Από τη Ντίμη Θεοδωράκη

Θανάσης Αλευράς: “Στο θέατρο Τέχνης είχα δασκάλους τους μαθητές του Κουν, τον Μίμη Κουγιουμτζή, τον Γιώργο Λαζάνη, τη Ρένη Πιττακή. Εκεί μου αποκαλύφθηκε ένας κόσμος μαγικός, ο κόσμος του αρχαίου δράματος, ο κόσμος του Χατζηδάκι, ο κόσμος του Τσαρούχη, ο κόσμος του νεοελληνικού θεάτρου, γιατί το θέατρο Τέχνης είναι μια αναφορά στο νεοελληνικό θέατρο”.

 

Νομίζω πως δεν υπάρχει πιο όμορφη συγκυρία από το να κάνεις συνέντευξη μ’ έναν καλλιτέχνη την ώρα της προετοιμασίας του για την παράσταση. Ο λόγος για τον πολυτάλαντο performer-ηθοποιό-τραγουδιστή Θανάση Αλευρά που με φιλοξένησε στο καμαρίνι του, στο θέατρο Λαμπέτη, την ώρα της μεταμόρφωσής του σε Μαλάμω. Ο Θανάσης Αλευράς είναι αναμφισβήτητα, ακόμα και όταν τον συναντάς μακριά από τα φώτα της σκηνής, θέλω να πω ανιδιοτελώς (δανειζόμενη την ατάκα ενός τηλεοπτικού ρόλου του), ήχος και φως.

 

Θανάση, κέρδισες το βραβείο Χορν το 2008 για την παράσταση “Ήρωες”. Έχεις μιλήσει πολλές φορές γι’ αυτό, αλλά θα ήθελα να μοιραστείς μαζί μας τα συναισθήματα που ένιωσες τη στιγμή της ανακοίνωσης του ονόματός σου. Αυτή η βράβευση ενέτεινε το αίσθημα ότι πρέπει στο μέλλον ν’ αποδεικνύεις ακόμα περισσότερο την αξία σου ως ερμηνευτής;

Θανάσης Αλευράς: “Δεν μπορώ να ξεχάσω εκείνη την βραδιά. Ήταν τόσο συγκινητική η συμμετοχή και η παρουσία μου εκεί. Ευχόμουν πάρα πολύ να είμαι εγώ. Μάλιστα υπάρχει και μια ιστορία που λέω συχνά… Είχα πάει στο φουαγιέ του θεάτρου Χορν, εκεί υπάρχει μια προτομή του Χορν, και μίλαγα στο άγαλμα. Είχα πει, να το πάρω εγώ φέτος και από μένα ό,τι θέλεις! Ήθελα πολύ να το πάρω. Κι ενώ θεωρούσα ότι δεν είχα πολλές ελπίδες, με την έννοια ότι αυτό το βραβείο δεν είχε δοθεί ποτέ ξανά για κωμικό ρόλο σε σπονδυλωτή, σχεδόν επιθεωρησιακή, παράσταση όπως ήταν οι «Ήρωες», μόλις ανακοινώθηκε το όνομά μου συγκινήθηκα τόσο πολύ και πέρασε μέσα σε δευτερόλεπτα μπροστά απ’ τα μάτια μου όλη η μέχρι τότε ζωή μου στην Αθήνα. Γιατί πάντα ονειρευόμουν να φύγω από τα Γιάννενα για να κάνω θέατρο και από το 1998, που ήρθα στην Αθήνα, μέχρι τη βράβευση μετράμε δέκα χρόνια.

