτον. «Οπότε, μιας που έχω παρελθόν στο ντοκιμαντέρ, το ένστικτό μου ήταν να προσπαθήσω να επικοινωνήσω με τους ανθρώπους που έλαβαν μέρος στη ληστεία, παρά το γεγονός ότι εκτίαν μακρόχρονες ποινές φυλάκισης για τα εγκλήματά τους».

Ο Λέιτον άρχισε να αλληλογραφεί με τους τέσσερις άνδρες ενόσω εκείνοι ήταν φυλακή καταδικασμένοι για τα εγκλήματά τους, μεταξύ των οποίων ήταν η κλοπή πολιτιστικών αντικειμένων από δημόσιο μουσείο και η διαπολιτειακή μεταφορά κλεμμένης περιουσίας. Τα γράμματά του προς τους τέσσερις φυλακισμένους – τους Γουόρεν Λίπκα, Σπένσερ Ράινχαρντ, Έρικ Μπόρσουκ και Τσαρλς Άλεν – εντέλει οδήγησαν στο να δημιουργηθούν τα θεμέλια του σεναρίου για την ταινία. Σενάριο το οποίο τελικά έγραψε όταν οι τέσσερις άνδρες αποφυλακίστηκαν κι άρχισαν να ξαναχτίζουν τις ζωές τους από την αρχή.

«Θα μπορούσαμε να συγχωρέσουμε εύκολα όποιον νόμιζε πως αυτοί οι τύποι ήταν ανόητοι ή αμόρφωτοι», λέει ο Λέιτον. «Αντιθέτως, ήταν πολυμαθείς και γεμάτοι με τις πιο αναπάντεχες ιδέες και αναφορές, αναφορές που ξεκινούσαν από λογοτεχνικά κομμάτια και ποιήματα, μέχρι ταινίες».

Στην αλληλογραφία τους με τον Λέιτον, οι τέσσερις άνδρες ανέφεραν τα κίνητρά τους για τη συμμετοχή στο συγκεκριμένο έγκλημα. Αυτό που έκανε τεράστια εντύπωση στον σκηνοθέτη ήταν το γεγονός ότι οι λόγοι που έδωσε ο καθένας από τους συμμετέχοντες, ήταν εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους. Οι πιο πολλοί ούτε καν ανέφεραν τα χρήματα ως κίνητρο. Κάποιοι έριξαν την ευθύνη στην μεγαλοαστική ανατροφή τους και τις προσδοκίες που προέκυπταν από αυτήν. Πιο συγκεκριμένα, ο Σπένσερ ανέφερε τη βαθιά του επιθυμία να γίνει καλλιτέχνης ως κίνητρο. Ένιωθε πως η «τέλεια» ζωή του, από την οποία έλειπαν τα βιώματα, η πείρα και τα τραύματα, δεν του επέτρεπε να εκφραστεί καλλιτεχνικά. Ένιωθε ότι δεν είχε τίποτε να πει μέσω της τέχνης του. Γι’ αυτό συμμετείχε στη ληστεία. Για να ζήσει κάτι. Ο Γουόρεν, ο αρχηγός της ομάδας και κολλητός φίλος του Σπένσερ από την παιδική τους ηλικία, ανέφερε την ανάγκη να ξεχωρίσει ως κίνητρο, την ανάγκη να αφήσει το σημάδι του στον κόσμο. Ο Έρικ, που ήθελε να κυνηγήσει μια πιθανή καριέρα στο FBI, έγραψε πως ήθελε να πάρει μέρος σε κάτι απτό, πραγματικό, αληθινό και να απελευθερωθεί από τις συμβάσεις της ζωής στα προάστια. Τέλος, ο Τσας, ο άνθρωπος που έμελλε να οδηγήσει το αυτοκίνητο διαφυγής, απλά χρειαζόταν τα χρήματα.

«Για περισσότερους από έναν λόγους, αυτή ήταν μια μεγαλύτερη και περισσότερο προφητική ιστορία από απλά εκείνη μιας χαμένης και αυξανόμενα ατομικιστικής γενιάς, τα μέλη της οποίας μεγάλωσαν με το μάντρα ότι οι ζωές τους θα είναι εξαίσιες και πολύ σημαντικές», λέει ο Λέιτον. «Καθώς λοιπόν εξέλειπε αυτό που οι τέσσερις φίλοι είχαν στο μυαλό τους ως ουσιαστική εμπειρία ζωής, αποφάσισαν να κατασκευάσουν μία».

Όντας αρχάριοι στο έγκλημα, σχεδίασαν το μεγάλο κόλπο που ετοίμαζαν παρακολουθώντας ταινίες όπως το «Oceans 11» και το «Snatch» και αναζητώντας απαντήσεις στο Google στις απορίες τους για το πως να ενορχηστρώσουν την τέλεια ληστεία. Όσο περισσότερο καταπιάνονταν με το σχέδιό τους, τόσο περισσότερο ένιωθαν εθισμένοι στην κατάσταση. Επρόκειτο καθαρά για μια φαντασίωση που τους έβγαζε από τις συνηθισμένες ζωές τους. «Όσο περνούσε ο καιρός τόσο περισσότερο απρόθυμοι ήταν να παρατήσουν τη φαντασίωση», λέει ο Λέιτον. «Κανένας τους δεν ήθελε να είναι εκείνος που θα ακυρώσει το σχέδιο, με τον φόβο πως με αυτόν τον τρόπο θα επέστρεφε ξανά στην κανονική ζωή».

Τελικά ο Λέιτον συνάντησε από κοντά τους τέσσερις πρώην κατάδικους στο Κεντάκι, αφού αποφυλακίστηκαν, αποφασισμένος να ανακαλύψει οριστικά τι ήταν εκείνο που οδήγησε μια ομάδα προνομιούχων νέων ανδρών στο να επιχειρήσουν ένα τέτοιο θρασύ και ριψοκίνδυνο έγκλημα. Αυτό που εντυπωσίασε τον Λέιτον ήταν η περιγραφή των δύο πρώτων χρόνων τους στη φυλακή, που όπως δήλωσαν όλοι τους, ήταν τα καλύτερα χρόνια της ζωής τους! «Αιφνιδιάστηκα εντελώς από αυτόν τον ισχυρισμό τους και τους ρώτησα γιατί αισθάνθηκαν έτσι», λέει ο Λέιτον. «Μου είπαν ότι αισθάνονταν έτσι επειδή ήταν ελεύθεροι, πράγμα τρομερά οξύμωρο. Κι όμως, μου είπαν πως στη φυλακή απελευθερώθηκαν από όλες τις προσδοκίες που είχαν οι γονείς τους και οι δάσκαλοί τους γι’ αυτούς. Όλα τα πράγματα που υποτίθεται πως έπρεπε να κάνουν στη ζωή, έπαψαν να υφίστανται ως ανάγκη, ως καταναγκασμός».

ΜΙΑ ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΔΟΜΗ

Όταν ο Λέιτον άκουσε πρώτη φορά την ιστορία των τεσσάρων πίστεψε αρχικά πως, για να προχωρήσουν σε κάτι τέτοιο, μπέρδεψαν τα όρια τέχνης και πραγματικότητας, θεωρώντας πως η ζωή τους ήταν μια ταινία. «Πολλά από τα πράγματα που έκαναν είχαν επηρεαστεί από τις ταινίες που παρακολουθούσαν και από την επιθυμία τους να ζήσουν μέσα σε μια πιο ζωντανή πραγματικότητα, την οποία οι ίδιοι δημιουργούσαν. Κι εγώ ήθελα να φτιάξω κάτι που να το αντανακλά όλο αυτό», λέει ο Λέιτον. «Η ιστορία είχε να κάνει εν μέρει με τη σύγχυση ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία – και είναι μια πραγματική ιστορία. Θεώρησα λοιπόν πως θα μπορούσα να πειραματιστώ με έναν τρόπο αφήγησης της ιστορίας στον οποίο τόσο οι χαρακτήρες όσο και το κοινό θα μπορούσαν να παρασυρθούν ταυτόχρονα σ’ αυτόν τον φανταστικό κόσμο. Ήταν σημαντικό για μένα να δείξω πως αυτοί οι νεαροί άνδρες δεν βρίσκονταν σε κάποιον ασφαλή κινηματογραφικό κόσμο».

