Η Χίος είναι ένα νησί από φως

 

«…εμείς, οι περήφανοι πρόσφυγες από την πέρα πατρίδα,
που κάθε βράδυ ανάβει τα φώτα της σε ένδειξη ότι μας θυμάται…
Το Κάστρο μας εμείς» (απόσπασμα από το βιβλίο)

 

#Παρουσίαση- Κριτική-Συνέντευξη από τη: Βίκη Κουτρή

Πιέρρος Τζανετάκος

Την 1η του περασμένου Ιουνίου παραβρέθηκα στο βιβλιοπωλείο Books plus στην Αθήνα, σε μία όμορφη εκδήλωση σχετική με την παρουσίαση του δεύτερου βιβλίου «Στο κάστρο που στοιχειώσαμε» από τις Εκδόσεις Ωκεανίδα, της Ιωάννας Θεοδωράτου, της ταλαντούχας Χιώτισσας-Κεφαλλονίτισσας νομικού (και πολλά υποσχόμενης στη συγγραφή).
Στο πάνελ ήταν ο δημοσιογράφος Πιέρρος Τζανετάκος που συντόνισε τη συζήτηση, η εκπαιδευτικός Μαρία Βασιλάκη-Ιγκλέση η οποία παρουσίασε με ζεστό λόγο το βιβλίο ενώ αποσπάσματα αυτού διάβασε η χαρισματική ηθοποιός Λαμπρινή Θάνου. Την μουσική επιμέλεια της βραδιάς είχε αναλάβει το σχήμα «Τεχν-Άσματα» με τους Μίνα Παπαϊωάννου, Νικόλα Τριήρη και Χάρη Παπανικολάου.
Στην κατάμεστη αίθουσα τους βιβλιοπωλείου, όπου υπήρχε κόσμος κάθε ηλικίας (μεταξύ των οποίων και πολλοί Χιώτες), αισθανθήκαμε αύρα θετική να πλανάται στον αέρα. Η εκδήλωση εξελίχθηκε σε μία ενδιαφέρουσα και επιτυχημένη καλοκαιρινή βραδιά λογοτεχνίας. Ιδιαίτερα συγκινητική ήταν η στιγμή που η συγγραφέας προσκάλεσε τη μητέρα της, τιμώντας την για την ηθική της στήριξη και την ουσιώδη παρουσία στη ζωή της.

Το βιβλίο «Στο κάστρο που στοιχειώσαμε» αριθμεί περί τις 490 σελίδες και περιγράφει την ιστορία της μικρασιάτισσας Ελισσώς, μιας γυναίκας με πάθος για τη ζωή, η οποία θα ερωτευτεί, θα πάει στο πανεπιστήμιο και θα γυρίσει την πλάτη στα κοινωνικά στερεότυπα. Θα κάνει με περηφάνια σημαία της την «προσφυγιά» της αλλά και το ανεμοδαρμένο Κάστρο της Χίου, που στέκεται μέχρι και σήμερα αγέρωχο ν’ ατενίζει τις ακτές της Μικρασίας και να ψιθυρίζει μέσα απ’ τις ταλαιπωρημένες πολεμίστρες του τις πονεμένες ιστορίες των προσφύγων.

Μαρία Βασιλάκη-Ιγκλέση

Διαβάζοντας το βιβλίο -εκτός της βασικής ιστορίας που ξετυλίγεται- εντόπισα πολλά και ενδιαφέροντα ιστορικά στοιχεία κατατεθειμένα διάσπαρτα σε αυτό. Από προσφυγικές μνήμες ανθρώπων που ιστορούσαν αληθινά γεγονότα σχετιζόμενα με την Καταστροφή της Σμύρνης και τον Μεγάλο Ξεριζωμό του 1922 (οι μνήμες που περιγράφονται είναι  αποτελέσματα μιας δυναμικής και σοβαρής έρευνας της ίδιας της συγγραφέως).