Το βραβείο ήταν ένα μπράβο, ένα εύσημο για όλο μου τον κόπο, όλη μου την πίστη. Και είναι λίγο σαν να σου λέει ότι θα σε παρακολουθούμε τι κάνεις από εδώ και πέρα. Επειδή όμως στο δίνει ο κόσμος του σιναφιού σου, αισθάνεσαι σαν να σου ανοίγει την αγκαλιά της η οικογένεια του θεάτρου και να σου λέει καλώς ήρθες! Ως επαμειβόμενο βραβείο ήταν επίσης μια σημαντική βοήθεια, καθώς τα 3.000 ευρώ ούτε ήταν ούτε είναι λίγα χρήματα για ένα νέο ηθοποιό. H αγωνία για το ποιο θα είναι το επόμενο σου βήμα, τι είναι αυτό που σε εκφράζει, υπάρχει, έχεις συνέχεια σκέψεις πάνω στη δουλειά. Την πέταξα γρήγορα από πάνω μου την αγωνία, γιατί ήξερα ότι στο τέλος θα κάνω αυτό που θέλω εγώ, ώστε να γνωρίσω εμένα. Την περίοδο που βραβεύτηκα έψαχνα  ακόμη τον εαυτό μου στη δουλειά, στο ρεπερτόριο, στο είδος του θεάτρου. Μετά απ’ το βραβείο έκανα μια μεγάλη βόλτα σε όλα τα είδη του θεάτρου”.

Σου άνοιξε δρόμους;

Μου άνοιξε δρόμους. Ήταν σαν ένα ωραίο χαρτί, πώς είναι το μεταπτυχιακό, ας πούμε, γιατί το πανεπιστήμιο είχα προλάβει και το είχα τελειώσει μόνος μου.

Φέτος σε βρίσκουμε στο θέατρο Λαμπέτη στην παράσταση «Το έπος της Μαλάμως». Πώς  επιλέξατε αυτό το έργο;

Μας επέλεξε το κείμενο, δεν το επιλέξαμε. Η Μαλάμω είναι ένα έργο που γράφτηκε από ένα σπουδαίο δικηγόρο κι ερασιτέχνη συγγραφέα. Ξεκίνησε να το γράφει από τα σχολικά του χρόνια. Είναι σίγουρα τριακονταετίας η πρώτη γραφή και μέσα στα χρόνια την εξέλιξε. Κάποια στιγμή βρεθήκαμε με τον Νίκο Χαρλαύτη σε μια κοινή παρέα, μου μίλησε για το έργο του και μου έδωσε να διαβάσω «Το έπος της Μαλάμως». Λόγω υποχρεώσεων κατάφερα να διαβάσω μόνο τις πρώτες πενήντα σελίδες. Το πρωτότυπο έργο, όχι η διασκευή, είναι μεγάλο, γύρω στις τριακόσιες σελίδες. Για περίπου ένα χρόνο ξεσκόνιζα το βιβλίο, του άλλαζα θέση μέσα στο σαλόνι, με την έννοια ότι ήθελα να το τελειώσω κάποια στιγμή και να πω τη γνώμη μου στον συγγραφέα, καθώς ο λόγος του είναι καταπληκτικός, έμμετρος δεκαπεντασύλλαβος με ρίμα, παράξενο έργο, πρωτότυπο με το οποίο γέλασα πολύ! Όταν ήρθε η Ελένη Κούρκουλα με τον Διονύση Παναγιωτάκη από τα Αθηναϊκά Θατρα και μου είπαν για τη σκέψη τους για το θέατρο Λαμπέτη, θυμήθηκα αυτό το έργο. Με την Ελένη Γκασούκα, την σκηνοθέτη, που είμαστε και φίλοι, το διαβάσαμε από την αρχή. Ενθουσιαστήκαμε όλοι, το φανταστήκαμε όλοι, μας άρεσε που είναι τόσο πειραγμένο και κουνημένο πράγμα και χωρίς πολλά-πολλά βρεθήκαμε με τη Μαλάμω στα χέρια μας, από μία ευτυχή συγκυρία.

Ποια στοιχεία της παράστασης σε ιντριγκάρουν;

Αρχικά με ιντριγκάρει ο λόγος. Ο συγγραφέας Νίκος Χαρλαύτης, ενώ κουβαλάει μέσα του και το χιούμορ του Μποστ και το σκωπτικό χιούμορ του σατιρικού ποιητή Σουρή, έχει το δικό του στίγμα, έχει εφεύρει λέξεις, είναι γλωσσοπλάστης.

Mε ιντριγκάρει φυσικά ο ίδιος ο ρόλος, το ότι παίζω ένα γυναικείο ρόλο, το ρόλο της Μαλάμως.

Μετά με  ιντριγκάρει που όλος ο θίασος είναι άντρες, είμαστε δώδεκα άντρες ηθοποιοί που παίζουμε όλους τους ρόλους.

