Η νοσηρή ομορφιά της παρακμής

Η εικαστική τάση της τοξικής ατμόσφαιρας που διαπότιζε τον  «Ξένο» (1967)  όχι μόνο θα μεγεθυνθεί στην επόμενη ταινία του Βισκόντι , αλλά και κάθε αίσθηση μέτρου και λεπτότητας θα εκλείψει. Οι «Καταραμένοι» (1969) διαθέτουν το πλούσιο διακοσμητικό στοιχείο που χαρακτηρίζει  και άλλα έργα του Βισκόντι  το οποίο  όμως βυθίζει στην αταξία ,την φθορά και την αποσύνθεση. Με μια εύκολα αναγνώσιμη αλληγορική φόρμα, η ταινία ακολουθεί συμβολικές φιγούρες από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα,  σε μια εποχή ραγδαίων πολιτικών και πολιτιστικών μεταλλάξεων.

Κάτω από τις τίτλους αρχής, οι φλόγες που χυτεύουν το  ατσάλι  προοικονομούν  τα μελλούμενα δραματικά γεγονότα, αναδεικνύοντας την διαστροφική μανία που θα στοιχειώσει την αφήγηση. Η οικογένεια του μεγαλοβιομήχανου της χαλυβουργίας Γιοακίμ φον Έσενμπεκ σπαράσσεται από εσωτερικές συγκρούσεις με αφορμή τις προσπάθειες των ναζί να θέσουν υπό τον έλεγχό τους τη διεύθυνση της εταιρείας. Οι σχέσεις ισορροπίας της οικογένειας με τους ανερχόμενους Εθνικοσοσιαλιστές θα ανατραπούν και τα μέλη της θα υποστούν μια προοδευτική, αλλά και αποκαλυπτική διάβρωση των συνειδήσεών τους από το δηλητήριο του ναζισμού. Περιγράφοντας πάθη και εγκλήματα που μένουν ατιμώρητα, ο Βισκόντι μελετά τη στάση της μεγαλοαστικής τάξης της Γερμανίας απέναντι στην άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Συλλαμβάνει με οπτικά συναρπαστικό τρόπο την φρενήρη ακολασία και τη βία που άσκησαν οι Ναζί κατά τη διάρκεια της εποχής, συμπεριλαμβανομένης της “Νύχτας των μακριών μαχαιριών”, όπου οι ομάδες εκτέλεσης του Χίτλερ σφαγιάζουν τους πολιτικούς εχθρούς του – τις παραστρατιωτικές Brownshirts γνωστές ως SA.

 Το οπερατικό αυτό μελόδραμα απεικονίζει μια ασταμάτητη παρέλαση διαστροφών- παιδεραστία, αιμομιξία, όργια και αιματηρές σφαγές με αποτέλεσμα να  πάρει αρχικά χαρακτηρισμό ‘X’ , κάτι που διακηρύχθηκε από την τυποποιημένη  εικόνα του Helmut Berger (τότε αντικειμένου των εμμονών του Visconti) στην καταπληκτική drag Marlene Dietrich. Έτσι ακούσια το φιλμ είναι ένας εμπρηστικός πρόδρομος σε ταινίες της εποχής των Ναζί, όπως το πορνογραφικό ‘Salon Kitty’ (1976) του Tinto Brass , το σκανδαλώδες ‘The Night Porter’ (1976) της Liliana Cavani  αλλά και το αριστουργηματικό μιούζικαλ ‘Cabaret “(1972) του Bob Fosse.

 Η φωτογραφία των Pasqualino De Santis και Armando Nannuzzi μεταφέρει τη φρίκη και την εχθρότητα μέσω των ζωηρών, κορεσμένων κόκκινων και πορτοκαλί αποχρώσεων που συνθέτουν μια ατμόσφαιρα ασφυξίας , κινδύνου και καταστροφής  .Στην αποτρόπαια κατάληξη του φιλμ, ο υπέρμετρος νατουραλισμός  επισκιάζει τον ατμοσφαιρικό εξπρεσιονισμό και οι χαρακτήρες, έχοντας χάσει την αυτονομία τους, γίνονται μάσκες, και αυτό που ξεκίνησε ως τραγωδία τελειώνει σαν γκροτέσκο.