Εντόπισα επίσης αναφορές από προσωπικές ιστορίες προσφύγων που αναγεννήθηκαν στις σελίδες του βιβλίου περιγράφοντας αυθεντικά το «στίγμα» της παραμονής και επιβίωσης τους στο νησί καθώς και τις ποικίλες συμπεριφορές και αλληλεπιδράσεις που υπέστησαν από τους εκεί συγκατοίκους τους σύμφωνα πάντα με τα ήθη, τα έθιμα αλλά και τις συνθήκες που επικρατούσαν στις αρχές του 20ου αιώνα αλλά και στα μετέπειτα «σκοτεινά» χρόνια.
Οι πληροφορίες που μεταφέρονται στον αναγνώστη, προσφέρουν πολύτιμες γνώσεις για την τότε δύσκολη εποχή που διανύαμε σαν λαός αλλά και τις μεταβατικές περιόδους που ακολούθησαν με την πάροδο των χρόνων. Όλα τα παραπάνω δεμένα μαζί, συνθέτουν κυριολεκτικά μία πλούσια και πυκνή εξιστόρηση που θα μπορούσε να είχε συμβεί σε κάθε ακριτικό νησί, σε κάθε «πονεμένο» τόπο ανά την Ελλάδα μας.

Λαμπρινή Θάνου

Το βιβλίο δεν θα το κατατάξω απλά σαν μυθιστόρημα, όπως έχει αρχικά χαρακτηριστεί. Διαθέτει ιστοριογραφία..Διαθέτει πηγές. Όλα όσα το αποτελούν δεν αναφέρονται μόνο σε μία απλή πλοκή πολλών περιγραφών, αλλά και πέραν αυτών. Είναι ένα σαφέστατα αναλυτικό κληροδότημα ιστορικών γεγονότων, αναδρομών, εμπειριών και ψυχογραμμάτων που συγκεντρώθηκαν, ομαδοποιήθηκαν, δεν χάθηκαν στη λήθη του χρόνου και προσφέρονται σαν ατόφιες «ντοπιολαλιές» σε όλους εμάς τους αναγνώστες. Είναι πολύ-ποίκιλο, πολύ-σύνθετο και πολύ-περιγραφικό.
Για το βιβλίο «Στο κάστρο που στοιχειώσαμε», μετά σιγουριάς μπορώ να πω ότι θα συναρπάσει, εκτός των άλλων και όσους έχουν καταβολές ή μνήμες από παππούδες, γιαγιάδες και συγγενείς προερχόμενους από τη Μικρασία της «καρδιάς» μας, οι οποίοι βίωσαν δια στόματος των αγαπημένων τους ανθρώπων, την προσφυγιά, την πείνα και την ορφάνια και με περηφάνεια δεν ξεχνούν…
Γιατί ανεξάρτητα του ότι έχει σαν τόπο δράσης το ακριτικό νησί της Χίου με το περιβόητο Κάστρο του, απλώνεται και σηματοδοτεί μέρη πέραν αυτού. Όλα τα υπόλοιπα «κάστρα» μας που «στοιχειώνουμε» ακόμα και σήμερα… Θυμηθείτε το όνομα της συγγραφέως. Ιωάννα Θεοδωράτου. Γιατί έχει μέλλον.

«Τεχν-Άσματα» (Μίνα Παπαϊωάννου, Νικόλας Τριήρη και Χάρης Παπανικολάου)

Διαβάστε τι λέει για το βιβλίο της αλλά και για πολλά άλλα θέματα, η ίδια στη συνέντευξη που έδωσε στη Βίκη Κουτρή και στο περιοδικό fermouart. Ειλικρινά έχει ενδιαφέρον.

-Είστε μία νέα γυναίκα, που αποφοιτήσατε με άριστα το Λύκειο, ολοκληρώσατε τις σπουδές σας στη Νομική Σχολή και τώρα είστε μία ενεργή και μάχιμη δικηγόρος. Γνωρίζετε πολλές ξένες γλώσσες(πέντε), έχετε διακριθεί σε πανελλήνιους διαγωνισμούς στο παρελθόν και έχετε αποσπάσει βραβεία από πολύ μικρή ηλικία. Έχετε ήδη γράψει το βιβλίο «Αύγουστος Οίνος»(2016) και πρόσφατα εκδώσατε το δεύτερο συγγραφικό σας δημιούργημα με τίτλο «Στο Κάστρο που στοιχειώσαμε» των Εκδόσεων Ωκεανίδα. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ψυχοσύνθεσή σας αποτελείται από πολύπλευρα πρίσματα δημιουργικότητας. Από που αντλείτε όλη αυτή την ενέργεια- έμπνευση που σας έχει οδηγήσει και στην συγγραφή.