Ποια είναι η «Μαλάμω»;

Το πρώτο επίπεδο του έργου είναι η ιστορία της Μαλάμως. Το δεύτερο επίπεδο είναι το ότι την παρομοιάζουμε με την Ελλάδα και μας αρέσει που είναι δισυπόστατη η ιστορία. Και δεν μιλάμε για μια απλή ιστορία, αλλά για το Έπος της Μαλάμως. Η Μαλάμω είναι μια κόρη κατάφορτης ομορφάδας, στην πρώτη της νιότη, αγνή, παρθένα και την βρίσκουμε στα τέλη της δεκαετίας του 1930 σε κάποιο απομονωμένο χωριό. Την θέλει όλο το χωριό. Η μαμά της όμως είναι ελευθερίων ηθών και τη ρετσινιά αυτή την έχει κολλήσει και η Μαλάμω, μόνο και μόνο από το κάλλος της. Εκείνη όμως το κομμάτι της ηθικής το έχει πολύ ψηλά και περιμένει να δώσει την παρθενιά της μόνο στο Θανάση, ένα αγόρι του χωριού. Αλλά ο Θανάσης, όπως όλοι, δεν την πιστεύει. Η αντίζηλη της Μαλάμως, η πλούσια εφοπλίστρια Λάμπω, τον απαγάγει, τον στέλνει σ’ ένα από τα καράβια της για ένα χρόνο για να στερηθεί τη γυναικεία παρουσία έτσι ώστε, όταν επιστρέψει στο χωριό, να θελήσει μόνο την ίδια και κάπως έτσι χάνονται ο Θανάσης και η Μαλάμω για να ξαναβρεθούν μετά από ένα κύκλο στο τέλος του έργου.

Στ’ αλήθεια, είναι μια απλή ιστορία. Το ενδιαφέρον είναι ο τρόπος που το δίνει ο σκηνοθέτης και κατά βάση ο συγγραφέας, καθώς το έργο αποτελεί μια ατέλειωτη σάτιρα σε πολλά επίπεδα, σάτιρα στην ελληνική επαρχία, σάτιρα στο κομμάτι της ηθικής, σάτιρα στο φωσκολικό δράμα-μελό που όλοι γνωρίζουμε και είναι στο DNA μας. Και ταυτόχρονα παραλληλίζεται με έμμεσο τρόπο η Μαλάμω με την χώρα μας, κόρη κατάφορτης ομορφάδας κι εκείνη, που και τις δύο θέλουν να τις ξεσκίσουν, ενώ αυτές προσπαθούν μέσα στα χρόνια να κρατήσουν την παρθενιά τους. Η διαφορά τους είναι, ότι η Μαλάμω την κρατάει μέχρι το τέλος, ενώ η Ελλάδα νομίζει ότι την διατηρεί, ενώ την έχει χάσει προ πολλού.

Η καταγωγή σου είναι από τα Ιωάννινα. Χρησιμοποίησες στοιχεία από την παράδοση του τόπου καταγωγής σου για να ερμηνεύσεις το ρόλο;

Ούτε καν το σκέφτηκα… Εικόνες έχω, ξέρω πώς είναι να πλένεις στο ποτάμι… Στο πρώτο μέρος της παράστασης παρακολουθούμε ένα βουκολικό δράμα. Φαντάζομαι ότι από την τράπεζα πληροφοριών μου όλα αυτά τα χρόνια, ως παιδί της επαρχίας, σίγουρα θα έχω χρησιμοποιήσει στοιχεία, αν και συνειδητά δεν το έκανα. Στα Γιάννενα μεγάλωσα. Αλλά μιας και κατάγεται η μητέρα μου από Ζαγοροχώρια, είχα πάντα μια επαφή με το χωριό. Στο δεύτερο μέρος του έργου έχουμε μια ανατροπή. Βλέπουμε την Μαλάμω να έχει έρθει στην πρωτεύουσα και έτσι συνεχίζεται η ιστορία της και η περιπέτειά της μέχρι να βρει τον αγαπημένο της στην Αθήνα.

Έχεις υπηρετήσει πολλά είδη θεάτρου και όχι μόνο. Τι άλλο έχει μείνει που θα ήθελες να δοκιμάσεις;

Θέλω να κάνω σινεμά. Δυο φορές που παραλίγο να γίνει κάτι δεν με άφησαν οι υποχρεώσεις μου, μάλλον δεν ήταν η ώρα μου. Θέλω να ξαναπαίξω στην Επίδαυρο. Θέλω ν’ ασχοληθώ αργότερα και με άλλα κείμενα. Δεν έχω βαρεθεί ούτε έχω αποκλείσει κάτι.

Ποιο από όσα έκανες στον επαγγελματικό σου βίο σου άρεσε λιγότερο και ίσως δεν θα το ξαναεπιχειρούσες;

Στ’ αλήθεια δεν είναι κάτι που δεν μου αρέσει σαν είδος. Το σημαντικό είναι η παρέα, η συνεργασία, η στιγμή. Και τη στιγμή που έκανα το κάθε τι, ήμουν εκεί εκατό τοις εκατό, γιατί δεν το είχα ξανακάνει. Ως ηθοποιός, που είμαι, μου αρέσουν όλα. Είναι η ψυχή μου τέτοια… του δεκαθλητή. Αν ήμουν αθλητής, δεν θα ήμουν των διακοσίων ή των εφτακοσίων μέτρων. Είναι και η ενέργεια και ψυχοδομή μου τέτοια, ενός δεκαθλητή.

Μου δίνεις ωραία πάσα για την επόμενη ερώτηση, επειδή γνωρίζουμε ότι έχεις ασχοληθεί με τον αθλητισμό. Στη ζωή σου θέλεις να είσαι ένας καλός αθλητής ή πρωταθλητής;  

Ωχ τώρα…

Σε δυσκολεύω;

Όχι δεν με δυσκολεύεις εσύ. Με δυσκολεύει η ηλικία. Στα τριάντα-εννιά σου χρόνια θέλεις να είσαι ένας καλός αθλητής, στον αθλητισμό είσαι άντε μέχρι τα τριάντα πρωταθλητής!

Στο θέατρο όμως δεν είναι έτσι.

Όχι, ευτυχώς είναι σύμμαχός μας ο χρόνος. Να σου πω, μου αρέσει να είμαι ένα καλός αθλητής, αλλά θέλω και το βάθρο. Αφού την κάνω που την κάνω την προπόνησή μου και κουράζομαι, γιατί να μην έχω και βελτίωση ρεκόρ, γιατί να μην δω και βάθρο, γιατί όχι; Οπότε πρωταθλητισμό θα σου πω.

Πόσες φορές έχει χτυπήσει η επαγγελματική αποτυχία την πόρτα σου; Πώς την αντιμετωπίζεις;

Αποτυχία είναι το να μην «βγαίνει» η παράσταση, να μην έρθει κόσμος να σε δει, να μην του αρέσεις ή να έχεις κακή συνεργασία. Μπορεί να με ρίχνει ψυχολογικά, αλλά στο δια ταύτα πρέπει να γίνει η δουλειά, οπότε λέω, προχωράμε στην επόμενη μέρα και φυσικά πάμε στην επόμενη δουλειά! Τις αποτυχίες μου τις μετράω ούτε στο δάχτυλο του ενός χεριού. Είμαι από τους ανθρώπους που είχα πολύ ευτυχείς συνεργασίες και μάλιστα μπορώ να πω σουξεδιάρικες συνεργασίες. Αν ήμουν τραγουδιστής, θα είχα αφήσει πολύ άνετα κάποια σουξεδάκια στη δισκογραφία, δεν υπονομεύω σε καμιά περίπτωση την καλλιτεχνική τους αξία, σίγουρα δύο-τρία τραγούδια επιτυχίες θα είχα. Μου έχουν τύχει τέτοια πράγματα ωραία!