Κι όμως παρά την ανισορροπία των εκφραστικών μέσων ,την έλλειψη εμβάθυνσης στους χαρακτήρες  και τις μάλλον μέτριες ερμηνείες του υβριδικού cast  η ταινία είναι ευρέως αναγνωρισμένη, κερδίζοντας ακόμη και μια υποψηφιότητα για Όσκαρ σεναρίου. Όπως επεσήμαναν αρκετοί κριτικοί «είναι δύσκολο να αντισταθείς στη γοητεία της παρακμής» και  όπως  παρατηρεί ο Henry Bacon οι «Καταραμένοι» αποπνέουν μια «ακατανίκητη νοσηρή ομορφιά».

Στον αντίθετο πόλο ο  Roger Ebert είναι ιδιαίτερα δηκτικός : «Το ‘The Damned’ είναι μια μαγευτική αποτυχία, ένα παράδειγμα ενός εξαιρετικού σκηνοθέτη που εργάζεται στο αποκορύφωμα της ικανότητας του και παρόλα αυτά δεν δημιουργεί απολύτως τίποτα. Σίγουρα κανένας άλλος δεν θα μπορούσε να κάνει αυτή την ταινία. σίγουρα κανείς δεν θα έπρεπε να την έχει κάνει. Είναι μια από τις πιο αδιαπέραστες ταινίες που έγιναν ποτέ. Χαρακτήρες και πλοκή μας κρατούν σε απόσταση, όπως σε ένα απογοητευτικό όνειρο. Η ταινία είναι σαν ένας μάγος που πολύ αργά ανυψώνει το μαντήλι του από ένα κρυσταλλικό μπολ, διατηρώντας την αγωνία μας μέχρι το τέλος, όταν βλέπουμε ότι το μπολ είναι άδειο.»

Η κυρίαρχη τάση είναι να σκεφτόμαστε την ταινία ως αριστούργημα ή κινηματογραφικό σκουπίδι, όταν η πραγματικότητα είναι ότι πιθανώς είναι λίγο και από τα δύο. Όπως όλα τα έργα του Βισκόντι, είναι οπτικά υπέροχο. Αλλά ο αφηγηματικός ρυθμός είναι ταχύτερος από τις περισσότερες ταινίες του, κάτι που μπορεί να είναι ένα πλεονέκτημα, αν και κάποιες φορές ο θεατής αισθάνεται ότι ξεπερνά το όριο. Είναι σίγουρα αποτελεσματικό στην απεικόνιση της Γερμανίας του 1933-’34 ως ασφυκτικού εφιάλτη της κόλασης στη Γη. Και σίγουρα δεν είναι ποτέ ανιαρή παρά τα 155 λεπτά της .Ατελής και υπερβολική  αλλά και απολύτως  απαραίτητη για κάθε σινεφίλ.

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΞΑΝΘΑΚΗΣ 

Ζω και εργάζομαι στη νεοκλασική Ερμούπολη της Σύρου. Στη διδασκαλία των Φυσικών Επιστημών οφείλω το ζην, στο σινεμά το ευ ζην. Συμμετείχα στην δημιουργία κινηματογραφικής λέσχης στη Σύρο ,στη διοργάνωση του προγράμματος «ΠΑΜΕ ΣΙΝΕΜΑ» στα σχολεία των Κυκλάδων, συντάσσω την εβδομαδιαία κινηματογραφική σελίδα «Σινεπιλογές» στην Κυκλαδίτικη εφημερίδα «ΚΟΙΝΗ ΓΝΩΜΗ» και διαχειρίζομαι κινηματογραφικά ιστολόγια και ομάδες. Την εμβάθυνση μου στο σινεμά την οφείλω στους Γιάννη Μπακογιαννόπουλο και Βασίλη Ραφαηλίδη που με τα κείμενα τους με έμαθαν να απολαμβάνω τα έργα των κορυφαίων auteurs. Κινητήρια δύναμη μου  η ρήση του Αντρέ Μπαζέν: “Ο κινηματογράφος είναι ένα ανοικτό παράθυρο στον κόσμο”.  Αγαπημένη μου ταινία παραμένει πάντα η μυθική “La strada” του Φελίνι.

Δείτε επίσης του ιδίου:

ΟΙ 10 ΠΙΟ CULT ΤΑΙΝΙΕΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΙΝΕΜΑ