Λωβοκομείο Χίου: το παλαιότερο υγειονομικό ίδρυμα της χώρας «σαπίζει»…

 

Αποστολή-Παρουσίαση: Βίκη Κουτρή

Όταν η Χίος άνηκε στη Δημοκρατία της Γένοβας, οι Γενουάτες που παρέμειναν στο νησί από το 1346 μέχρι το 1566, ίδρυσαν πιθανόν το 1378, τη «Σπιναλόγκα» της Χίου. Το Λεπροκομείο ή αλλιώς Λωβοκομείο σύμφωνα με τη χιώτικη ντοπιολαλιά χτίστηκε με σκοπό τον περιορισμό της εξάπλωσης της λέπρας, το γνωστό -από τον 10 αιώνα- νόσημα στο νησί, το οποίο έβλαπτε τα εμπορικά και οικονομικά τους συμφέροντα λόγω της σημαντικής γεωγραφικής του θέσης στις θαλάσσιες οδούς επικοινωνίας στην περιοχή του Αιγαίου.
Η λέπρα ήταν χρόνια λοιμώδη ασθένεια που προκαλείτο από τα μυκοβακτήρια Mycobacterium leprae και Mycobacterium lepromatosis. Η λέξη προέρχεται από το Λέπος = φλούδα, Λεπερός, ο έχων λέπια, φλούδες ή πιο εκλεπτυσμένα και επιστημονικά Νόσος του Χάνσεν. Η λέξη «λωβοκομείο» προέρχεται από το αρχαίο λωβώμαι = υφίσταμαι κακομεταχείριση.
Το Λωβοκομείο της Χίου είναι το μακροβιότερο υγειονομικό ίδρυμα στον ελλαδικό χώρο. Βρίσκεται βορειοδυτικά της πόλης, στην περιοχή Σήφι του Κοφινά και κοντά στις πηγές του χειμάρρου Κάντηλα, μέσα στην καταπράσινη κοιλάδα της Υπακοής, η οποία είχε λάβει την ονομασία αυτή προκειμένου να μην ονοματίζουν την φοβερή ασθένεια. Επεκτείνεται από τον Ναό της Παναγίας Υπακοής, ή της Παναγίας της Επικόου (ο ναός βρισκόταν ήδη από την Βυζαντινή περίοδο στην ίδια περιοχή) μέσα σε 548 στρέμματα πυκνού πευκοδάσους και καρποφόρων δέντρων ενώ οι εγκαταστάσεις του ιδρύματος καταλαμβάνουν 1.820 τ.μ. Εκεί λοιπόν ήταν το Άσυλο των Λεπρών της Χίου που υποστήριζε πρακτικά και ουσιαστικά την περίθαλψη τους, σε αντίθεση με άλλα άσυλα όπως λ.χ. η Σπιναλόγκα της Κρήτης όπου οι λεπροί μεταφέρονταν και εγκαταλείπονταν στη μοίρα τους. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι υπήρχαν τακτικές επισκέψεις δύο γιατρών που έρχονταν για να φροντίσουν και να εξετάσουν τους ασθενείς.

Ιστορία
Το Λωβοκομείο Χίου ιδρύθηκε στα τέλη του 13ου-αρχές του 14ου αιώνα από τους Γενουάτες, σε περιοχή που πιθανόν είχαν διαλέξει οι Βυζαντινοί για να κτίσουν ένα ναό, γράφει ο Χιώτης Ιστορικός Γεώργιος Ζολώτας. Κατά τον Γεώργιο Ζολώτα η λέπρα ήλθε στη Χίο και μάλιστα στη Βολισσό από μετανάστες ή αιχμαλώτους κατά το Μεσαίωνα που προέρχονταν από τις ψυχρές περιοχές της Ασίας.
Σε διαθήκη του Β. Ιουστινιάνη του 16ου αιώνα, το άσυλο αναφέρεται ως «Νοσοκομείο του Αγίου Λαζάρου», «Καλό χωριό», «Ιερό Νοσοκομείο των ασθενών» και ως «Λωβοχώριον».
Το 1457 προσβλήθηκε από την αρρώστια η πριγκίπισσα Μαρία Ιουστινιάνη, κόρη του Πάρη και σύζυγος του ∆ομήνικου Γατελούζου, ηγεμόνα της Λέσβου και εγκαταστάθηκε εκεί.
Το έτος 1737 όπως αναγράφεται σε ανάγλυφη πινακίδα, κοντά στο αρχικό Λωβοκομείο των Γενουατών και ταυτόχρονα με την ανοικοδόμηση του ναού της Παναγίας, οικοδομήθηκαν νέοι οικίσκοι για τους λεπρούς από κάποιον δωρητή Καλβοκορέση του κλάδου των Μουζάλα (Στην οικογένεια Κολβοκορέση ή Κορέση αναφέρονται πηγές από το 1346).
Στα προεπαναστατικά χρόνια ο αριθμός των οικημάτων έφτασε στα 30 και η δυνατότητα φιλοξενίας ήταν μέχρι 150 ασθενείς.
Το 1822 η Χίος πυρπολήθηκε. Οι κάτοικοι της σφαγιάστηκαν. Όλοι οι λεπροί ακολούθησαν την τύχη των υπολοίπων κατοίκων του νησιού και ομοίως σφαγιάσθηκαν, πλην 5 τροφίμων με τον τότε εφημέριο του Λωβοκομείου πατέρα Άνθιμο Πουλάκη, που διασώθηκαν κρυμμένοι σε στοά μέσα από την οποία διέρχεται το ποτάμι που περνά μπροστά από την εκκλησία της Παναγίας. Το ίδρυμα επίσης πυρπολήθηκε. Μαζί και ο ναός. Τέσσερις χιλιάδες κάτοικοι πέθαναν και επτά χιλιάδες τραυματίστηκαν.
Από το 1822 μέχρι το 1835 η λειτουργία του ανεστάλη λόγω της ερήμωσης του νησιού,  συνέπεια που επέφερε η τρομερή Σφαγή της Χίου.
Το 1845 ξεκίνησε η επαναλειτουργία του(η ανοικοδόμησή του ιδρύματος φαίνεται να ξεκινά σταδιακά το 1831 με πρωτεργάτη τον δραστήριο πατέρα Άνθιμο Πουλάκη). Κατά τη χρονιά αυτή, το ίδρυμα περιελάμβανε 30 οικήματα για την παραμονή των ασθενών, τα οποία περιβάλλονταν από κήπους με λουλούδια, τους οποίους φρόντιζαν οι ίδιοι οι ασθενείς.
Το 1847 το ίδρυμα λειτουργεί κανονικά πια και δέχεται ασθενείς και από άλλα νησιά του Ελλαδικού χώρου χωρίς διακρίσεις εθνικότητας ή οικονομικής κατάστασης. Υπήρχαν και δύο εκκλησίες. Η Παναγία της Αγίας Υπακοής η οποία καταστράφηκε αργότερα από το σεισμό που έπληξε το νησί και δεν ανακατασκευάστηκε και ο Άγιος Λάζαρος που ήταν ο προστάτης των λεπρών.
Το 1858 φαίνεται ότι το ίδρυμα διαθέτει αξιοσημείωτη ακίνητη περιουσία φερόμενη από δωρεές.
Το 1881, πενήντα χρόνια μετά την επαναλειτουργία του, το Λωβοκομείο Χίου καταρρέει και πάλι από τον καταστροφικό σεισμό που έπληξε την Χίο. Το Κωδωνοστάσιο του Αγίου Λαζάρου κατασκευάστηκε μετά το σεισμό με πέτρα Θυμιανών.
Το 1885 ανακαινίζεται με δωρεές ευπόρων Χιωτών.
