Σε σκηνοθεσία Αρκαδία Ψάλτη και πρωταγωνιστές την ίδια και τον Γιώργο Σταυριανό.
Υπό την αιγίδα του Ομηρείου Πνευματικού Κέντρου Χίου.
Μια παραγωγή του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά.

#Παρουσίαση- #Κριτική-#Συνέντευξη: Βίκη Κουτρή

 

Στα παλιά «κόκκινα φανάρια» της Χίου, στον πεζόδρομο της οδού Δρομοκαΐτη και έξω από το Μπαρ «Νυχτοπούλι» ολοκληρώθηκε εχθές η θεατρική παράσταση «Πρώτη Φλέβα», βασισμένη στη νουβέλα του γνωστού Χιώτη συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη, διασκευασμένη από την σκηνοθέτιδα Αρκαδία Ψάλτη, με πρωταγωνιστές την ίδια στο ρόλο της Λόλας και τον Γιώργο Σταυριανό στον ρόλο του Γιώργη, υπό την αιγίδα του Ομηρείου Πνευματικού Κέντρου Χίου και μία παραγωγή του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά.

Το βιβλίο η «Πρώτη Φλέβα» (Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ), το οποίο φέρει την υπογραφή του Γιάννη Μακριδάκη (είναι μοναδικός στο να εντοπίζει, να συλλαμβάνει και να μεταφέρει με την ωμότητα της πένας του, περιθωριακές παρελθοντικές ιστορίες) ξεδιπλώνονται οι ζωές δύο μοναχικών ανθρώπων, της πόρνης Λόλας και του ναυτικού Γιώργη.

“Εγώ ταξίδευα στην Αφρική, ταξίδευα στην Αυστραλία. Ο έρωτας δεν είναι μόνο σαρκικός, είναι και πνευματικός. Ήτανε το μυαλό μου αλλού πάντα. Πάντα. Έλεγα άντε να τελειώσει, να φύγει. Κι όλες οι γυναίκες αυτό λέγανε. Δηλαδή της δουλειάς οι γυναίκες. Αυτό σκεφτόντουσαν και αυτό λέγανε. Αυτό κάνανε. Γιατί, ήξερε αυτός πού είναι εμένα το μυαλό μου; Όλοι οι άντρες που πάνε για αγοραίο έρωτα δεν το ξέρουνε ότι η γυναίκα δεν πρόκειται να ανταποκριθεί; Εν γνώσει τους πάνε. Δεν είναι η γυναίκα τους ή η γκόμενά τους. Βέβαια το μυαλό μου εμένα μπορεί να ταξίδευε, αλλά σαν αγγούρι δεν ήμουνα ποτέ. Διότι εντάξει, στο κάτω κάτω ο άνθρωπος έδινε τα λεφτά του.”
Ένας ναυτικός και μια πόρνη αφηγούνται ιστορίες από τις ζωές τους. Ο προβολέας του συγγραφέα τους φωτίζει εναλλάξ. Η Λόλα βρέθηκε να δουλεύει στην Ντάπια των Χανίων από τη δεκαετία του ’60 έως και τη δεκαετία του ’80. Ο Γιώργης ταξίδευε το ίδιο διάστημα από την Ιαπωνία μέχρι τη Βραζιλία και είχε περιστασιακές σχέσεις με πόρνες.
Οι δυο τους εξιστορούν φουρτούνες και απαγωγές, αρραβώνες και βαφτίσια, αυτοκτονίες και έρωτες. Μέσα από τις αφηγήσεις τους διαφαίνεται μια ολόκληρη εποχή, αλλά κυρίως η κανονικότητα της ζωής στα βαπόρια, στα λιμάνια και στα “σπίτια”. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Πως είναι δυνατόν το «ξεγύμνωμα» της ψυχής, να κολλάει απόλυτα και αυθάδικα με το «ξεγύμνωμα» δύο σωμάτων, όντες μέσα σε μία αποδομένη ζωντανή παράσταση;
Πως γίνεται μία βαθιά «ρημαγμένη» γυναίκα η οποία δεν συμβιβάστηκε ποτέ με τίποτα, ούτε καν με τον ίδιο της τον εαυτό, να ξεδιπλώνει την ψυχρή πραγματικότητά της και να την απλώνει στα πόδια μας;
Πως μπορεί ένας συνειδητά «ακρωτηριασμένος» (συναισθημάτων) άντρας να κάνει απολογισμό ζωής, εξιστορώντας τις αναμνήσεις των φτηνών στιγμών του, οι οποίες απλώς γέμιζαν τα κενά του παρελθόντος χρόνου του μέσα από τις άδειες παρουσίες των θηλυκών «φαντασμάτων» που τον περιστοίχιζαν κάποτε;
Οι δύο παράλληλες ιστορίες ζωής που ερμήνευσαν οι πρωταγωνιστές της χθεσινής παράστασης σπαρταρούσαν κυριολεκτικά ανάμεσά μας, μεταδίδοντας μας ολοζώντανο, τον βουβό πόνο τους, την αδυσώπητη θλίψη, την ακατανίκητη μελαγχολία και το βαρύ αγκομαχητό τους.
Η ατμόσφαιρα ήταν γεμάτη από πνιγμένες ανάσες-κραυγές και ιδρωμένα σώματα. Ηθελημένα μας μαρτυρούσαν όλα τα αποδεχόμενα «ναι» της μοίρας τους, ενώ κατά βάθος και κατ’ ουσία, «διαδήλωναν» όλα εκείνα τα απόλυτα «όχι» που θα ήθελαν να είχαν τη δύναμη να πουν ευθαρσώς. Όλα τα σχετιζόμενα «όχι» της πληκτικής, μίζερης, στερημένης και άδειας -από αποδοχή και αγάπη- πραγματικότητάς τους.

