Διαβάσαμε το βιβλίο: «κι όμως εμείς θα πάμε στον Παράδεισο»
από τις Εκδόσεων Ιωλκός

 

#Παρουσίαση – #Κριτική – #Συνέντευξη: Βίκη Κουτρή

Απο την παρουσίαση του βιβλίου στο Polis Art Cafe: Κώστας Γεωργουσόπουλος(αριστερά), Νταίζη Σεμπεκοπούλου, Μάγδα Δασκαλάκη, Μαρία Αλιφέρη, Γωγώ Ατζολετάκη και Κωνσταντίνος Κορίδης. (Από την παρουσίαση του βιβλίου)

Το βιβλίο «κι όμως εμείς θα πάμε στον Παράδεισο» της Γωγούς Ατζολετάκη των Εκδόσεων Ιωλκός, δεν θα το κατέτασσα σε ένα απλό, καλοκαιρινό και ελαφρύ βιβλίο κι ας το διάβασα εν μέσω καλοκαιριού. Θα το τοποθετούσα σε ένα άλλο “level” μυθιστορημάτων, μίας άλλης βαθιάς “κοπής” και ενδιαφέρουσας ανάγνωσης.
Έχοντας παραβρεθεί στην -κατάμεστη από κόσμο- παρουσίαση που έγινε τον περασμένο Ιούνιο στο Polis Art Cafe της Αθήνας, πήρα μία πρώτη γεύση στο τι αντιπροσωπεύει το έβδομο βιβλίο της γνωστής συγγραφέως.
Το προλόγισε ο Κωνσταντίνος Κορίδης, ο εκδότης των Εκδόσεων Ιωλκός συστήνοντας στο κοινό την «γέννηση» ενός ιδιαίτερου βιβλίου.
Στην εκδήλωση μίλησαν: ο συγγραφέας και κριτικός θεάτρου Κώστας Γεωργουσόπουλος, ο οποίος αναφερόμενος στο συγγραφικό αποτέλεσμα, τόνισε την ιδιαίτερη “φύση” του μυθιστορήματος, το οποίο περιγράφει «εκ βαθέων» ένα πολύ δύσκολο θέμα προς γραφή, καταγραφή και υψηλή ανάλυση, αφού είναι απόλυτα σχετικό με τις βιωματικές και συγκρουσιακές αλληλεπιδράσεις της ζωής μίας μητέρας και της κόρης της. Για τις συγκεκριμένες σχέσεις, μίλησε εμπεριστατωμένα λίγο αργότερα η εξελικτική ψυχολόγος Μάγδα Δασκαλάκη, δίνοντας το στίγμα της επιστημονικής προσέγγισης της, για τη δυσκολία καταγραφής -όταν αυτό επιχειρείται σε επίπεδο λογοτεχνικής ανάλυσης- των ιδιαίτερα ευαίσθητων και άκρως καταστροφικών ρωγμών που διέπουν τον ομφάλιο λώρο των δύο εξ αίματος χαρακτήρων, όπως επιτυχημένα περιγράφονται στο βιβλίο από την συγγραφέα.
Αποσπάσματα του βιβλίου διάβασαν οι ηθοποιοί: Μαρία Αλιφέρη και Νταίζη Σεμπεκοπούλου.

Διαβάζοντας το βιβλίο ένοιωσα ότι βρισκόμουν πίσω από μία κλειδαρότρυπα και παρακολουθούσα τις κατεστραμμένες ζωές δύο γυναικών, που εξαιτίας των προσωπικών αλλοπρόσαλλων επιλογών τους, καταφέρνουν και αλληλεπιδρούν τραυματικά μεταξύ τους. Πρόκειται για την όμορφη Μάρθα (μητέρα) που η ομορφιά της σκορπίστηκε στους πέντε ανέμους και την άχρωμη και άχαρη Ελισάβετ (κόρη) με τις απωθημένες επιθυμίες που κουβαλούσε μέσα της μια ζωή. Αυτές είναι οι δύο κυρίαρχες πρωταγωνίστριες του βιβλίου και μας παρουσιάζονται αποδομένες ψυχογραμματικά από την συγγραφέα.
Στις αιχμηρές γωνίες των μυαλών τους διέκρινα παιδικά τραύματα, παλινδρομήσεις, αποσαφηνισμένες εκκεντρικότητες, εσωτερικές αποδιοργανώσεις, ατομικιστικές διαθέσεις, ανατρεπτικές επιβολές, ανέκφραστες πιέσεις, καταπιεσμένες αντιθετικότητες, διαρκείς παλιμπαιδισμούς και συγκρουσιακές καταστάσεις. Όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά, υφαίνουν τους ιστούς δύο ψυχών και των χαρακτήρων τους που τις οδηγούν σε λανθασμένες διαδρομές καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Συμβιώνουν μεταξύ τους, ακροβατώντας μέσα σε σκοτεινά μονοπάτια γεμάτα πόνο, αλληλοσπαραγμό, πίκρα, οργή, επικράτηση, καταπίεση και ισχυρή διάθεση εκδίκησης. Κυριαρχούν οι σχέσεις τους «βουβές», με τα εσωτερικά «ουρλιαχτά» τους να γίνονται βαθιά αποστήματα, τα οποία είναι κυριολεκτικά κρυμμένα πίσω από τις κλειδαρότρυπες της ίδιας τους της ύπαρξης και εμείς οι αναγνώστες παρακολουθούμε ζωντανά τις κραυγές-ζωές τους με κομμένη την ανάσα αναμένοντας την τελική έκβαση. Την όδευση του ανοίγματος μιας πόρτας που θα τις οδηγήσει στη λύτρωση. Το αποτέλεσμα είναι ανατρεπτικό. Το βιβλίο συγκλονίζει. Είναι εξαιρετικό, πολύεππίπεδο, βαθυστόχαστο αλλά και ωμά σοκαριστικό. Είναι ένα μυθιστόρημα γραμμένο με μαεστρία και τέχνη. Θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει ένα εγχειρίδιο Ψυχολογίας αλλά και λογοτεχνικός οδηγός συμπτωμάτων, βάσει των περιγραφών των ψαγμένων και αποδομένων ευρημάτων, των αιτιών και των αποτελεσμάτων που αφορούν προβληματικές συμπεριφορές και συγκρουσιακά ενδοβιώματα με αποδέκτες κατεστραμμένες βασικές σχέσεις ζωής. Όσοι το διαβάσετε θα καταλάβετε τι ακριβώς εννοώ.
Η συγγραφέας Γωγώ Ατζολετάκη έδωσε τις απαντήσεις της σε μια -εφ όλης της ύλης- συνέντευξη που παραχώρησε στο περιοδικό. Διαβάστε την παρακάτω. Για το βιβλίο μας μίλησε και η ηθοποιός Μαρία Αλιφέρη που συμμετείχε στην παρουσίαση αυτού.