Νομίζω είναι ένας συνδυασμός παραγόντων. Όλα αυτά που αναφέρατε έχουν συμβάλει: οι γνώσεις, η μόρφωση, η παιδεία, οι στίχοι που διαβάζω ξανά και ξανά, τα θέατρα που έχω δει, οι ήρωες που έχω ξεχωρίσει… Είναι ακόμη τα ταξίδια που έχω κάνει, οι άνθρωποι που έχω γνωρίσει, τα βιώματά μου. Ωστόσο οι παραστάσεις ή οι γνώσεις ενός ανθρώπου δεν πιστεύω ότι αρκούν από μόνες τους. Είναι κι η κληρονομικότητα. Παίζουν και τα γονίδια το ρόλο τους. Κι ακόμη ο χαρακτήρας, μια ροπή στον ιδεαλισμό (παρότι παράλληλα είμαι αρκετά ρεαλίστρια), το ρομαντισμό, η τάση να προσπαθώ να δω πίσω από τα πράγματα. Το έναυσμα για έμπνευση μπορεί να είναι παραμικρό: ένα ερειπωμένο σπίτι φερ’ ειπείν, το άρωμα του γιασεμιού, η αίσθηση της θάλασσας καθώς σου βρέχει τα πόδια. Οτιδήποτε μπορεί να μου γεννήσει μια ιδέα.

-Πείτε μας λίγα λόγια για το βιβλίο σας «Στο Κάστρο που στοιχειώσαμε». Βασίζεται σε αληθινή ιστορία ή είναι ένα προϊόν δικής σας μυθοπλασίας; Τι σας ενέπνευσε στη συγγραφή του;

Η κεντρική ιστορία του βιβλίου (η ζωή της Ελισσώς δηλαδή) είναι προϊόν μυθοπλασίας, όπως και πολλές ακόμη δευτερεύουσες ιστορίες που περιλαμβάνονται σε αυτό. Υπάρχουν μεταξύ αυτών, όμως, και αληθινές τις οποίες είτε έχω αφήσει αυτούσιες όπως τις άκουσα είτε τις έχω παραλλάξει χάριν της μυθιστορηματικής πλοκής. Οι περισσότερες μαρτυρίες και διηγήσεις με βοήθησαν να αναπλάσω το χώρο και το χρόνο, ήτοι τη Χίο των δεκαετιών του ’30, του ’40 και του ’50. Εκεί έγκειται δηλαδή ο ρόλος τους: στη λεπτομέρεια που χρειαζόμουν για να δημιουργήσω ένα μυθιστόρημα που θα φαινόταν ρεαλιστικό. Η πηγή έμπνευσης εν προκειμένω ήταν μια βόλτα στο Κάστρο της Χίου ένα αυγουστιάτικο βράδυ, το 2015. Είδα για πρώτη φορά –θυμάμαι- πιο προσεκτικά τα ταλαιπωρημένα σπίτια με τις σαχνισιές τους, το φως των στύλων να φωτίζει ερείπια και κάτι γιαγιάδες να κάθονται στο δρόμο, με τις καρέκλες τους στη σειρά, με σταυρωμένα χέρια, φιλέδες στα μαλλιά και χαρακωμένα από το χρόνο πρόσωπα, να παρακολουθούν την κίνηση και να σχολιάζουν τα δικά τους. Κι αμέσως γεννήθηκε η Ελισσώ. Έπειτα άρχισαν μνήμες από τις προγιαγιάδες μου, ιστορίες που είχα ακούσει και μέρη που περπάτησα κι ήρθαν όλα μαζί κι έγιναν ετούτο το μυθιστόρημα.

-Παράλληλα με την βασική ιστορία της δυναμικής ηρωίδας σας, της Ελισσώς που περιγράφετε στο βιβλίο, διακρίνω, κυριολεκτώντας, ότι «δωρίζετε» στο κοινό σας και άλλες ιστορίες-καταγραφές-μνήμες από σκοτεινά διαστήματα όχι μόνο της Καταστροφής της Σμύρνης αλλά και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, της Κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου, ξαναζωντανεύοντας κατά κάποιον τρόπο, πολλές και «ξεχασμένες» ψυχές που βίωσαν τον πόνο του ξεριζωμού, της προσφυγιάς, των πολέμων και ενώ μέχρι τώρα αυτές ζούσαν στην δική τους λήθη, τους δώσατε απλόχερα χώρο με ένα «νεύμα» σας να μιλήσουν στο σήμερα για το χθες και να μας μεταδώσουν τις γλυκόπικρες στιγμές τους. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η αφήγησή των βιωμάτων τους -δια μέσω της δικής σας γραφής- είναι ένα προϊόν έρευνας, καταγραφής αλλά και αναβίωσης γεγονότων που -εν τέλει- όλα μαζί περιγράφουν Ιστορία. Ισχύει αυτό;

Στο βαθμό που εξιστορώ πραγματικά γεγονότα ναι. Πήρα συνεντεύξεις από γιαγιάδες συνομήλικες της ηρωίδας μου, που ήρθαν από τη Σμύρνη και τον Τσεσμέ. Αναζήτησα ντόπιους που θυμόντουσαν πρόσφυγες στα χρόνια τους αλλά και παιδιά προσφύγων που μεγάλωσαν στη Χίο. Διάβασα τα ελάχιστα που μπόρεσα να βρω σχετικά με το Κάστρο, το βομβαρδισμό του Wiril, την Αντίσταση στο νησί. Παράλληλα προσέθεσα και μαρτυρίες που καμιά σχέση δεν είχαν με τους πρόσφυγες αλλά αποτελούν «ενθύμια» της γιαγιάς μου και του παππού μου, των ανθρώπων της γειτονιάς. Είναι μνήμες από τη Χίο της Κατοχής, του Εμφυλίου κι έπειτα, που με βοήθησαν να συγκεκριμενοποιήσω λίγο την «ορχήστρα» με όρους αρχαϊκούς, τη σκηνή δηλαδή, του θεάτρου που έστησα.

-Ποιον/αν ήρωα/ιδα από το βιβλίο σας ξεχωρίζετε ιδιαίτερα για την προσωπικότητα του και γιατί;
Όλους τους ήρωές μου τους αγαπώ και με πολλή δυσκολία τους αποχωρίστηκα γράφοντας το κεφάλαιο «In memoriam» στο κλείσιμο του βιβλίου. Δεν μπορώ να μην ξεχωρίσω την Ελισσώ, μόνο και μόνο γιατί ήταν εκείνη η πρωταγωνίστρια, μια γυναίκα τολμηρή, δυνατή, οξυδερκής, παθιασμένη, ελεύθερη. Αλλά κι οι υπόλοιπες μορφές που έπλασα κι έστησα δίπλα της είναι στ’ αλήθεια όλες αγαπημένες: η Ματρώνα, ο Σιδερής, ο Μαθιός, το Δημητρό το Βαβυλουσάκι κι όλοι οι άλλοι, οι καθημερινοί, γήινοι, με τα ελαττώματά τους ήρωες, που δεν έχουν τίποτα παραπάνω από τους ανθρώπους που μας περιτριγυρίζουν. Γιατί –δεν περιμένετε εμένα να σας το πω φυσικά πως- η πραγματική ζωή ξεπερνά κάθε φαντασία κι είναι αυτή τελικά που αποτελεί πηγή κάθε έμπνευσης.

-Πιστεύετε ότι υπάρχουν ακόμα «μνήμες» που τυχόν διαμορφώνουν συνειδήσεις στους χαλεπούς καιρούς που διανύουμε ως Έλληνες; Υπάρχουν «στοιχειωμένα» κάστρα;

Για μένα όλα τα κάστρα είναι στοιχειωμένα! Πώς αλλιώς; Τόσοι άνθρωποι πέρασαν κι άφησαν τις ζωές τους, τόσες μνήμες κουρνιάζουν στις περήφανες ή φθαρμένες από το χρόνο γωνιές τους. Απομεινάρια μιας αλλοτινής ακμής, ευτυχίας και δυστυχίας χιλιάδων ψυχών, πώς να μην είναι στοιχειωμένα; Όσο για τη μνήμη, όσο υπάρχει και διαφυλάσσεται είναι τυχερές οι επόμενες γενιές, γιατί η καταγραφή της ανοίγει παράθυρα στο παρελθόν και, κατά τον Τσώρτσιλ, «Όσο πιο πολύ πίσω πάμε στο παρελθόν, τόσο πιο μακριά στο μέλλον μπορούμε να δούμε».