Ο ναυτικός Γιώργης μπορεί να μιλάει με ενθουσιασμό και γλαφυρότητα για τα ταξίδια που έκανε από τη μία άκρη των ωκεανών στην άλλη καθώς και για τις γυναίκες «καράβια» της ζωή του, δεν μπορεί όμως, όντας ακρωτηριασμένος συναισθηματικά (λόγω ενός απροσδιόριστου εσωτερικού φόβου του για εγγύτητα) να αγγίξει την άκρη του νήματος και του νοήματος του ωκεανού της δικής του υποσυνείδητης ζωής.
Η πόρνη Λόλα μπορεί να μιλάει με άνεση για τα δυναμικά όριά της και για τους ανθρώπους-«πουκάμισα» της ζωής της, τους οποίους τους «φόρεσε» και δεν την ζέσταναν ποτέ όμως δεν μπορεί να αγγίξει εκείνο το σκοτεινό της φόβο που την οδηγεί πάντα στην απόσταση και στην εγκατάλειψη του δηλωμένου μοναχικού εαυτού της.
Δύο ψυχές –περιέργως- ενώθηκαν από ένα γεγονός που τους έφερε κοντά. Ύστερα χάθηκαν στις μοναχικές διαδρομές τους. Στον απολογισμό της ζωής τους -κοντά μεσήλικες- η γνωστή μοίρα ή το σύμπαν ή το κισμέτ ή όπως θέλει να το πει κάποιος, καραδόκησε σε κάποια γωνιά των οπτικών πεδίων τους και τους έφερε πάλι κοντά.
Είναι ο γνωστός μαγνήτης που έλκει αναπάντεχα τα κουβάρια-κουφάρια της ζωής. Είναι το παράλληλο σύμπαν που στοχεύει να ελκυσθούν δύο χαοτικοί οδοιπόροι με κοινή μοναξιά, με σκοπό να εξαγνιστούν από τα πάθη, τα λάθη, τις χρεώσεις αλλά κι από τις άλλοτε αποστάσεις του μυαλού τους. Για να κλείσει επιτέλους ένας φαύλος κύκλος, βοηθώντας τους να μη χαθούν σαν έρμαια του όχι, του πρέπει, του τίποτα και του ποτέ τους. Η παράσταση διδάσκει περίτρανα ότι ποτέ δεν είναι αργά για όλους όσους φοβούνται να «αγγίξουν» ή να αφεθούν στα αυτονόητα. Θα έρθει η ίδια η ζωή σε κάποια ανύποπτη στιγμή και θα τους δώσει την ευκαιρία να απαλλαγούν από τις εσωτερικές και ανείπωτες φοβίες τους, αρκεί βεβαίως οι ίδιοι να θελήσουν να αγγίξουν την… πρώτη μοιραία φλέβα τους.Έχοντας διαβάσει στο παρελθόν το βιβλίο «Πρώτη Φλέβα», διαπίστωσα ότι η σκηνοθέτιδα Αρκαδία Ψάλτη δίνει μία άλλη διάσταση. Δίνει δηλαδή το δικό της στίγμα κλείνοντας την παράσταση δυναμικά μεν αλλά και διαφορετικά δε από το «ως έχει» αφήνοντας τους θεατές της με την ισχυρή πεποίθηση και αίσθηση του happy end (ενδεχομένως αυτό να το επιθυμούν και οι ίδιοι) να πλανάται στο χώρο. Ως Λόλα δίνει τα μέγιστα. Ο «έφηβος» Γιώργης (Γιώργος Σταυριανός) αποδίδει εξαιρετικά το ρόλο του ναυτικού και τον «ταξιδεύει» χωρίς.. «σύνορα» με εκφράσεις, κινήσεις και ευφράδεια λόγου.
Καταπληκτικές οι ερμηνείες και των δύο πρωταγωνιστών. Δένουν μεταξύ τους. Κυκλοφορούν με άνεση ανάμεσα σε εμάς τους θεατές κι εμείς τους παρακολουθούμε χωρίς να αποσπόμαστε. Σχεδόν μας αγγίζουν. Και συνομιλούν εκ βαθέων.
Η μουσική επένδυση είναι επιλεγμένη και κάθε φορά έχει τη σημασία της. Ενδυματολογικά όλα είναι λιτά και σχετικά με την εποχή που απευθύνεται το έργο. Ο φωτισμός ανάλογος των «κόκκινων φαναριών». Έξυπνη η επιλογή των σκηνών στα μπαλκόνια του πρώτου ορόφου του Μπαρ «Νυχτοπούλι». Εξαιρετικό και το τελικό αποτέλεσμα. Αν το πετύχετε σε κάποιο πεζόδρομο ή Μπαρ στο μέλλον μη το χάσετε.

Ο Γιάννης Μακριδάκης απάντησε στις σύντομες ερωτήσεις που του κάναμε.

-Έχουν ξαναπαιχτεί διασκευασμένα θεατρικά έργα βασισμένα σε βιβλία σας στη γενέτειρα σας, τη Χίο;
Βέβαια. Έχουν ανέβει ο «Ανάμισης τενεκές» της Μαρίας Αιγινίτου και ο «Ήλιος με δόντια» του Βασίλη Βασιλάκη στη Βολισσό, στις Αμάδες και στην Λαγκάδα. Εδώ στο κέντρο της Χίου η επιλογή ήταν πολύ επιτυχημένη γιατί διαλέξαμε την πιο κακόφημη γειτονιά της πόλης που συνήθως δεν έρχεται κόσμος. Δεν την ξέρουν καν. Δεν περνάνε ποτέ από εδώ. Και τώρα, με την «Πρώτη Φλέβα» ήρθε πάρα πολύς κόσμος και την γνώρισε. Και το «Νυχτοπούλι», τα «Γατάκια» και εμάς! (Γέλια) Ωραία ήταν!

-Είστε ευχαριστημένος με την διασκευή του βιβλίου σας και την απόδοσή του ως θεατρικό έργο; Ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα;
Ναι. Εγώ δεν επεμβαίνω στις διασκευές. Ο κάθε σκηνοθέτης παίρνει το βιβλίο και το πηγαίνει παρακάτω με τον δικό του τρόπο. Υπήρξε μία διαφοροποίηση στο τέλος αλλά δεν απείχε καθόλου από την ατμόσφαιρα που είχε αυτό.

 

«Πρώτη Φλέβα»*
βασισμένο στη νουβέλα του Γιάννη Μακριδάκη

Συντελεστές
Συγγραφέας: Γιάννης Μακριδάκης
Δραματουργική επεξεργασία- Σκηνοθεσία: Αρκαδία Ψάλτη
Βοηθός Σκηνοθέτη: Δέσποινα Γιαννούλη
Ενδυματολογική-σκηνογραφική επιμέλεια: Μάρθα Φωκά
Ερμηνεύουν: Αρκαδία Ψάλτη, Γιώργος Σταυριανός
Οργάνωση παραγωγής : ΑΜΚΕ αγγελοπετριά

*Να υπενθυμίσουμε ότι η ομώνυμη παράσταση παρουσιάστηκε στο Cafe-Bar, Cabaret του ιστορικού «Hotel Loux» στην Τρούμπα, 1 και 2 Ιουλίου του περασμένου μηνός, στα πλαίσια του Φεστιβάλ ATLAS του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά με μεγάλη επιτυχία.

Για όσους θέλουν να διαβάσουν το βιβλίο:
«Πρώτη Φλέβα»
Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ
Αθήνα 105 53
Τηλέφωνο: 21 0321 3704

 

 

 

 

 

Διαβάστε περισσότερα για τον συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη, στην αποκλειστική συνέντευξη που έδωσε εφ’ όλης της ύλης στο περιοδικό μας τον περασμένο Δεκέμβριο εδώ:

Αν δεν ήταν η Χίος δεν θα ήμουν εγώ… Όλα είναι η Χίος…

 

Φωτογραφίες: Βίκη Κουτρή