Είσαι φιλόδοξος;

Είμαι, αλλά δεν θα τρελαθώ κιόλας. Δεν με κινεί μόνο η φιλοδοξία μου, είναι κι άλλα πράγματα. Έτσι κι αλλιώς τα όνειρά μου δεν τα μοιράζομαι, δεν τα επικοινωνώ, οπότε κανείς δεν ξέρει τι πραγματικά σκέφτομαι, γιατί έχω και το προφίλ του καλού παιδιού που είναι cool, που δεν ζητάει πολλά, δεν θέλει πολλά. Να σου πω κάτι; Γιατί να ξέρει ο άλλος τα πάντα για σένα; Επειδή είσαι ηθοποιός;

Ένας λόγος που με τις συνεντεύξεις αισθάνομαι χρόνια αμήχανος, είναι γιατί μας ρωτάτε πράγματα για όλα τα πεδία συνήθως και κάπως αισθάνομαι μέσα μου την ανάγκη να πω την αλήθεια και την άποψή μου για όλα. Μετά όμως σκέφτομαι, γιατί να πρέπει να ξέρει ο κόσμος πώς είμαι μέσα στο μυαλό μου και στην καρδιά μου; Και γιατί να μην φτάνει να βλέπει μόνο το έργο μου; Ο κόσμος μπορεί να θέλει να μαθαίνει πράγματα για ανθρώπους που αγαπάει, αλλά οι εποχές έχουν αλλάξει και δεν ξέρω αν εμπνέονται ακόμα από ανθρώπους οι άνθρωποι.

Είσαι ματαιόδοξος;

Όχι, δεν είμαι.

Λόγω των πολλών ταλέντων σου υπήρξες και είσαι το επίκεντρο στις παρέες;

Ναι, σε μια παρέα συνήθως αυτός που προβάλλεται, είναι αυτός που εκτίθεται, οπότε έχει ένα πρώτο λόγο πάντα. Χαίρονται οι άνθρωποι να τους λες ιστορίες για τη μαγική σου ζωή, που νομίζουν ότι κάνεις κάτι άλλο! Περιμένουν από σένα να τους πεις κάτι να γελάσουν, με αυτή την έννοια ναι, είσαι επίκεντρο. Βέβαια στη δική μου παρέα έχουμε πολλά κέντρα, μοιρασμένα, που αλλάζουν συνέχεια, γιατί είμαστε και φίλοι από τη δουλειά.

Συναναστρέφεσαι με άλλους ανθρώπους εκτός του καλλιτεχνικού χώρου;

Ως επί το πλείστον κάνω παρέα με συναδέλφους, αλλά έχω και αγαπημένους φίλους από άλλη δουλειά. Να ισορροπούμε λίγο, γιατί αλλιώς θ’ αποτρελαθούμε.

Δέχεσαι την κριτική των συναδέλφων σου και αντίστοιχα κάνεις εσύ εποικοδομητική κριτική σε συναδέλφους σου;

Όχι από όλους. Η γνώμη των ανθρώπων που εκτιμώ, μετράει πολύ. Δέχομαι την κριτική από εκείνους που έχουν την ίδια αισθητική μ’ εμένα για τα ίδια πράγματα. Θέλω ν’ αρέσει η δουλειά μου, αλλά ξέρω ότι αυτό δεν γίνεται σε όλους. Έχω την διαύγεια να φιλτράρω πια τα πράγματα και δεν πιστεύω ό, τι μου λένε. Αν κάτι δεν αρέσει, αλλά αρέσει σε μένα, θα μείνω στο ότι αυτό αρέσει σ’ εμένα. Προσωπικά κάνω κριτική πάντα καλοπροαίρετα, ακόμα κι αν κάτι δεν μου αρέσει καθόλου, και εφόσον με ρωτάνε, αλλιώς δεν θα πω τη γνώμη μου.

Είσαι επομένως διακριτικός;

Είμαι διακριτικός, γιατί κι εγώ δεν θέλω να μου λένε τη γνώμη τους, αν δεν τους ρωτήσω.

Είμαι περίεργη πώς είναι η μέρα σου, τόσο πολυπράγμων που είσαι, σου φτάνουν είκοσι-τέσσερις ώρες;

Μια μέρα από τις ενεργητικές μέρες, εννοείς! Γιατί υπάρχουν και μέρες που μπορώ να σηκωθώ, να φάω και να ξανακοιμηθώ και έτσι να έχει περάσει η μέρα. Δεν είναι όμως αυτή η μέρα που με χαρακτηρίζει! Μια μέρα αγαπημένη είναι το να σηκωθώ πολύ νωρίς, να πάω να τρέξω, να κάνω πράγματα για το σπίτι, να βγω έξω για φαγητό με κάποιο φίλο. Η μόνιμή μου κατάσταση είναι να είμαι συνέχεια σε κίνηση. Δεν μου αρέσει να κάθομαι. Βαριέμαι, με πιάνει στενοχώρια, αν δεν παράξω έργο μέσα στη μέρα, ανεξάρτητα αν αυτό θα είναι δουλειές του σπιτιού ή κάτι άλλο.

Έχεις πει ότι για κάποιο διάστημα δεν θέλω ν’ ασχοληθώ με το θέατρο;

Ναι, πέρσι. Έναν ολόκληρο χρόνο δεν δούλεψα καθόλου στο θέατρο, ήταν τεράστια χαρά, τεράστιο δώρο που μπόρεσα να δώσω στον εαυτό μου. Έκανα μόνο συναυλίες με τον Μιχάλη Χατζηγιάννη και περιοδεία στην Αμερική.

Θανάση, τι συμβαίνει όταν κάποιος πλησιάζει τα σαράντα;

Δεν συμβαίνουν και λίγα, Ντίμη. Αλλά εγώ ανά πενταετία περνάω κάτι κομβικές αλλαγές. Έχω δικό μου ρολόι να παθαίνω τις κρίσεις.

Είναι η μέση ηλικία, με αυτή την έννοια σε ρωτώ.

Ναι. Είσαι εδώ στου δρόμου τα μισά… έφτασε η ώρα να το πω… άλλα είναι εκείνα που αγαπώ… γι’ αλλού γι΄αλλού ξεκίνησα…

Όχι, είμαι χαρούμενος πολύ στα τριάντα-εννιά μου. Αυτό που μπορώ να σου πω ως καλό είναι ότι απαλλάσσεσαι από περιττές ανησυχίες και φόβους. Υπάρχει μια συνειδητοποίηση άλλου τύπου, αν έχεις κάνει βέβαια αυτή τη δουλειά, αλλιώς αν δεν την έχεις κάνει, όσο μεγαλώνεις, θα σε τρώει η μαρμάγκα. Επειδή εγώ έχω επενδύσει όμως πολύ στο να είμαι ήρεμος και ήσυχος, επειδή δεν ήμουν ήσυχος στην πρώτη μου νιότη, τώρα το απολαμβάνω. Φροντίζω το σώμα μου, έχω την ενέργειά μου, έχω την φυσική μου κατάσταση, οπότε μόνο ωραία τα βλέπω τα σαράντα που χτυπάνε την πόρτα να τους ανοίξω. Θα τους ανοίξω και θα τα υποδεχθώ. Αισθάνομαι μεγαλύτερη ησυχία μέσα μου. Έχω πετάξει πολύ σκουπίδι που κουβαλούσα και δεν χρειαζόμουν. Κατά τα άλλα, με το χρόνο έχω μια σχέση άχρονη,  η ψυχή μου είναι βασικά μεταξύ δέκα-δεκαπέντε ετών, αν και κάποιες στιγμές αγγίζει και του εβδομηντάρη.

Αν μια δουλειά σου αρέσει, μπορείς να κάνεις έκπτωση στην ποιότητα της συνεργασίας σου, ή η ποιότητα μιας συνεργασίας είναι για σένα το πρώτιστο;

Τη συνεργασία θες, θες να περάσεις και ωραία! Αλλά, αν είναι μια δουλειά που δεν θέλω να τη χάσω με τίποτα, εγώ θα βρω τον τρόπο να είμαι καλά, αν φυσικά ξέρω γιατί το κάνω.

Έχεις μελλοντικά σχέδια;                                                         

Όχι, τώρα έχουμε τη Μαλάμω μας, που είναι μερικών ημερών, να την μεγαλώσουμε, να την στείλουμε σχολείο… Είμαστε πολύ αφοσιωμένοι σ’ αυτό, από το καλοκαίρι δουλεύουμε πάνω στο κείμενο, στη φόρμα, μας πήρε πολύ καιρό να το φτιάξουμε, οπότε όχι ακόμα, μόνο Μαλάμω.

 

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Νίκου Χαρλαύτη

ΤΟ ΕΠΟΣ…

ΤΗΣ ΜΑΛΑΜΩΣ

Βουκολοτραγωδία

Μετ’ασμάτων και ποικίλων

ξεσπασμάτων…

Σκηνοθεσία Ελένη Γκασούκα

Από τις 20 Οκτωβρίου στο θέατρο Λαμπέτη

 

Τα Αθηναϊκά Θέατρα παρουσιάζουν την βουκολοτραγωδία του Νίκου Χαρλαύτη «Το έπος… της Μαλάμως» σε σκηνοθεσία Ελένης Γκασούκα, με τον Θανάση Αλευρά, από τις 20 Οκτωβρίου, στο θέατρο Λαμπέτη.

Ακολουθεί το δελτίο Τύπου της παράστασης:

Ετούτο το Δελτίο Τύπου, φως ίσως ρίξει «στο…περίπου»,

σε κάτι που καλείται «Βουκολοτραγωδία».

Κάτω απ΄της μυστήριας λέξης τον μανδύα,

υποβόσκει θέαμα, που δεν εντάσσεται σε είδος,

αφού εξιστορεί τα δεινά,  ” αγάμου – εξ επαρχίας – κορασίδος,

μαζί και της πατρίδος.

Και τα δύο τούτα θηλυκά, πάση θυσία,

μες του έρωτα την ανταρσία,

ζητούν να κρατούν την παρθενία, εντός τους άσβεστη λυχνία.

Υπάρχει όμως διαφορά και αυτό μας αφορά!

Η μία την κρατά για να την παραδώσει, σ΄αυτόν που μόνο αγάπησε

και πάντοτε προσμένει,

ενώ η άλλη, που νομίζει πως την διατηρεί,

την έχει πολλαπλώς, από καιρό, χαμένη…

 

Τελικά, στη σκηνή του «Λαμπέτη» θα φανεί,

εάν το έργον «…της Μαλάμως», είναι κωμωδία,

μιούζικαλ, επιθεώρηση, ή δακρυπηγαίο δράμα,

εφ΄όσον όλα τούτα συνυπάρχουν και γίνοντ’ ένα πράμα,

καταπώς στη ζωή συμβαίνει…

Τι άραγε τους θεατές να περιμένει;

Η Μαλάμω πάντως, προς τη δόξα, κατά κει τραβά…

Μες το δικό της το χαβά, και παρόλα τα στραβά,

όπως η Ελλάς, διόλου δεν ξαποσταίνει,

μένει υπέρλαμπρη, ζηλευτή και λατρεμένη.

Εξόχως ξαναμμένη,

όλους σας αναμένει, από τις 20 Οκτώβρη,

μήπως κι επιτέλους το ’βρει…

 

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Κείμενο: Νίκος Χαρλαύτης

Σκηνοθεσία: Ελένη Γκασούκα

Μουσική: Θέμης Καραμουρατίδης

Σκηνικά: Κωνσταντίνος Ζαμάνης

Κοστούμια: Νίκος Χαρλαύτης

Σχεδιασμός φωτισμών: Σάκης Μπιρμπίλης

Κίνηση: Ελένη Γκασούκα

Χορογραφίες: Χρυσάνθη Μπαδέκα

Βοηθός σκηνοθέτη: Γιώργος Σουλεϊμάν

 

Στο ρόλο της Μαλάμως ο Θανάσης Αλευράς

ΠΑΙΖΟΥΝ:

Κώστας Ανταλόπουλος, Μπάμπης Γαλιατσάτος, Αργύρης Γκαγκάνης, Κωνσταντίνος Καϊκής, Jerome Kaluta, Κωνσταντίνος Μαγκλάρας, Πάνος Νάτσης, Χάρης Χιώτης, Παντελής Αρουσαλίδης, Νίκος Καραγιαννίδης, Κωνσταντίνος Σακκάς.

Ημέρες & Ώρες Παραστάσεων:

Τετάρτη, Κυριακή: 20:00

Πέμπτη & Παρασκευή: 21:00

Σάββατο: 18:00 & 21:00

Εισιτήρια: Από 15 ευρώ, www.ticket365.gr και στο:  211 1000.365

 Θέατρο : ΛΑΜΠΕΤΗ

Τηλέφωνο : 210 6457086

Παραγωγή: ΑΘΗΝΑΪΚΑ ΘΕΑΤΡΑ

 Διεύθυνση Marketing & Επικοινωνίας: Ελίνα Λαζαρίδου

Γραφείο Τύπου : Ελένη Κ. Μαγγίνα