Από τη: Βίκη Κουτρή

“Με σένα” είπε και απευθύνθηκε στη Θάλασσα…
Λάθος του. Μεγάλο. Αυτή δεν ακουμπιέται. Δεν μπαίνει σε καλούπια. Δεν αιχμαλωτίζεται. Δεν μαζεύεται σε μικρές χούφτες. Κυλάει και φεύγει από τα ακροδάχτυλα όταν τα διαθέτουν βρώμικα χέρια. Η θάλασσα δεν στέκει στα μισά και στα λίγα. Δεν διαθέτει στερεότυπα. Δεν έχει βουνά, λαγκάδια και βοσκοτόπια. Δεν αρκείται σε φτηνούς και ασήμαντους μικροοργανισμούς γιατί ξέρει και κυνηγάει μόνο τις μεγάλες και ζωντανές χίμαιρες και αναμοχλεύει εκείνες τις -μοναδικά- αληθινές.
Γιατί δεν ξέρει να συμβιβάζεται, δεν επιθυμεί να φυλακίζεται, δεν υποδουλώνεται σε αφηνιασμένους κατακτητές και δεν ζυγώνει αν δεν υπάρχει χρώμα διάφανο. Εκείνο το μεγάλο και βαθύ γαλάζιο της. The deepest blue.
Χωρίς αυτό, έχει μάθει εγωιστικά να αγριεύει μέσα στο γκρίζο της. Και τα σiρίτια των αφρισμένων κύματων της, ξέρουν να υψώνουν απροσπέλαστα τείχη. Τείχη που δεν μπορεί ένας “απαίδευτος” νους να τα διαβεί αστόχαστα, να τα κουμαντάρει αδύναμα ή να τα γκρεμίσει απλοϊκά. Με φτήνια και άνανδρες υποτυπώδεις χειριστικές τακτικές.
Η θάλασσα θέλει κότσια και μεγάλα … Και δύναμη ψυχής. Γιατί η κάθε δήθεν υποθήκη-παρακαταθήκη “φλούδων” την ανταριάζει. Και ο μικρός, φτηνός, άνιωθος και ασήμαντος “ναυτάκος” θα ζήσει τις συμπληγάδες της και θα ξεβραστεί στα κοφτερά της βράχια συντροφιά με τη δύναμη και την ορμή των λόγων της.
Γι αυτό σου λέω. Ή πάλεψέ την όπως πρέπει ή άστην. Μη ζητάς και μη παρακαλάς. Αυτή δεν έχει βοσκοτόπια για να την περπατήσεις. Έχει φουσκοθαλασσιές που δεν αντέχεις. Έχει απεράντοσύνη στους πυθμένες της. Μόνο ο Ήλιος, αυτός ο ευγενής άρχοντας, μπορεί να την χαϊδεύει. Μόνο αυτός την ηρεμεί όταν έχει τα αδυσώπητα σκοτάδια της. Αυτός είναι το καταφύγιο της κάθε φορά που ανταριάζει.
Έχει και το ολόγιομο φεγγάρι. Όχι το μισοφέγγαρο που κρύβει τις μεριές του. Το άλλο. Εκείνο το ολοστρόγγυλο που σαν σειρήνα το γυρεύει τις νύχτες μέσα στα μάτια της και στην καρδιά της για να γεμίσει με ζωογόνα συστατικά τις βαριές ανάσες της και να ξεκουράσει τα άτια και τα γινάτια της για να καλπάσουν ελεύθερα την επομένη στις ασημένιες ξαστεριές της και στις μαγικές, χρυσές ακρογιαλιές της.
Μην της μαρτυράς λοιπόν μικρότητες. Μην παίζεις μαζί της. Γιατί ξέρει. Σε διαβάζει. Έχει το νου της. Βλέπει. Μετρά. Ζυγίζει. Και το “πρόσω ολοταχώς” της δεν το αντέχεις και το ξέρεις καλά.
Δες την τώρα. Κοίταξε την. Έβαλε μπρος. Ταξιδεύει. Δες την λοιπόν. Από μακριά όπως μόνο εσύ ξέρεις μικρούλη, τοσοδούλη, ασήμαντε και άνιωθε ναυτάκο. Μεγάλη αυτή, μικρός και άπειρος εσύ για να την κυβερνήσεις. Μην κρατάς τα γκέμια της. Μείνε εκεί που είσαι. Εκεί που έχεις μάθει πάντα να είσαι. Εκεί στο χάος του άνυδρου μυαλού σου. Στα ίδια και στα επί τα αυτά σου. Γιατί εκείνη, αρχόντισσα, δίχτυα δεν απλώνει.

Στους “ναυτάκους” που μια μεγάλη Θάλασσα είναι για αυτούς μικρή..

Φωτό: Βίκη Κουτρή