Η απόφαση

-Δώσε μου ένα λόγο να σε πιστέψω, ένα απλό λόγο, να σου πω, ναι! Έχεις δίκιο. Που χαμογελάς, αισιοδοξείς, κάνεις όνειρα και δεν λογαριάζεις καμιά τους επιπλοκή. Είπε, ἐκείνη.

-Τι λες; Πάμε, μια βόλτα, τώρα το βράδυ, στην ησυχία τῆς πόλης. Έχω, να σου δείξω κάτι. Θὰ καταλάβεις. Πρότεινε, εκείνος.

-Εντάξει λοιπόν, πάμε, για λίγο όμως. Συμφώνησε.

-Να ορίστε, βλέπεις ερημία, σκιές και φαντάσματα των σκοτεινών πρώην καταστημάτων, έρμαια στους αφισοκολλητές και στα συνθήματα. Τρεις λέξεις κυριαρχούν «Ενοικιάζεται», «Διατίθεται», «Πωλείτε». Και έρχεσαι εσύ τώρα, κι μου λες, μέσα σ’ αυτήν τραγική κατάσταση, δίχως κεφάλαιο, με φόρους ακόμη κι στα παράθυρα μη σου πω και στο αέρα που αναπνέω. Με τον ελεύθερο επαγγελματία υπό διωγμό, εμείς κόντρα σ’ όλα αυτά, ν’ ανοίξουμε μαγαζί. Είναι τρέλα, το κατάλαβες αγάπη μου. Είπε, εκείνη, μ’ έκδηλο θυμό κι ειρωνικό χαμόγελο να μαλακώνει το βλέμμά της.

-Πως καταφέρνεις πάντα, και μεταπηδάς από το ένα συναίσθημα στο άλλο. Μα αυτό λέω, αυτοί κλείνουν, κι εμείς ανοίγουμε, κόντρα στην μαύρο της κρίσης τους, λοιπόν. Εμείς αντιπαραθέτομαι το λευκό της ελπίδας. Έτσι δίχως πολλά, με όσα έχουμε, θα βάλουμε τις ιδέες μας, την φαντασία μας, μια μικρή διαφήμιση. Εσύ τις δημιουργίες σου, εγώ τις δικές μου, και οι δυο μας το ταλέντο. Και όλα μαζί θα τα στεγάσουμε, στην δικιά μας γωνία. Συνέχισε εκείνος.

-Ναι! Κάνε όνειρα, και δεν μου λες, πως θα τα βγάλουμε πέρα, έχουμε, κι δυο μικρά παιδιά, το ξεχνάς. Είπε, εκείνη.

-Αχ! Αγάπη μου, όλο το κακό βάζεις στο μυαλό σου, δεν χρειαζόμαστε τίποτα άλλο, απ’ την πίστη στο μαζί, κι όλα θα γίνουν δυνατά. Είπε. Και στάθηκαν, σ’ ένα μαγαζάκι γωνιακό, χρόνια κλειστό, απ’ τις αρχές τις κρίσεις. Που ὁ ἱδιοκτήτης του, το είχε σαν αποθήκη πλέον. Και το νοίκιαζε, όσο-όσο, για να το ξεφορτωθεί.

-Ναι! Δεν λέω, σε καλό σημείο είναι, σχεδόν στο κέντρο της πόλης, όχι παράμερα και σχετικά σε πολυσύχναστο δρόμο. Ας το ρισκάρουμε λοιπόν, τι περιμένουμε. Είπε, εκείνη. Μ’ αρέσει, που ἀμφιβάλεις μέχρι να δεις. Είπε.

-Αφού, με ξέρεις δεν αντιστέκομαι στις προκλήσεις. Αν δεν σε ήξερα, δεν θα σ’ αγαπούσα. Είπε και την αγκάλιασε.

-Θα ‘ρχόμαι, να σε βλέπω στην φυλακή. Είπε, τέλος εκείνη και χαμογέλασαν κι οι δύο. Μετά από έξι μήνες τ’ όνειρο στήθηκε, πήρε σάρκα και οστά, την ψύχη και το πνεύμα τους. Πρώτα καθαρίστηκε από ό, τι παλιό, βάφτηκε στα χρώματα που ήθελαν, διακοσμίστηκε σύμφωνα με το μέτρο και το ύφος που ‘θελαν, λίγο σοβαρό, λίγο μοντέρνο, έτσι που να ταιριάζει σ’ όλες τις αποχρώσεις των ανθρώπων. Δέκα τραπεζάκια με άνετα καθίσματα, ένα μπαρ, οι βιβλιοθήκες, και στο δίπλα δωμάτιο χώρος για εκθέσεις, παρουσιάσεις, σουαρέ για κάθε είδους τέχνης μετά μουσικής ή όχι Το διαφήμισαν αναλόγως, μια σελίδα στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης, μια συγκέντρωση με συγγενείς, φίλους και γνωστούς εν είδει εγκαινίων κι από στόμα σε στόμα, έγινε γνωστό στην γειτονία, στην προάστιο, στην πόλη. Μια φωτεινή χαραμάδα στο γκρίζο σκηνικό της παρακμάζουσας πολιτείας. «Καφέ-βιβλιοπωλείο-Στούντιο τέχνης «Το εὔτεχνο», εκείνος με τα βιβλία, ολίγον από συγγραφέας όντας, κι εκείνη στο στούντιο ερασιτέχνης φωτογράφος καθώς ήταν, και οι δύο μαζί συμπλήρωναν ο ένας τον άλλον. Έγινε λοιπόν, μια μικρή γωνιά πολιτισμού που δεν άργησε να γίνει σημείο αναφοράς για κάθε είδους καλλιτέχνη ή καλλιτεχνίζοντα.

-Είδες λοιπόν. Πίνεις τον καφέ σου, διαβάζεις το βιβλίο σου και το αντίστροφο, βγάζεις κι τον υπολογιστή σου αν είχες δουλεία γραφείου και το βράδυ εκδηλώσεις με τραγουδάκια από συγκροτήματα. Καλά τα καταφέραμε έτσι δεν είναι. Τις έλεγε εκείνος, χαριτολογώντας και συνέχισε. «Θυμάσαι, που μου φώναζες γεμάτη αμφιβολία, εκείνη την μοιραία βραδιά που πήραμε την απόφαση».

-Ναι! Νομίζεις, σε πίστευα, εμένα δεν πίστευα, το μαζί μ’ έπεισε, γιατί αλλιώς δεν θα είμασταν τώρα μαζί» Είπε, εκείνη.

– Αχ! Είσαι μια πονηρούλα εσύ, αγάπη μου! Είπε, και χαμογέλασαν και οι δύο.

 

Οδυσσέας Νασιόπουλος

Βιογραφικό:

Ὁ Ὁδυσσέας Νασίοπουλος γεννήθηκε τὸ Σεπτέμβρη τοῦ 1982, σ ‘ἕνα ὁρεινό χωριό τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας-Τρικάλων, ὀνόματι Κακοπλεύρι. Μαθήτευσε στην Καλαμπάκα, οἱ σπουδές του στὸ Τ.Ε.Ι. Κοζανής Ἡλεκτρολογίας, ἔμελλαν να μείνουν ἀνολοκλήρωτες, λόγῳ δυσμενῶν οἰκονομικῶν συγκηριῶν, και στροφῆς του προς τὸ γράψιμο, και δὴ τὴν ποίηση, διήγημα, σενάριο.Ἡ ἀδιάλλειπτη και συνεχής μελέτη τῶν ἀρχαίων Ἑλληνικῶν και τὸ διάβασμα, τὸν βοήθησαν, ὡς προς την βελτιώση τοῦ τρόπου γραφῆς. Ἔχει συμμετάσχει σὲ πλῆθος λογοτεχνικῶν διαγωνισμῶν πανελλήνιων και διεθνῶν ἀποσπώντας πολλά βραβεία, ἐπαίνους και τιμητικὲς διακρίσεις, ὅπως ἐπίσης καὶ συμμετοχές σ’ ανθολογίες και Λογοτεχνικά-Καλλιτεχνικά ἡμερολόγια. Ἡ «Ματαιοπονία», εἶναι ἡ πρώτη του ὁλοκληρωμένη ποιητικὴ συλλογή ποῦ ἔχει ἐκδοθεῖ, ὡς ἀποτέλεσμα, Α΄Βραβείου Πανθεσσαλικοῦ λογοτεχνικοῦ διαγωνισμοῦ τῶν Ἑκδόσεων Ἥρα Ἑκδοτική το 2012, στὸ Βόλο. Ζεῖ και ἐργάζεται στὰ Τρίκαλα, βοηθώντας στην οἰκογενειακή ἐπιχείρηση Ἀρτοποιεῖο. Ἡ «Πάλη για ἥλιο» εἶναι ἡ δεύτερη ποιητική του συλλογή που ἐκδίδεται, ἀπ’ τις  Πρότυπες Ἑκδόσεις Πηγή, Θεσσαλονίκη 2016.