Γωγώ Ατζολετάκη
-Υπήρξατε μία από τις ωραιότερες ελληνίδες όταν το 1971 πρωτεύσατε στα Καλλιστεία. Πιστεύετε ότι είναι «σταθμός» για ένα νέο κορίτσι να στεφθεί Σταρ Ελλάς και να εκπροσωπεί -ως πρότυπο- την ελληνική ομορφιά στη χώρα της; Εσείς πως αισθανθήκατε με την διάκρισή σας; Θεωρείτε ότι η ομορφιά στις μέρες μας είναι ένα είδος «διαβατηρίου» για την έναρξη μιας επιτυχημένης θεατρικής καριέρας και όχι μόνο;
Ειλικρινά μου κάνει εντύπωση που ξεκινάτε τη συζήτησή μας με μια αναφορά στα καλλιστεία. Είναι τόσο μακρινά, που σχεδόν τα έχω ξεχάσει – απορώ πώς τα θυμάστε εσείς και κάποιοι άλλοι. Αφού το θέλετε όμως, δεν θα σας χαλάσω το χατίρι.

Στους ατέλειωτους αμπελώνες της Κρήτης. Τότε…

Όχι, δεν πιστεύω πως είναι «σταθμός» για ένα νέο κορίτσι να στεφθεί «Σταρ Ελλάς». Για κάποιες πολλές κοπέλες που μετά τα καλλιστεία έκαναν μια ήρεμη, φυσιολογική ζωή χωρίς εξάρσεις, ίσως είναι «σταθμός». Για μένα όμως, όχι! Έχω πολύ σημαντικότερα πράγματα να θεωρήσω «σταθμούς» στην πορεία της επαγγελματικής μου εξέλιξης. Εξ άλλου, για να στεφθώ «Σταρ Ελλάς» δεν έκανα καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια. Για τις επαγγελματικές μου κατακτήσεις όμως, προσπάθησα και κουράστηκα πολύ. Εργάστηκα πολύ. Γι’ αυτές είμαι περήφανη.

Σε καμιά περίπτωση, βεβαίως, δεν απεμπολώ τις εμπειρίες μου και απ’ αυτό το κομμάτι της ζωής μου. Όσα έχω ζήσει, είναι η «προίκα» μου. Και στο κάτω-κάτω, η ομορφιά είναι δώρο Θεού. Απλώς, δε στάθηκα σ’ αυτό. Προχώρησα. Ούτως ή άλλως, η βαθιά επιθυμία μου από μικρή, ήταν να γίνω ηθοποιός.
Η ομορφιά ναι, μπορεί να είναι ένα είδος «διαβατηρίου». Αρκεί να μη μένει ο άνθρωπος κολλημένος σ’ αυτήν. Να μην γίνεται νάρκισσος. Γιατί η ομορφιά μπορεί να σου ανοίξει κάποιες πόρτες αλλά μετά θα πρέπει να κουραστείς πολύ για να τις κρατήσεις ανοιχτές και να κάνεις καριέρα. Μόνο η ομορφιά δεν φτάνει. Έχουμε δει πολλά μπαλόνια να φουσκώνουν και να ξεφουσκώνουν… Αν δεν υπάρχει περιεχόμενο, συγκεκριμένος στόχος και διάθεση για δουλειά, τα «αστεράκια» σβήνουν πολύ γρήγορα.

Με τον αγαπημένο ηθοποιό Κώστα Ρηγόπουλο, στη μεγάλη τηλεοπτική επιτυχία “Ο κόσμος και ο Κοσμάς” του Γρηγόρη Ξενόπουλου, σε σκηνοθεσία του Ερρίκου Ανδρέου.