-Ο έρωτας, λένε, τα παλιά τα χρόνια ήταν δυνατός και η αγάπη έδενε και διαρκούσε. Σήμερα;

Ο έρωτας πάντα θα είναι δυνατός, σαρωτικός και απόλυτος για όποιον έχει την τύχη (ή την ατυχία – είναι θέμα οπτικής) να πέφτει στο δρόμο του. Η αγάπη θα διαρκεί όσο υπάρχουν άνθρωποι, είναι η μοναδική ελπίδα στον κόσμο. Ωστόσο εσείς κάνετε μια διάκριση, αντιδιαστέλλετε το παρόν με το παρελθόν. Τι είναι λοιπόν αυτό που κάνει σήμερα τα συναισθήματα να μην είναι τόσο δυνατά; Ότι έχουν αλλάξει με δραματικούς ρυθμούς οι κοινωνίες και μαζί μ’ αυτές κι οι άνθρωποι. Όλα είναι βιαστικά, οι μέρες χάνονται πριν προλάβεις να τις ζήσεις, οι ανθρώπινες σχέσεις αναπτύσσονται μέσα από οθόνες, γινόμαστε ολοένα και πιο εγωιστές, αδυνατούμε να μοιραστούμε, να υποχωρήσουμε, εντέλει ν’ αγαπήσουμε. Ωστόσο υπάρχει ελπίδα. Το γράφω και στο βιβλίο μου κάπου: «Όσο υπάρχουν άνθρωποι, υπάρχει ελπίδα».

-Έχετε καταγωγή από το νησί της Χίου. Τι σημαίνει για εσάς αυτό το νησί; Είναι τελικά η πηγή στην συγγραφική έμπνευσή σας;

Η Χίος είναι το νησί με τα περισσότερα βιώματά μου και γι’ αυτό τριγυρίζει διαρκώς στις σελίδες αυτών που γράφω. Είναι οι διακοπές μου, τα καλοκαίρια μου, τ’ αγαπημένα μου πρόσωπα. Είναι το μέρος που όταν βγαίνω από το πλοίο ανασαίνω ελεύθερα, το σπίτι μου. Είναι η μυρωδιά από το τσουρέκι στην Απλωταριά, από τις μανταρινιές στον Κάμπο, από την πασχαλιά και τα βεγγαλικά το Πάσχα, από το γιασεμί στην αυλή του παππού μου. Είναι ένα νησί από φως, έτσι το αντιλαμβάνομαι. Και φυσικά όλα αυτά, όπως καταλαβαίνετε, επηρεάζουν την έμπνευσή μου.

-Στην εκδήλωση της παρουσίασης του βιβλίου σας, το προσφιλές πρόσωπο της ζωής σας, η μητέρα σας, ήταν εκεί παρούσα και κατέθεσε την δική της «ψυχή», φωτογραφίζοντας στιγμές της, οι οποίες αφορούσαν δικές σας στιγμές, αποσπώντας από το κοινό (εκτός των χειροκροτημάτων) και πολύ συγκίνηση. Τι σημαίνει για εσάς να έχετε μια Χιώτισσα Μάνα; 

Σημαίνει ό,τι έχουμε στο μυαλό ως Ελληνίδα μάνα και κάτι παραπάνω. Έχω την τύχη να κατάγομαι από δυο νησιά, την Κεφαλονιά και τη Χίο. Οπότε μπορώ να το εξειδικεύσω και να μιλήσω για τη νησιώτισσα μάνα. Η θάλασσα νομίζω μεταλλάσσει τους ανθρώπους. Η μητέρα μου, πέρα από ένας άνθρωπος υπομονετικός, τρυφερός, ευαίσθητος, είναι δημιουργική, δυναμική, προστατευτική, αγαπά πολύ.
Μοιάζει ο νησιώτης λες κι έχει αρμύρα από τη θάλασσα που του προσδίδει νοστιμάδα, καπατσοσύνη, ανεξαρτησία, ανεμελιά. Αν προσέξατε, επίσης, όλες μου οι ηρωίδες είναι νησιώτισσες. Είναι κάποια πράγματα που μας στοιχειώνουν λοιπόν. Είχα την τύχη το νησί κι η θάλασσα να είναι κάποια από αυτά.

-Θεωρείτε ότι η συγγραφή είναι ένα θείο δώρο που κατέχει ο γράφοντας ένα βιβλίο ή ένα δώρο ζωής που προσφέρεται από τον γράφοντα στους αναγνώστες του;

Η συγγραφή είναι καταρχάς ατομική υπόθεση: γράφεις για τον εαυτό σου, για να βγάλεις τα εσώψυχά σου, να εκτονωθείς, ίσως και να λυτρωθείς. Έπειτα όμως, όταν εκείνος που έχει την ικανότητα να γράφει εκθέσει τις σκέψεις του, τότε προσφέρει σε απεριόριστο αριθμό ανθρώπων τη δυνατότητα να δουν μέσα από τα μάτια του, να ταυτιστούν, να νιώσουν, να αλληλεπιδράσουν μαζί του εντέλει. Η συγγραφή είναι δούναι και λαβείν κι από αυτή τη διάδραση, τους κόσμους που ανοίγεις στους αναγνώστες και τον ενθουσιασμό που σου μεταγγίζουν εκείνοι με τη σειρά τους, νιώθεις δυνατότερος και ξεπερνάς την όποια συστολή μπορεί να σου προξενεί η ιδέα της έκθεσης στο κοινό.

Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια;

Δε θα μιλήσω για σχέδια, γιατί η λέξη από μόνη της μου προξενεί άγχος. Θα ήθελα να συνεχίσω να μπορώ να κάνω πολλά πράγματα: να ταξιδεύω, να γνωρίζω ανθρώπους, να μαθαίνω, να περιμένω τα καλοκαίρια με την ίδια εφηβική προσμονή, να χορεύω, να ερωτεύομαι και να νιώθω. Θέλω να διατηρήσω τη ζωντάνια και τη ζωηρότητα που έχω τώρα όσο πιο πολύ μπορώ, γιατί αυτό σημαίνει ότι δε θ’ αφήσω την καρδιά μου να γεράσει. Και φυσικά να γράφω με τον ίδιο ενθουσιασμό και μεράκι.

-Ένα απόσπασμα από το βιβλίο σας που ξεχωρίζετε ιδιαίτερα;

«Χαϊδεύω τα μπεντένια και μες στα μάτια μου ζωντανεύουν οι ζωές μας, τα ραβασάκια του Μηνά του Κυδιαντούση, ο Μαθιός με τα μάτια της φωτιάς, οι στριγγλιές της Μαριόγκας, οι φωνές του Λιοντή έξω απ’ το σπίτι της Ματρώνας, τα γέλια με το Σιδερή κι όταν σφυρίζει ο αγέρας θαρρώ πως ακούω και τα τραγούδια μου απ’ τη Μανιώ την ξελογιάρα. Η οδός Αγίου Γεωργίου, το σπίτι που μας ανάστησε, η πλατεία, η εκκλησιά, τα μπεντένια, το Κάστρο που μας στοίχειωσε μα και που το στοιχειώσαμε με τις ζωές μας, εμείς, οι περήφανοι πρόσφυγες από την πέρα πατρίδα, που κάθε βράδυ ανάβει τα φώτα της σε ένδειξη ότι μας θυμάται… Το Κάστρο μας εμείς».

-Σας ευχαριστώ πολύ.

Εγώ σας ευχαριστώ που μου δίνετε βήμα να μιλήσω για την Ελισσώ και το Κάστρο της. Εύχομαι οι αναγνώστες σας που θα διαβάσουν αυτό το βιβλίο να γελάσουν και να κλάψουν, να αισθανθούν, ν’ αγαπήσουν τους ήρωές μου, να ταξιδέψουν πίσω στο χρόνο και στην ωραία Χίο.

 

Το βιβλίο «Στο κάστρο που στοιχειώσαμε» της Ιωάννας Θεοδωράτου
θα το βρείτε στις Εκδόσεις Ωκεανίδα:
Διεύθυνση: Δερβενίων 38, Αθήνα 106 81
Τηλέφωνο: 21 0380 6137

 

Ευχαριστώ θερμά την Ιωάννα Θεοδωράτου και τις Εκδόσεις Ωκεανίδα
για την ευγενή παραχώρηση του βιβλίου.

Φωτογραφίες: Βίκη Κουτρή
(εκτός της κεντρικής που ανήκει στο φωτογραφικό αρχείο της συγγραφέως)