Οι συνεντεύξεις του Λέιτον με τους τέσσερις συνένοχους ουσιαστικά δημιούργησε τα θεμέλια του σεναρίου. Πολλά από τα σχόλιά τους εντέλει μεταφέρθηκαν αυτολεξεί ως διάλογος στην ταινία. Ήταν πολλές οι φορές που οι απόψεις τους, οι αναμνήσεις σχετικά με όλα όσα είχαν να κάνουν με τη ληστεία άλλαζαν ή δεν ταίριαζαν καθόλου με προηγούμενες μαρτυρίες τους. Κάποιος από τους συμμετέχοντες είχε συγκεκριμένη αντίληψη για το τι συνέβη, ενώ κάποιος άλλος είχε εντελώς διαφορετική άποψη. «Προσπάθησα να εμπεδώσω στην ταινία ακριβώς αυτό: πως όλοι μας δημιουργούμε τη δική μας άποψη σχετικά με το τι είναι αλήθεια – την αλήθεια που θυμόμαστε ή που θέλουμε να πιστέψουμε», λέει ο Λέιτον. «Η μνήμη από μόνη της είναι συχνότατα αναξιόπιστη. Και ποτέ δύο διαφορετικά άτομα δεν θυμούνται το ίδιο γεγονός με τον ίδιο ακριβώς τρόπο».

Η αντιπαράθεση ανάμεσα σε έναν φανταστικό κόσμο που παρέπεμπε σε ταινίες, με την αληθινή ζωή σε ένα βαρετό παρόν, αποτέλεσε έναν μηχανισμό για τον σκηνοθέτη προκειμένου να αφηγηθεί μιαν αληθινή ιστορία η οποία θα περιείχε στοιχεία ντοκιμαντέρ συνδυασμένα με μεταφορές από τις ταινίες που οι τέσσερις άνδρες προσπάθησαν να μιμηθούν κατά τη διάρκεια της ληστείας. «Ήθελα να γυρίσω και να μοντάρω την ταινία με τέτοιο τρόπο ώστε να αντικατοπτρίζει την αυξανόμενη αποσύνδεσή τους από την πραγματικότητα, χρησιμοποιώντας τη γραμματική των ταινιών με ληστείες», λέει ο Λέιτον. «Αυτή η ιστορία έγινε στην πραγματικότητα κι εμείς συνεχίζουμε να αμφισβητούμε πτυχές των γεγονότων καθώς ξεπροβάλλουν κατά την αφήγηση. Ως αποτέλεσμα, οι θεατές συνδέονται με την ταινία με έναν διαφορετικό από τον συνηθισμένο τρόπο. Με το να μην χανόμαστε εντελώς στον κινηματογραφικό κόσμο, αναστέλλοντας εσκεμμένα τη δυσπιστία, γινόμαστε πιο συναισθηματικά εμπλεκόμενοι στην ιστορία».

Fun Facts

  • Τα γυρίσματα της ταινίας διήρκεσαν 7 1/2 εβδομάδες
  • Για τα γυρίσματα χρησιμοποιήθηκε ασυνήθιστα μεγάλος αριθμός διαφορετικών σκηνών οι οποίες γυρίστηκαν σε ασυνήθιστα μεγάλο αριθμό διαφορετικών τοποθεσιών
  • Παρά το γεγονός ότι τα η πλοκή της ταινίας λαμβάνει χώρα στην πολιτεία του Κεντάκι, τα γυρίσματά της έγιναν όλα στη Βόρεια Καρολίνα
  • Ο Μπαρτ Λέιτον ήθελε να χρησιμοποιήσει μια σκηνή από την ταινία «Η συμμορία των 11» μέσα στην ταινία του, οι παραγωγοί της όμως αρνήθηκαν. Όταν είδε την ταινία του Λέιτον ο Στίβεν Σόντερμπεργκ μετάνιωσε για το ότι δεν δόθηκε το απόσπασμα
  • Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων δεν επετράπη στους ηθοποιούς να γνωρίσουν τους ανθρώπους τους οποίους υποδύονταν καθώς ο σκηνοθέτης φοβόταν πως αυτό θα επηρέαζε τις ερμηνείες τους.