– Σπουδάσατε θέατρο και ξεκινήσατε μία πορεία που εξελίχθηκε επιτυχημένη δίπλα σε μεγάλα ονόματα της ελληνικής θεατρικής σκηνής και της τηλεόρασης. Τι θυμόσαστε από τα τότε καλλιτεχνικά σας χρόνια; Ποιους ξεχωρίσατε και ποιοι σας λείπουν σαν παρουσίες σήμερα;
Δε θυμάμαι πολλά πράγματα. Ούτε έκανα σπουδαίες φιλίες από το θέατρο ή την τηλεόραση. Θαύμασα ανθρώπους, αλλά, στο πλαίσιο της συνεργασίας μου μαζί τους. Αρκετοί απ’ αυτούς αποδείχθηκαν «κάλπικοι». Βλέπετε, για μένα, μεγάλη σημασία είχε πάντα και η «ανθρώπινη» ταυτότητα. Με απογοήτευσαν πολλοί. Κι έτσι στη συνέχεια κρατούσα αποστάσεις. Είναι αδηφάγος ο χώρος αυτός. Αν θέλεις να κρατήσεις την ακεραιότητά σου, πρέπει να είσαι προσεκτικός. Διαφορετικά, θα σε κομματιάσουν.
Τον μόνο που σκέφτομαι πάντα με ιδιαίτερη συγκίνηση και αγάπη είναι ο καλός μου φίλος Κώστας Ρηγόπουλος, με τον οποίο είχαμε μια εξαιρετική συνεργασία στην τηλεοπτική σειρά «Ο κόσμος και ο Κοσμάς» του Γρηγόρη Ξενόπουλου. Με αγάπη σκέφτομαι και τον σκηνοθέτη της σειράς, τον Ερρίκο Ανδρέου. Ήταν, νομίζω, η πιο μεστή, η πιο αγαπησιάρικη συνεργασία της καριέρας μου. Ίσως γι’ αυτό και είχαμε τόσο μεγάλη επιτυχία.

– Αργότερα εισήλθατε στο χώρο του Τύπου σαν αρθρογράφος, σαν παράγωγος ραδιοφώνου αλλά και σαν κειμενογράφος. Πείτε μας λίγα λόγια γι αυτήν σας τη μετάβαση και πόσο σημαντική ήταν στο να διαμορφώσετε την συγγραφική πένα που διαθέτετε σήμερα;

Με τον Άγγελο Αντωνόπουλο, στο έργο του Νικ Χωλλ ” Και ό,τι ήθελε προκύψει” που ανέβασε με το θίασό της στο θέατρο ΒΕΑΚΗ το χειμώνα του 1986.

Η πρώτη μου ουσιαστική και επαγγελματική ενασχόληση με τον γραπτό λόγο, ήταν στο πλαίσιο της συνεργασίας μου με την εφημερίδα «Εβδόμη» το 1987. Ήταν μια θρυλική –και πολύ σοβαρή εφημερίδα– που κάποια στιγμή την αγόρασε ο Γιώργος Κοσκωτάς, για να την κλείσει στη συνέχεια. Αργότερα συνεργάστηκα και με την «Κυριακάτικη Ακρόπολη». Και στις δύο εφημερίδες κρατούσα μια σελίδα, όπου έγραφα σχόλια πάνω στην επικαιρότητα, και ένα χρονογράφημα. Τολμώ να πω, ότι είχαν επιτυχία οι σελίδες μου και οι άνθρωποι της εποχής με «διάβαζαν» επισταμένως. Τότε, δεν ήξερα καλά-καλά τι κάνω, δεν ήξερα αν γράφω καλά ή άσχημα – απλώς έγραφα. Προφανώς όμως έγραφα καλά, απόδειξη ότι τα χρονογραφήματα εκείνων των εφημερίδων, αποτέλεσαν το υλικό του πρώτου μου βιβλίου «Προσωπική απόδραση», που εκδόθηκε το 1989 από τις εκδόσεις «Σμυρνιωτάκη».
Στη συνέχεια ήρθαν πολλές, άπειρες ραδιοφωνικές εκπομπές, όπου πλέον ήμουν παραγωγός, κειμενογράφος και παρουσιάστρια. Στο «Κανάλι ΕΝΑ» του Πειραιά (εκεί έγινε η αρχή), στην ΕΡΑ (Ελληνική Ραδιοφωνία), στο Τρίτο Πρόγραμμα, στον ΑΝΤΕΝΝΑ, στον PLANET, στον Alpha989.

Με την αγαπημένη (και συμπατριώτισσά της) Ελένη Καστάνη, όταν τη φιλοξένησε στον Alha989, στο πλαίσιο της επιτυχημένης εκπομπής: “Αχ, τι καλά που είν’ εδώ”. Με την Ελένη έπαιζαν μικρά στο χωριό Χανδρά, Σητείας, Κρήτης.

Μεγάλη ήταν η πορεία μου και στο ραδιόφωνο. Γράφοντας τα κείμενα των εκπομπών μου, ασκήθηκα πολύ. Μ’ άρεσε να γράφω. Να συλλαμβάνω ιδέες και να τις αποτυπώνω με λέξεις. Εξ άλλου, από τα μικράτα μου με θυμάμαι πάντα να μουτζουρώνω ένα χαρτί.

Ως φυσική συνέπεια ήρθε, στα 1999, το δεύτερο βιβλίο μου. Το «Ηθοποιός, Σκιά και Φως», ένα βιβλίο-εγχειρίδιο για το επάγγελμα του ηθοποιού, το μοναδικό μέχρι και σήμερα βιβλίο στην ελληνική βιβλιογραφία σχετικά με αυτό το επάγγελμα. Εκδόθηκε από την «Εμπειρία Εκδοτική», είχε τεράστια επιτυχία, πήρε από το υπουργείο Παιδείας άδεια καταλληλότητας για τις σχολικές βιβλιοθήκες, και το 2006 επανεκδόθηκε από τα «Ελληνικά γράμματα». Ούτε στο όνειρό μου! Μετά το 1999 αποφάσισα ν’ ασχοληθώ πολύ σοβαρά με τη συγγραφή, κι έτσι γεννήθηκε το πρώτο μου μυθιστόρημα, το «Σαν άσπρο πούπουλο σ’ απέραντο γαλάζιο», που εκδόθηκε από τις εκδόσεις «Λιβάνη» το 2000. Από κει και πέρα άνοιξε ο δρόμος και για τα υπόλοιπα.

Όσο για τη «διαμόρφωση της πένας», κι εδώ χρειάζεται πολλή δουλειά. Το να «ποιείς λογοτεχνία», δεν είναι εύκολη υπόθεση. Άλλο «γράφω» (γραφιάδες υπάρχουν πολλοί) κι άλλο «ασκώ την τέχνη του γράφειν». Εξ άλλου, το λέει κι η λέξη: Λογοτεχνία. Δηλαδή, τέχνη του λόγου! Προσωπικά πιστεύω πως για να φτάσεις σε ένα επίπεδο, πρέπει πρώτα να ‘χεις διαβάσει πολύ, να έχεις προβληματιστεί πολύ, να έχεις πονέσει πολύ, να μην λυπάσαι να σκίσεις κείμενά σου, να μην ερωτεύεσαι τις λέξεις… Είναι πολλά.

Στα πλαίσια της εκπομπής “Στην υγειά μας, βρε παιδιά” με τον Σπύρο και τη Βούλα Πατουλίδου.

Και μαζί, απαιτείται διαρκής παρατηρητικότητα, αισθαντικότητα, συναισθηματική νοημοσύνη, ατέλειωτες μοναχικές ώρες, και –επιτέλους– να ξέρεις καλά ελληνικά. Το θεωρώ απαράδεκτο, κάποιοι να το «παίζουν» συγγραφείς και να μην ξέρουν καλά ελληνικά. Η γλώσσα είναι το κλειδί και η διαστρέβλωσή της –στον έντυπο λόγο– είναι έγκλημα.

– Εξ όσων γνωρίζω, παράλληλα έχετε ενεργή παρουσία και συμμετοχή σαν εθελόντρια στην περιοχή που μένετε, σε τομείς που αφορούν ευπαθείς ομάδες -και όχι μόνο- οι οποίοι χρήζουν προστασίας από όλους μας. Εξακολουθείτε ακόμα να προσφέρετε δυναμικά κοινωνικό έργο;
Το κατά δύναμιν. Προσφέρω ό, τι μπορώ και όσο μπορώ. Για μένα είναι τρόπος ζωής και ανάγκη της ψυχής μου να βρίσκομαι κοντά στον συνάνθρωπο και στις ανάγκες του με τον όποιο τρόπο. Ποτέ δεν υπολόγισα την ανταπόδοση. Κέρδος μου, η χαρά που νιώθω προσφέροντας. Αν δεν έδινα, αν ήμουν βαρήκοη στις σιωπηλές κραυγές των αναγκεμένων, θα ένιωθα άχρηστη την παρουσία μου σ’ αυτή τη γη.

Κουβαλώντας ψωμιά και αρτοσκευάσματα στο Κοινωνικό Μαγειρείο της Αγίας Παρασκευής.

Και αισθάνομαι πραγματική υπερηφάνεια, που ο ΦΙΛΟΚΟΣΜΟΣ –η Δράση αλληλεγγύης που δημιούργησα και εκπροσωπώ– μπαίνει πλέον στον έβδομο χρόνο λειτουργίας του. Για φαντάσου! Από τον Οκτώβριο του 2012 βρισκόμαστε καθημερινά στους δρόμους και συλλέγουμε ψωμί, αρτοσκευάσματα, γλυκά, ρούχα, παπούτσια, παιχνίδια. Τα πάντα, και τα προωθούμε όπου υπάρχει ανάγκη. Σε οικογένειες που βοηθούμε, σε διάφορα ιδρύματα. Έξι ολόκληρα χρόνια! Αυτό για μένα είναι έργο ζωής. Και συνεχίζουμε ακάθεκτοι!

Από την άλλη, ξέρω πια, μετά από εμπειρία τόσων χρόνων, πως αυτή η χρεωκοπημένη και διαλυμένη χώρα μας, θα είχε τσακίσει εντελώς, αν δεν υπήρχαν οι χιλιάδες άνθρωποι που τρέχουν καθημερινά για την ανακούφιση των δυσπραγούντων. Άνθρωποι άγνωστοι, γυναίκες και άντρες της διπλανής πόρτας, που αφήνουν τον καναπέ τους και δραστηριοποιούνται. Με αφοσίωση, με ζήλο. Ασφαλώς όμως, ιδιαίτερης μνείας χρήζουν και οι χορηγοί. Αυτοί που προσφέρουν τα προϊόντα. Χωρίς αυτούς δεν θα μπορούσαμε να λειτουργήσουμε. Πάντα ευχαριστούμε αυτούς που μας βοηθούν για να μπορούμε να βοηθούμε.

– Το τελευταίο βιβλίο σας «κι όμως εμείς θα πάμε στον Παράδεισο» είναι ένα βιβλίο-ψυχόγραμμα που υφαίνει τον δραματικό στοχασμό αλληλεξάρτησης, αλληλεπίδρασης και… αλληλοεξόντωσης της συγκρουσιακής σχέσης μιας μητέρας με την ίδια της την κόρη. Πως εμπνευστήκατε το δύσκολο αυτό δημιούργημά σας;
Δύσκολο πραγματικά… Αλλά στο ερώτημά σας δεν μπορώ να δώσω συγκεκριμένη απάντηση. Νομίζω πως δομήθηκε σιγά-σιγά μέσα μου. Κάπως σαν να γίνονταν υπόγειες, ασυνείδητες διεργασίες και κάποια στιγμή πήρε μορφή και σχήμα.
Φυσικά υπήρξε και κάποιο έναυσμα. Το έναυσμά μου ήταν διάφορες ιστορίες που άκουγα κατά καιρούς για μητέρες δεσποτικές, αυταρχικές, που με τη συμπεριφορά τους κατάφεραν να καταστρέψουν τη ζωή των κοριτσιών τους. Από ανασφάλεια, φυσικά. Για να τα έχουν πάντα δίπλα τους.

Αυτές οι διαβρωτικές σχέσεις είναι περίπλοκες, δεν είναι απλές. Γιατί η μητέρα, μεθοδικά, ακυρώνει όλες τις προοπτικές εξέλιξης και αποκατάστασης της κόρης γεμίζοντάς την φοβίες και ενοχές… κι από την άλλη, η κόρη εγκλωβίζεται σ’ αυτό το λαβύρινθο, θέλει να δραπετεύσει αλλά δεν ξέρει πώς να το κάνει… παράλληλα θεωρεί ότι αν εγκαταλείψει τη μάνα θα είναι σαν να προδίδει τη μήτρα που τη γέννησε, και τελικά μένει στο καβούκι της υποτιθέμενης «ασφάλειας» και χαραμίζει τη ζωή της. Φαύλος κύκλος! Ένας κύκλος που στην πορεία δημιουργεί μια μπάλα από απωθημένες επιθυμίες, μίσος, οργή, αγανάκτηση. Που βέβαια κάποια στιγμή θα ξεσπάσουν ανεξέλεγκτα, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της Ελισάβετ του μυθιστορήματός μου.

Με την κόρη της Θεοδώρα

Τα παιδιά που βιώνουν τέτοιες καταστάσεις –και είναι πολλά, πιστέψτε με– πρέπει να εφοδιαστούν με πολλή τόλμη, για να σπάσουν τον ομφάλιο λώρο. Με κόστος ψυχικό, αλλά δε γίνεται αλλιώς, ας το έχουν υπ’ όψη τους. Αυτή είναι η φύση του ανθρώπου. Όταν ενηλικιωθεί, να πάρει τη ζωή του στα χέρια του και να πετάξει. Το αντίθετο, είναι αφύσικο. Γιατί δημιουργεί ευνουχισμένους, άβουλους και ισοπεδωμένους ενήλικες.

– Για να μπορέσει ένας συγγραφέας να αποδώσει τις ψυχολογικές «ρωγμές» διαφορετικών χαρακτήρων που απλώς εφάπτονται και να τις εκφράσει στο κοινό του μεταφέροντας τους ένα συγκλονιστικό αποτέλεσμα προσέγγισης και σκιαγράφησης τους, είναι ένα αρκετά δύσκολο επιχείρημα γιατί πρέπει πρώτα να εισχωρήσει στα άδυτα τους, να τους βιώσει βαθιά μέχρι να καταφέρει να φτάσει στο σημείο να τους συστήσει στους αναγνώστες του. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το βιβλίο αυτό που γράψατε περιέχει αυτοβιογραφικά στοιχεία τα οποία είναι πλεγμένα με μυθοπλαστική πλοκή;

Όχι, για όνομα του Θεού! Είχα θαυμάσιους και φιλελεύθερους γονείς. Και μένα και τις αδερφές μου μας μεγάλωσαν με στοργή και αρχές Φρόντισαν να μορφωθούμε και να σπουδάσουμε και μας ώθησαν ν’ ανοίξουμε τα φτερά μας και να δημιουργήσουμε στη ζωή. Ποτέ δεν ανακατεύθηκαν στις επιλογές μας. Μας συμβούλευαν. Δεν μας καταπίεζαν. Όταν φύγαμε κι οι τρεις από το πατρικό και φτιάξαμε τις δικές μας οικογένειες, σίγουρα το σπίτι ερήμωσε αλλά οι γονείς μου είχαν τα δικά τους ενδιαφέροντα. Δεν αγκιστρώθηκαν πάνω μας, δεν ζούσαν μέσα από μας. Ήταν πάντα δίπλα μας προστατευτικοί, λάτρευαν τα εγγόνια τους και τους πρόσφεραν όσο μπορούσαν αλλά παράλληλα ζούσαν και την προσωπική τους ζωή. Είχαν τον κύκλο τους, τους φίλους τους, ταξίδευαν. Τους χαιρόμουνα!
Το ίδιο έκανα κι εγώ με τη δική μου κόρη. Βέβαια, όταν έφυγε από το σπίτι και αυτονομήθηκε, μου στοίχισε πολύ, δεν το κρύβω. Είχα μάθει να ζω μαζί της και μου ήταν αδιανόητο ότι θα ξυπνούσα το πρωί και δεν θα έλεγα: «Καλημέρα Θεοδώρα μου». Μετά όμως από κάποιο διάστημα, ηρέμησα. Ανασυντάχθηκα. Συνειδητοποίησα ότι αυτή ήταν η φυσική εξέλιξη (αυτό έκανα κι εγώ εξ άλλου όταν ήμουνα στην ηλικία της Θεοδώρας) και βρήκα τον καινούργιο βηματισμό ζωής.

Παρέα με τις αδερφές της. Στη μέση η Γωγώ Ατζολετάκη

Πρέπει συνεχώς να προσαρμοζόμαστε στις νέες καταστάσεις. Για να απαντήσω όμως πλήρως την ερώτησή σας, θα πρέπει να πω πως όταν γράφω δεν είμαι απολύτως εγώ. Σκιαγραφώ τους ήρωες μου, τους «στήνω» καλά (δεν είναι χάρτινοι, δηλαδή) και από κει και πέρα ζω μαζί τους. Βιώνω τα συναισθήματά τους, τα ξεσπάσματά τους, την οδύνη τους, βάζω στο στόμα τους λέξεις που ταιριάζουν στο χαρακτήρα τους. Αυτό είναι επίπονο, γιατί υποφέρω κι εγώ. Αλλά και λυτρώνομαι ταυτόχρονα. Όταν βρίσκομαι στη διαδικασία της «γέννησης» είμαι άλλος άνθρωπος. Είμαι «αλλού».

– Θεωρείτε ότι ο ρόλος της μητέρας στη σύγχρονη ζωή είναι «ζωογόνος» για την εξέλιξη της ιδιοσυγκρασίας μιας κόρης; Ποιο κατά την άποψη σας είναι το μυστικό της ισορροπίας για μια τόσο σημαντική σχέση;
Ο ρόλος της μητέρας σαφώς και είναι καθοριστικός. Βλέπετε, είναι το «φύλο» που παίζει τον πρωτεύοντα ρόλο. Μια μήτρα γεννά μια άλλη μήτρα. Είναι αρχέγονα πρότυπα αυτά. Επιπροσθέτως, η μάνα ως γυναίκα, είναι σε θέση να κατανοεί τα προβλήματα και τις ανάγκες της γυναίκας-κόρης. Έχει περάσει από τα ίδια μονοπάτια. Πρέπει να νιώθει,  να συναισθάνεται και να παραβλέπει. Έτσι θα χτιστεί μια ισορροπημένη, υγιής σχέση με αμοιβαία εμπιστοσύνη.
Βέβαια οι μανάδες, πολλές φορές, πιστεύουν ότι η αγάπη και η υπερ-προστασία είναι απαραίτητα στοιχεία για μια καλή σχέση. Δεν είναι έτσι όμως. Οι γονείς οφείλουν να έχουν πάντοτε κατά νου ότι το παιδί δεν είναι κτήμα μας. Ανήκει πρωταρχικά στον εαυτό του. Και πρέπει να το βοηθήσουμε να ζήσει τη δική του ζωή και όχι τη δική μας. Αυτό το ολέθριο σφάλμα κάνει η Μάρθα, η μάνα του μυθιστορήματός μου. Αφού έχει ζήσει τη ζωούλα της, αφού χάρηκε και διασκέδασε όσο την έπαιρνε, όταν την βρίσκει η μεγάλη ανατροπή, παίρνει για δεκανίκι την κόρη της, για να επιβιώσει ψυχικά. Και έτσι της διαλύει τη ζωή.

– Στα «δύσκολα» γεννιούνται τραγωδίες;
Ε, φυσικά. Στα εύκολα, η ζωή κυλά σαν το νερό στ’ αυλάκι. Οι δυσκολίες είναι αυτές που δημιουργούν τις αναταράξεις. Αν δεν μπορείς να τις διαχειριστείς, βουλιάζεις… και τις περισσότερες φορές παίρνεις και άλλους στο λαιμό σου.

– Συνοψίζοντας:  Ηθοποιός, αρθρογράφος, παραγωγός και συγγραφέας. Ποιο κομμάτι απ’ όλα όσα ασχοληθήκατε ή ασχολείστε ακόμα αγαπάτε περισσότερο;
Θα ‘λεγα όλα. Σε ό, τι έκανα αφοσιώθηκα με πάθος. Ίσως γι’ αυτό και το ‘κανα καλά. Το γράψιμο με εξιλεώνει, με λυτρώνει. Αλλά λατρεύω και το μικρόφωνο. Μέσα όμως απ’ όλες τις δραστηριότητές μου διαφαίνεται ο ηθοποιός. Αν εξετάσει κάποιος τα γραπτά μου ή τις εκπομπές μου θα δει ότι πίσω απ’ όλα είναι ο ηθοποιός. Αυτή είναι η ουσία της ψυχής μου. Απλώς εκφράζεται με διάφορους τρόπους.

– Μνήμες Κρήτης:
Η Κρήτη πάντα μοσχοβολά μέσα μου σαν ολάνθιστο λουλούδι! Έζησα υπέροχα παιδικά χρόνια. Είπα και πριν ότι ευτύχησα να έχω υπέροχους γονείς. Άνθρωποι της αγάπης, της προσφοράς και της ορθάνοιχτης αγκαλιάς.
Αυτό που θυμάμαι έντονα είναι ένα σπίτι πάντα γεμάτο κόσμο. Ποτέ δεν ήμασταν μόνοι μας. Μαζί μας ζούσαν βέβαια, ο παππούς και η γιαγιά, αλλά και όποιος κατέβαινε στη Σητεία από το χωριό (για διάφορες δουλειές του) στο σπίτι μας στρατοπέδευε. «Στου Στέφανου και στης Πιπίτσας». Το μισό χρόνο, εμείς τα παιδιά κοιμόμασταν στρωματσάδα.
Πολύτιμη μνήμη και τα ζώα που είχαμε. Λίγο πιο κει από το σπίτι μας είχαμε ένα στάβλο με διάφορα ζώα. Κότες, κουνέλια, γουρουνάκια. Ένα διάστημα είχαμε και μια κατσίκα. Και πηγαίναμε με τον μπαμπά μου και την αρμέγαμε. Ζούσαμε σε πλήρη αρμονία με τη φύση. Γιατί είχαμε και ένα θαυμάσιο κήπο –κτήμα σχεδόν– με κάθε λογής οπωροφόρα δέντρα και λαχανικά: Λεμονιές, πορτοκαλιές, μουσμουλιές (δεσπολιές, τις λέμε στην Κρήτη), ροδιές, κορομηλιές (τις ζουμερές «μπουρνέλες»), λάχανα, κουνουπίδια. Εκεί στον κήπο υπήρχε και ένας νερόμυλος με στέρνα, για το πότισμα, και μ’ άρεσε, μικρό κοριτσάκι που ήμουνα, να χαζεύω τον κυρ- Μανώλη, πώς πότιζε. Πώς έτρεχε το νερό από τη στέρνα και κυλούσε στα διάφορα δέντρα.
Μ’ αυτές τις εικόνες κι αυτές τις μυρωδιές μεγάλωσα. Γι’ αυτό, μέχρι και σήμερα, νιώθω πιο πολύ «παιδί» του χωριού, παρά της πόλης. Γιατί τα καλοκαίρια (που περνούσαμε στο χωριό του πατέρα μου, τον Χανδρά), είχα τη χαρά να συμμετέχω και στον τρύγο. Ο πατέρας μου έφτιαχνε και κρασί. Είχαμε και πατητήρι. Τι να σου λέω τώρα… Και μνήμες από αλώνισμα έχω. Στο αλώνι του Χανδρά!
Απ’ όλ’ αυτά, τίποτα δεν υπάρχει σήμερα, δυστυχώς. Φύγαμε εμείς, φύγανε κι αυτά… Το πατητήρι έγινε αποθήκη, ο κήπος έγινε οικόπεδο που δόθηκε για αντιπαροχή, το παλιό μας πατρικό κατεδαφίστηκε και έχτισε ο πατέρας μου μια μικρή πολυκατοικία. Αυτά φύγανε αλλά οι μνήμες μένουν. Αυτές δεν σβήνουν!

– «Φέρνει» ο έρωτας αγάπη ή η αγάπη «φέρνει» έρωτα;
Ο έρωτας μπορεί να φέρει την αγάπη. Αν η βάση μιας σχέσης είναι καλή θα βρει τον τρόπο να «περπατήσει» όταν εξατμιστεί η μεγάλη τρέλα. Η αγάπη όμως, δύσκολο να φέρει έρωτα. Γιατί, αγάπη και έρωτας είναι τελείως διαφορετικά συναισθήματα, φτιαγμένα από αλλιώτικα υλικά. Ο έρωτας είναι εγωιστικός, κατακτητικός, απαιτητικός, ζηλιάρης… Δεν έχει καμία σχέση με την αγάπη. Αν αγαπάς, λοιπόν, κάποιον ήρεμα, τρυφερά, συγχωρητικά, γενναιόδωρα… πώς ξαφνικά θα καείς στη φωτιά του έρωτα; Κάπως ανέφικτο!

Και οι δυο Μολιερικές “Ψευτοσπουδαίες” του φετεινού χειμώνα. Γωγώ Ατζολετάκη – Μαίρη Βιδάλη.

– Επανέρχεστε στο θεατρικό σανίδι δριμύτερη με την νέα σεζόν. Τελικά ο έρωτας δεν κρύβεται και δεν τελειώνει! Μοιραστείτε τον μαζί  μας.
Επανέρχομαι… Δεν έχω την αίσθηση ότι «επανέρχομαι» γιατί ουσιαστικά δεν έφυγα ποτέ. Είμαι αθεράπευτα ηθοποιός. Απλώς τα τελευταία χρόνια κάποιες αναποδιές δεν μου επέτρεψαν να πατήσω σανίδι. Έκανα άλλα… (γέλια)… Ευτυχώς έχω πολλές διεξόδους έκφρασης. Φέτος όμως, ναι. Με περιμένει ένας υπέροχος Μολιέρος για τον χειμώνα και μια θαυμάσια συνεργασία. Θα σμίξουμε στη σκηνή με τη Μαίρη Βιδάλη και θα παρουσιάσουμε στο θέατρό της –το θέατρο ΔΙΑΧΡΟΝΟ– τις «Ψευτοσπουδαίες» του Μολιέρου. Ένα απολαυστικό έργο που το ‘χουμε λατρέψει και είμαι σίγουρη πως θα το λατρέψουν και οι θεατές.
Όσο για τον έρωτα, που λέτε… όντως. Για τον «φύσει» ηθοποιό αυτός ο έρωτας δεν τελειώνει ποτέ. Αναπνέει και ζει πάνω στη σκηνή και κάτω από τα φώτα. Είναι ο φυσικός του χώρος. Ο γιατρός του, η χαλάρωσή του και η αποτοξίνωσή του από τα θλιβερά της ζωής και της καθημερινότητας.

– Ειλικρινά σας ευχαριστώ πολύ.
Κι εγώ ευχαριστώ και χάρηκα που μιλήσαμε. Για φινάλε εύχομαι σ’ όλους αυτούς που θα μας διαβάσουν υγεία, φώτιση και συναίσθηση των λαθών και των αμαρτημάτων τους. Το τελευταίο είναι άξονας ζωής για εμένα. Το να συνειδητοποιούμε και να αναγνωρίζουμε τα λάθη μας και να προσπαθούμε να τα διορθώνουμε. Ίσως έτσι να καταφέρουμε να δημιουργήσουμε μια καλύτερη κοινωνία. Διαφορετικά, αν βολευόμαστε με τις αυταπάτες μας –δίνοντας εύκολα συγχωροχάρτι στον εαυτό μας–  θα πλατσουρίζουμε αιωνίως στα ίδια βρώμικα νερά.

Μαρία Αλιφέρη. (Από την παρουσίαση του βιβλίου)

Μαρία Αλιφέρη:
-Στην παρουσίαση του «κι όμως εμείς θα πάμε στον Παράδεισο» αφηγηθήκατε με μοναδικό τρόπο αποσπάσματα του βιβλίου. Πείτε μας λίγα λόγια για αυτό.
Το βιβλίο είναι εξαιρετικό κατά την άποψη μου. Όπως και να το δεις είναι εξαιρετικό. Ξεκινώντας από το θέμα μέχρι και την απόδοσή του. Έχει γλώσσα. Αμεσότητα. Ρεαλισμό. Τη Γωγώ την θεωρώ εξαιρετική και πραγματικά διαρκώς εξελισσόμενη. Αλλά και όποιος ξέρει τη Γωγώ, όπως την ξέρω εγώ τόσα χρόνια, δεν ξαφνιάζεται με το αποτέλεσμα. Είναι ένας άνθρωπος-βαθιά άνθρωπος. Με κεφαλαία γράμματα. Είναι ένας άνθρωπος που ενδιαφέρεται για τον διπλανό της, για τον συνάνθρωπο της. Είναι ένα μυαλό με ανήσυχο πνεύμα που δεν σταματάει να ψάχνεται από κοριτσόπουλο -που γνωριζόμαστε- μέχρι σήμερα. Είναι ένα κορίτσι που θέτει ερωτήσεις και ζητάει απαντήσεις. Όποιος λοιπόν την ξέρει δεν ξαφνιάζεται με το θαυμάσιο αποτέλεσμα του έβδομου βιβλίου της. Καταπιάνεται με ένα θέμα που είναι κορυφαίο. Η σχέση μητέρας-κόρης είναι κορυφαία σχέση. Είναι κομβική. Είναι η πιο δύσκολη σχέση την οποία η Γωγώ σκαλίζει τόσο βαθιά και τόσο ρεαλιστικά. Με τόσο άμεσο λόγο και με τόσες ζωηρές και ολοζώντανες εικόνες. Άλλο ένα μεγάλο προσόν στη γραφή της Γωγούς. Το ζεις. Ζεις μέσα στις εικόνες της, ζεις μέσα στο περιβάλλον που κινούνται οι ήρωες της. Αυτό το βιβλίο το βρίσκω κορυφή. Την βρίσκω κι εκείνη να ανεβαίνει την κλίμακα του συγγραφέα επιτυχέστατα.

Τι ευχή θα της δίνατε;
Να μη σταματήσει ποτέ να είναι τόσο ζωντανή και ανήσυχη όπως ήταν (από νεαρά κορίτσια που γνωριζόμαστε) και όσο είναι συνεχώς ακόμα και σήμερα. Και κατά τη Φιλοσοφία του Πλάτωνα, ο άνθρωπος που θέτει ερωτήσεις είναι άνθρωπος που εξελίσσεται. Η Γωγώ λοιπόν είναι ένας άνθρωπος που διαρκώς ρωτάει. Τον εαυτό της και τους γύρω της. Γι’ αυτό μπορεί και γράφει έτσι όπως γράφει.
Η λέξη Έρωτας πάλι κατά τον Πλάτωνα αλλά και από άλλους Έλληνες φιλοσόφους, προέρχεται από την «ερώτηση». Ο Σωκράτης στο Συμπόσιο έλεγε ότι όταν ασχολείσαι με κάτι, εξελίσσεσαι. Εξελίσσεσαι όταν ερωτεύεσαι. Εξελίσσεσαι όταν ρωτάς, γιατί παίρνεις απαντήσεις και αυτό είναι έρωτας. Το πάθος δηλαδή για την αναζήτηση. Αγαπάς αυτό που κάνεις, αγαπάς αυτό που αναζητάς και σμίγεις μαζί του, όπου φεύγει πια ο έρωτας από την προσωπική σχέση και ανεβαίνει όλα τα επίπεδα. Αυτό ήθελα να πω ότι η Γωγώ είναι ένας άνθρωπος που ρωτάει. Γι’ αυτό έχει έρωτα για το αντικείμενό της και γι’ αυτό έχει και το επιτυχές αποτέλεσμα.

Σας ευχαριστώ θερμά!
Κι εγώ σας ευχαριστώ.

«κι όμως εμείς θα πάμε στον Παράδεισο»
της Γωγώ Ατζολετάκη

Εκδόσεις Ιωλκός
Ανδρέου Μεταξά 12, Αθήνα 106 81,
τηλ.: 210-3304111,
www.iolcos.gr

Ευχαριστώ θερμά τη Γωγώ Ατζολετάκη και τις Εκδόσεις Ιωλκός για την ευγενή παραχώρηση του βιβλίου.
Ευχαριστώ επίσης τη Μαρία Αλιφέρη για το χρόνο που αφιέρωσε για να ολοκληρωθεί όμορφα η συνέντευξη αυτή.

 

Φωτογραφίες από την παρουσίαση του βιβλίου: Βίκη Κουτρή
Οι υπόλοιπες ανήκουν στο φωτογραφικό αρχείο της συγγραφέως.