Το 1892 γίνονται επισκευές και περιτοιχισμοί του ιδρύματος ενώ δύο χρόνια αργότερα επισκευάζονται και πάλι τα οικήματα των ασθενών. Όμως παρά τις ανακαινίσεις το ίδρυμα φαίνεται ότι ακόμα έπασχε σοβαρά.
Το 1900 εύποροι Χιώτες της διασποράς κινητοποιούνται από τον Μ. Καλβοκορέση για την ανακαίνιση του. Την περίοδο αυτή φαίνεται ως εφημέριος ο Άγιος Άνθιμος Βαγιάνος που οργανώνει το Λωβοκομείο.
Το 1905 η κατάσταση των οικίσκων όπου παρέμεναν 40 ασθενείς ήταν τραγική ενώ το ίδρυμα αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις ανάγκες του.
Το 1909 μετά τον ισχυρό σεισμό αναθεμελιώνεται με σχέδια του μηχανικού Ι. Βερικέτη και με τη συνδρομή της Λονδινείου Επιτροπής αλλά και πολλών εύπορων Χίων του Λονδίνου και των Παρισίων, με πρωτοστάτες την οικογένεια Λ. Καλβοκορέση. Κατασκευάσθηκαν εκ θεμελίων οι υπερσύγχρονες και πολυτελείς για την εποχή εγκαταστάσεις, εντός των οποίων φιλοξενήθηκαν και έτυχαν ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης 250 περίπου Χανσενικοί. Κτίζονται 14 αντισεισμικά περίπτερα με 2 ευρύχωρα δωμάτια το κάθε ένα, με στεγασμένο υπαίθριο χώρο για την παραμονή των ασθενών, ένα μικρό μαγειρείο όπου στο εσωτερικό του παρασκευάζονταν τα φαγητά από το προσωπικό και έξω ήταν οι δυο χώροι εστίασης των ασθενών καθώς και η τουαλέτα.
Τα οικήματα είχαν αλεξικέραυνο ενώ έγινε ειδική κατασκευή για την προμήθεια άφθονου νερού καθώς και αποχετευτικού δικτύου. Τα κτήρια ήταν υπερσύγχρονα, με δίκτυα παροχής νερού, κουζίνες, λουτρά και αποχετευτικό σύστημα.
Επιπλέον κτίσθηκαν για τις ανάγκες των ασθενών λουτήρες με δυνατότητα θερμού νερού, ιατρείο και φαρμακείο. Τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν ήταν άριστης ποιότητας και πολλά εισήχθηκαν από το εξωτερικό, την Αγγλία, Γαλλία και Λιθρί (Ερυθραία Μ. Ασίας). Δημιουργήθηκαν υποδομές με όλες τις προδιαγραφές για να φιλοξενήσει και να περιθάλψει με αξιοπρέπεια και με τις καλύτερες δυνατές συνθήκες τους ασθενείς αν λαβουμε υπ’ όψιν ότι σε παρόμοια ιδρύματα δεν υπήρχαν τέτοιες παροχές.
Συγκεκριμένα, τα στρώματα είχαν φτιαχτεί στο Λονδίνο από κοκοφοίνικα για να αναπνέει το δέρμα, στο μπάνιο υπήρχε συνεχή ροή ζεστού νερού και από μαρτυρίες γνωρίζουμε ότι εφαρμόστηκαν πρωτοποριακές θεραπείες στους ασθενείς για την καταπολέμηση της αρρώστιας.
Η νέα είσοδος απέκτησε μνημειώδη μορφή, οι όψεις των κτιρίων είναι χρωματισμένες σε δύο αποχρώσεις, κεραμιδί και ώχρας, ο πλούσιος διάκοσμος υπάρχει και στους εσωτερικούς χώρους. Οι κολώνες εισήχθησαν από την Αγγλία, τα κεραμίδια ήταν από τη Μασσαλία και τα τούβλα από την Μικρά Ασία (πιθανότατα από τις Ερυθρές) και ο χρωματισμένος σοβάς είναι πατητή πορσελάνα. Εκτός του σχεδιασμένου χώρου με τις μαρμάρινες μπανιέρες, υπήρχε ένα καζάνι που επέτρεπε τη συνεχή παροχή ζεστού νερού.
Στους τάφους του Λωβοκομείου δεν γράφονταν ονόματα, αποτέλεσμα μιας πολιτικής που είχε υιοθετηθεί από το συγκεκριμένο ίδρυμα.
Η ανωνυμία των τάφων προστάτευε τις οικογένειες των λεπρών από τον κοινωνικό στιγματισμό ακόμα και μετά το θάνατο του ασθενή. Στα αρχεία του Λωβοκομείου δεν υπάρχουν ανάλογες αναφορές με ονόματα. Ούτε καν οι συγγενείς δε γνώριζαν πού ήταν θαμμένος ο λεπρός καθώς οι τάφοι ήταν εννιά, πανομοιότυποι, χτιστοί και απλώς αριθμημένοι. Την περίοδο αυτή νοσηλεύονταν σε αυτό 34 ασθενείς. Προέρχονταν -εκτός από τη Χίο- από τη Μυτιλήνη, από την Κρήτη, την Πελοπόννησο, τα μικρασιατικά παράλια και από τα νησιά των Κυκλάδων.
Κατά το έτος 1923, εκτός του ιερέα, στο νοσοκομείο υπηρετούσαν και πέντε γυναίκες που ανέλαβαν την περιποίηση των ασθενών ενώ προσελήφθη και ιατρός, ο οποίος δύο φορές την εβδομάδα επισκεπτόταν τους ασθενείς.
Το 1925 με δαπάνες Καλβοκορέση επισκευάζεται ο δρόμος από Κοφινά προς το Λωβοκομείο.
Το 1933 το Λωβοκομείο περιλαμβάνει 16 αυτόνομες μονάδες από τις οποίες οι 12 είναι των δύο δωματίων και οι υπόλοιπες του ενός. Η σύνδεση των δύο ανεξάρτητων μονάδων γίνεται με μία μικρότερη μονάδα, η οποία περιλαμβάνει τους χώρους εξυπηρέτησης (κουζίνα – τουαλέτα). Υπάρχουν ακόμα: εστιατόριο, μαγειρείο, Εφορείο (χώρος αναψυχής), αποθήκη και πλυντήρια. Ανακαινίζεται δε ο ναός του Αγίου Λαζάρου καθώς και τα 4 περίπτερα που δόθηκαν για τη στέγαση του προσωπικού. Κάθε περίπτερο είχε την δυνατότητα φιλοξενίας 8 ατόμων.
Το συγκρότημα εκτός του κεντρικού κτιρίου περιλαμβάνει: στάβλο, πλυντήριο, περιστύλια, στέρνες, κρήνη και δύο εκκλησίες, Τέλος ορίστηκε και ο χώρος-νεκροταφείο με 12 νέους λιθόκτιστους ομοιόμορφους τάφους όπου όσοι απεβίωναν θάβονταν σε ανώνυμους πάλι αριθμημένους τάφους για λόγους κοινωνικού στιγματισμού. Στην πρόσοψη του υπάρχει μία μαρμάρινη πλάκα με τους δωρητές του ασύλου μετά την επισκευή του.
Το αριστερό φύλλο της εισόδου αναγράφει πλέον την χρονολογία της ίδρυσης του ιδρύματος από τους Γενοβέζους.
Το 1957 το άσυλο «παροπλίσθηκε» (μαρτυρίες αναφέρουν ότι στην πραγματικότητα αυτό ολοκληρώθηκε δύο χρόνια αργότερα) δλδ τη χρονιά που χονδρικά έκλεισαν όλα τα λωβοκομεία της χώρας, μετά την ανακάλυψη -από τον Νορβηγό γιατρό Χάνσεν- της Δαψόνης, του φαρμάκου κατά του μυκοβακτήριου της λέπρας.
Το 1959, το Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας δεν ανανέωσε την σύμβαση νοσηλείας των ασθενών και το Λωβοκομείο διέκοψε την λειτουργία του. Οι τελευταίοι 8 ασθενείς μεταφέρθηκαν σε αντίστοιχο ίδρυμα στην Αγία Βαρβάρα Αττικής, με σκοπό την αποθεραπεία τους. Όμως μετά από μικρό χρονικό διάστημα επιστρέφουν και ζητούν να παραμείνουν μέσα στο άσυλο λόγω των καλών συνθηκών διαβίωσης. Σε επέμβαση της αστυνομίας για εκκένωση του χώρου, μεσολαβούν οι κάτοικοι και μετά από επικοινωνία με τον Πατέρα Άγιο Νικηφόρο Τζανακάκη επιστρέφουν στο Νοσοκομείο Λοιμωδών Νοσημάτων στην Αγία Βαρβάρα Αττικής.

Σήμερα:
Το ιδιοκτησιακό καθεστώς του Λωβοκομείου είναι αρκετά περίπλοκο και αποτελεί ίδρυμα ιδιωτικού δικαίου. Τα οικήματα και η ακίνητη περιουσία του ανήκουν στον Οίκο Αγάπης, στο Διοικητικό Συμβούλιο του οποίου πρόεδρος είναι ο εκάστοτε δεσπότης Χίου.
Στις 8 Σεπτεμβρίου 2011, το Λωβοκομείο της Χίου χαρακτηρίσθηκε ως Μνημείο από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο και το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού. Δυστυχώς ο χαρακτηρισμός του ως διατηρητέου μνημείου δεν στάθηκε ικανός να το σώσει, καθώς μέρα με την ημέρα ο χρόνος, η εγκατάλειψη και η αδιαφορία όλων το οδηγούν στη λήθη.
(Πηγές: Βικιπαίδεια, σχετικό άρθρο από τον συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη καθώς και αναφορές από λοιπές πηγές)

Παρασυρμένη από τον «μύθο» του Λωβοκομείου της Χίου και έπειτα από όλα όσα είχα ακούσει και διαβάσει για αυτό, αποφάσισα να επισκεφτώ το χώρο του τον Αύγουστο για να το γνωρίσω από κοντά και να τραβήξω φωτογραφίες προκειμένου να τις κρατήσω στο αρχείο μου.
Ήταν μεσημέρι και η ζέστη αφόρητη. Άφησα το αυτοκίνητο κοντά στον δημόσιο δρόμο και περπάτησα ένα μακρύ χωματόδρομο μέσα στο μεγάλο πευκοδάσος που οδηγούσε στην κεντρική είσοδο του. Όταν έφτασα στην πύλη, την βρήκα να στέκει μπροστά μου μισάνοιχτη και τα κτήρια όπισθεν αυτής, αραδιάζονταν στο οπτικό μου πεδίο έρημα και βουβά. Έχοντας μοναδικούς ήχους στα αυτιά τα κελαηδίσματα των πουλιών και τα θροίσματα του καλοκαιρινού ανέμου ένοιωσα παράξενα, λες και θα περνούσα μια άλλη “αόρατη” πύλη που θα με μετέφερε σε μία άλλη διάσταση και θα μου φανέρωνε διαφορετικές συναρπαστικές εποχές και ιστορίες που δεν υπήρξα εκεί για να τις ζήσω.
Αφού άφησα την μεγάλη σιδερένια πόρτα της εισόδου να κλείσει πίσω μου, άρχισα το σιωπηλό οδοιπορικό μου. Ξεκίνησα να παρατηρώ και να φωτογραφίζω. Τα κτίρια ήταν όλα πέτρινα, το ένα δίπλα στο άλλο φτιαγμένα με τούβλα αποχρώσεων κόκκινου και ώχρας και αποτελούνταν από ψηλοτάβανα δωμάτια που το καθένα διέθετε δύο μεγάλα παράθυρα και μία κεντρική πόρτα. Τα δωμάτια ήταν ζευγάρια ανά δύο. Είχαν διαφορετικές εισόδους επικοινωνούσαν όμως με ένα κοινόχρηστο χώρο που υπό κανονικές συνθήκες θα πρέπει να ήταν η κοινή κουζίνα, με το τζάκι-φούρνο και το WC όπου εξυπηρετούσαν τα δύο άτομα που έμεναν εκεί.
Τα δωμάτια εσωτερικά είχαν ξύλινα πατώματα και οι κοινόχρηστοι χώροι τους ήταν στρωμένοι με ξεθωριασμένα μαυρόασπρα πλακάκια.  Η αρχιτεκτονική δόμηση ήταν υψηλών προδιαγραφών, σαφέστατα φτιαγμένη με μεράκι και με διάθεση να προσφέρει ηρεμία στους ασθενείς.
Σε κάποια δωμάτια διέκρινα να υπήρχουν στοιβαγμένα πολλά μεταλλικά κρεβάτια, όλα πανομοιότυπα, σκουριασμένα καθώς και άλλα έπιπλα σκεβρωμένα που μαρτυρούσαν ότι η εγκατάλειψη τους δεν ήταν προσχεδιασμένη ούτε βίαιη.
Είδα στρώματα το ένα πάνω στο άλλο, κλινοσκεπάσματα καθώς και είδη οικιακής χρήσης. Μου ήταν δυσάρεστο στα μάτια να βλέπω γκρεμισμένα τα -άλλοτε- γερά πέτρινα ντουβάρια που έκρυβαν μικρά και πολύ προσωρινά νοικοκυριά καθώς και σπασμένα παράθυρα που άλλοτε έκλειναν ορμητικά μέσα τους μεγάλες προθανάτιες μοναξιές. Τα λιγοστά έπιπλα που άλλοτε διακοσμούσαν τους λιτούς αυτούς χώρους ή καλύτερα να πω τα κομμάτια των επίπλων, ήταν πεταμένα εδώ κι εκεί, σαπισμένα και μαρτυρούσαν την αδιαφορία, την εγκατάληψη και τον αργό τους θάνατο.
Όταν πλησίασα στο χώρο του φαρμακείου-ιατρείου, η ζωντανή μέχρι και σήμερα μυρωδιά των φαρμάκων εισχώρησε στα ρουθούνια μου. Η πόρτα του ήταν σφραγισμένη με λουκέτο. Οι ξύλινες προθήκες όμως παρέμεναν γεμάτες από συσκευασμένα κουτιά, μπουκαλάκια,  φαρμακευτικά υλικά, εργαλεία, γάζες και διάφορα ιατρικά αντικείμενα. Ό,τι έχει απομείνει δηλαδή από τις -προ σφραγίσεως- λεηλασίες που σίγουρα δέχτηκε στο παρελθόν. Έμοιαζε ακόμα ενεργό αλλά “φυλακισμένο”.
Σε κάποιο άλλο δωμάτιο, το σιδερένιο κρεβάτι δέσποζε στο χώρο με το στρώμα του, το κομοδίνο, την καρέκλα και ένα κλουβί πουλιού ξεχασμένο στο παράθυρο. Με την σιγουριά μιάς έκτης αίσθησης σκέφτηκα ότι εκεί μάλλον έπρεπε να φιλοξενείτο κάποτε μία γυναίκα. Φάνταζε αφαιρετικά έτοιμο και ήταν σα να προ(σ)καλούσε για να κατοικηθεί ξανά.
Στη φαντασία μου το κάθε δωμάτιο που έβλεπα «κάλπαζε» και από μία ιστορία. Ένιωσα ότι όλα μιλούσαν. Ακόμα και οι τοίχοι. Έφτασα στο χώρο συνεστίασης και είδα τους πολυθέσιους καναπέδες και τα μακριά τραπέζια σίτισης να στέκουν ίδια “φαντάσματα” του εαυτού τους, άδεια, γερασμένα, ξεφτισμένα, γεμάτα σκουπίδια και αναμνήσεις. Εκεί, όπου ήταν ο μοναδικός χώρος συνάντησης και σίγουρα το σημείο-“ψυχή” συνευρέσεων και αναψυχής της άχαρης πονεμένης καθημερινότητας των ασθενών του. Είδα μπαούλα και κούτες φαρμάκων με τις προελεύσεις τους στα δελτία αποστολής, τα οποία ήταν κολλημένα επάνω τους. Παρατήρησα ακόμη, σε πόρτα εισόδου κάποιου δωματίου, να υπάρχει στο πλάγιο τοίχωμα αυτής, ένα σκουριασμένο, στρογγυλό, επιτοίχιο κηροπήγιο, το μοναδικό μάλλον τεμάχιο γιατί δεν το εντόπισα πουθενά αλλού στο χώρο, το οποίο στον κόλπο του ακόμα κρεμόταν ένα φαγωμένο ίχνος κεριού προφανώς η ύπαρξή του να χρησίμευε για να φωτίζει τον εγγύ χώρο, κάποιες σκοτεινές και αφέγγαρες νύχτες.
Πέρασα κατόπιν από τα εντυπωσιακά λουτρά που περιείχαν μεγάλες μαρμάρινες μπανιέρες καθώς και τους κλίβανους.
Όταν ολοκλήρωσα την επίσκεψή μου σε όλους τους χώρους συνειδητοποίησα ότι εδώ υπάρχει μια τεράστια ιστορία. Και πραγματικά με λύπησε το εξής γεγονός. Πως γίνεται ένα τέτοιο αρχιτεκτονικό «αριστούργημα», τόσο προσεκτικά μελετημένο και αποδομένο στην κάθε λεπτομέρειά του, το οποίο τυγχάνει να μετράει αισίως εφτά αιώνες ζωής, που διέθετε τόσες πολλές ανέσεις στην εκάστοτε εποχή του που κυριολεκτικά θα το ζήλευαν ακόμα και τα πιο σύγχρονα ιδρύματα ίασης επί των ημερών μας. Πως γίνεται λοιπόν το μέρος που είδε Γενουάτες κατακτητές και ιππότες Ιουστινιάνους, που έζησε Τουρκοκρατία, που βίωσε τη Μεγάλη Σφαγή του 1822 και που κατάφερε να ξεπεράσει έναν ισχυρότατο και καταστροφικό σεισμό, σήμερα εν έτει 2018, στη δηλωμένη εποχή της παγκοσμιοποίησης και της πολιπολιτισμικότητας, ένας τόσο ογκώδης ιστορικά ιατρικός θυσαυρός μνήμης, να είναι ξεχασμένος και ευθαρσώς να ρημάζει από την αδιαφορία και την εγκατάληψη; Πως γίνεται να μην «αναπνέει» και να μην εμπνέει δημιουργία;
Είναι ένας οικισμός που κυριολεκτικά «μιλάει». Που θα ήταν το όνειρο κάθε σκηνοθέτη και σεναριογράφου. Που ακόμα και σήμερα εξακολουθεί πεισματικά να στέκεται όρθιο και αγέρωχο -πλην όμως- αφημένο κυριολεκτικά στη άδικη μοίρα του.
Γιατί δεν το εκμεταλλεύτηκε μέχρι σήμερα κανένας δημόσιος φορέας; Γιατί καμία υπηρεσία δεν ασχολείται ουσιαστικά για την συντήρηση και την προστασία του;
Γιατί η τοπική κοινωνία επιτρέπει να χάνεται ανεκμετάλλευτο ενώ θα μπορούσε να αναδείχθει ως ένα κορυφαίο ιστορικό Μνημείο-Μουσείο Ιατρικής Μνήμης και εξαιρετικό δείγμα πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας μας; Μήπως θα έπρεπε οι αρμόδιες αρχές να πράξουν τα δέοντα πριν να είναι πολύ αργά;

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Φωτογραφίες:
Βίκη Κουτρή