Από τον Γιώργο Ξανθάκη

Όλοι οι σινεφίλ έχουν νοιώσει αυτό το περίεργο συναίσθημα  όταν κάποιος δεν έχει ακούσει για μια ταινία που αυτοί αγαπούν ή όταν αυτή δεν έχει πάρει τη θέση που της αξίζει στην ιστορία των έργων τέχνης .Άλλωστε η  ιστορία του κινηματογράφου είναι πλούσια σε ξεχασμένα και παραμελημένα αριστουργήματα  που έχουν αγνοηθεί αδικαιολόγητα ενώ θα έπρεπε να είναι ευρύτερα γνωστά και αναγνωρισμένα.Οι λάτρεις του σινεμά που έχουν δει και ξαναδεί όλα τα καθιερωμένα κινηματογραφικά έργα,που συμπεριλαμβάνονται στις αμέτρητες λίστες αξιολόγησης, μένουν πολλές φορές έκπληκτοι όταν ανακαλύπτουν το μεγαλείο άγνωστων ή άδικα υποτιμημένων ταινιών. Συνήθως  πρόκειται για έργα άσημων δημιουργών που όμως έκαναν μια εξαιρετική ταινία και μετά εξαφανίστηκαν ή έργα γνωστών σκηνοθετών που ήταν μπροστά από την εποχή τους και δεν έγιναν κατανοητά ή ατυχώς έμειναν στη σκιά των μεγάλων επιτυχιών τους. Αυτή είναι η κατηγορία των  ταινιών που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «κρυμμένα κινηματογραφικά διαμάντια».  

 

‘Le Trou'(1960) του Jacques Becker

Ο κλασικιστής Jacques Becker

Ο Jacques Becker (πατέρας του επίσης σκηνοθέτη Jean Becker) δεν ήταν μέλος της γαλλικής  «nouvelle vague», μιας ομάδας που περιφρονούσε σχεδόν όλους τους προγενέστερους δημιουργούς, αλλά  οι νεαροί θεωρητικοί και σκηνοθέτες της  έτρεφαν για αυτόν μεγάλη εκτίμηση. Η καριέρα του ξεκίνησε από τη δεκαετία του 1930 ως βοηθός του Renoir και έκανε σχετικά λίγες δικές του ταινίες, μερικές από τις οποίες αξίζουν να χαρακτηριστούν ως αριστουργήματα. Τέτοια είναι το κλασικό μελόδραμα  «Casque D’Or»(1952), το φιλμ-νουάρ «Touchez Pas Au Grisbi» (1954), και η ιστορία των φυλακών «Le Trou» (1960). Η τελευταία, που κυκλοφόρησε δίπλα στα νεωτεριστικά «Χωρίς ανάσα» του Godard   και τα“ 400 χτυπήματα” του Τruffaut, σηματοδοτεί την ύστατη  ανθοφορία του γαλλικού κλασικισμού, ενταγμένη στην  «παράδοση της ποιότητας». Και ενώ είναι μια ταινία που βασίζεται σε αληθινή ιστορία, ακολουθώντας τις επιταγές του είδους σχεδόν σε κάθε βήμα, κάνει τις συμβάσεις αυτές να λάμπουν με νέα ζωή και νόημα. Η προφανής σύγκριση γίνεται με την άλλη  μεγάλη ταινία απόδρασης «Ένας καταδικασμένος σε θάνατο απέδρασε» του Robert Bresson, που κυκλοφόρησε λίγα χρόνια νωρίτερα, αλλά οι δύο ταινίες δεν θα μπορούσαν να είναι πιο διαφορετικές. Ο Becker βρίσκεται στον αντίθετο πόλο από την αφαιρετικότητα  του Bresson, καθώς η αισθητική της ταινίας του έχει τις ρίζες του στην αμεσότητα, στο σκυρόδεμα, στον άνθρωπο.

Ο Jean Pierre Melville γράφοντας στο «Cahiers du Cinema» το 1960, θεωρούσε το «Le Trou» την σημαντικότερη γαλλική ταινία όλων των εποχών. Ο Truffaut στο «The Films in My Life», έγραψε: «Ο Becker ήταν ο πιο στοχαστικός σκηνοθέτης της γενιάς του και ο πιο σχολαστικός, ο ίδιος έθετε στον εαυτό του τα περισσότερα ερωτήματα» Και τέλος, ο Bertrand Tavernier , θεωρούσε τον Becker δάσκαλο  του. Κρίμα που δεν γνώρισε ποτέ αυτά τα αφιερώματα, καθώς ο Becker πέθανε λίγο πριν από την προβολή του κύκνειου άσματος του, που παρά τα επαινετικά σχόλια των κριτικών αγνοήθηκε από το κοινό και ακόμη και σήμερα παραμένει ανεξήγητα παραγνωρισμένη.

Η θριαμβευτική επιστροφή του Jailbreak ClassicLe Trou

Από το 1867 που λειτούργησε η διαβόητη φυλακή «La Santé» στο Παρίσι χιλιάδες άνθρωποι εγκλωβίστηκαν και πολλοί εκτελέστηκαν με  γκιλοτίνα, μια πρακτική που εγκαταλείφθηκε όταν καταργήθηκε  η θανατική ποινή το 1981. Μόνο τρεις κατάφεραν να  δραπετεύσουν. Το φιλμ ‘Le Trou’, διαδραματίζεται στην «La Santé»  και αποτέλεσε την τελευταία ταινία και το magnum opus του σημαντικού Γάλλου σκηνοθέτη Jacques Becker. Ο Becker συνέγραψε το σενάριο με τον Jean Aurel και τον José Giovanni, συγγραφέα του ομώνυμου μυθιστορήματος, που όπως αποκαλύφθηκε ήταν τμήμα της αυτοβιογραφίας του.

Η ταινία ξεκινά με ένα έξυπνο και λειτουργικό εύρημα: ο  Roland  ,που συμμετείχε στην αληθινή ιστορία ,αυτοσυστήνεται πιστοποιώντας την αληθοφάνεια της ταινίας. Η πλοκή είναι απλή, και αυτό είναι το μόνο απλό πράγμα σε αυτή την ταινία. Τέσσερις άνδρες, κρατούμενοι της «La Santé», αναμένοντας τις δίκες τους για σοβαρές κατηγορίες, είναι αποφασισμένοι να ξεφύγουν πριν καταδικαστούν. Ο Roland ένας από τους τέσσερις, έχει καταφέρει να αποδράσει από τη φυλακή στο παρελθόν και οι άλλοι τρεις, ο Manu, ο Monsignor και ο Geo τον εμπιστεύονται για να το πετύχει ξανά. Το σχεδιάζουν επί μήνες και είναι έτοιμοι να το εφαρμόσουν, όταν απροσδόκητα ένας νεοεισερχόμενος τοποθετείται στο ήδη γεμάτο στο κελί τους. Ο Gaspard, ένας πλούσιος, καλοαναθρεμμένος και ευειδής νεαρός  έχει κατηγορηθεί για απόπειρα δολοφονίας από τη σύζυγό του, μια κατηγορία που ο ίδιος αρνείται. Παρ ‘όλα αυτά, οι άλλοι τον πείθουν ότι η κατηγορία είναι σοβαρή και σίγουρα θα τιμωρηθεί για τουλάχιστον 10 έως 20 χρόνια. Το δίλημμα τους: Μπορούν να εμπιστευθούν αυτόν τον νεοφερμένο ή μήπως δεν έχουν άλλη επιλογή;

Στην πορεία παρακολουθούμε την τυποποιημένη σειρά από γνωστές ταινίες απόδρασης, όπως η πρώτη αβέβαιη πράξη του ανοίγματος μια τρύπας στο δάπεδο του κελιού, στη συνέχεια την ανίχνευση μια διαδρομής διαφυγής μέσα από τα σκοτεινά και περιστρεφόμενα περάσματα των υπόγειων διαδρόμων και υπονόμων. Είναι εντυπωσιακό ότι όλοι οι συντελεστές του φιλμ έχουν κάνει μια τέτοια μελετημένη, επιδέξια δουλειά τεκμηριώνοντας τις λεπτομέρειες αυτής της ακολουθίας με τέτοια λαμπρή ακρίβεια και πειστικότητα που ο θεατής βυθίζεται γρήγορα στην περιπέτεια και αισθάνεται να συμμετέχει σε αυτήν. Για παράδειγμα, το έργο του ανοίγματος της τρύπας μέσα από το τσιμεντένιο πάτωμα δεν είναι μια απλή διαδικασία που απεικονίζεται με λίγα γρήγορα πλάνα. Για σχεδόν τέσσερα λεπτά (που μοιάζουν ατελείωτες ώρες) στέκουμε με τα μάτια καρφωμένα στο τσιμέντο που αντιστέκεται  και κρατάμε την ανάσα μας. Ένας από τους άνδρες παρακολουθεί τους φρουρούς με αυτοσχέδιο περισκόπιο  – κατασκευασμένο από οδοντόβουρτσα, καθρέφτη και νήμα – που φαίνεται έτοιμο να τους προδώσει σε κάθε ώθηση του. Οι σιδερένιες πόρτες και οι κλειδαριές ανοίγονται στο σκοτάδι φωτισμένες από το τρεμάμενο φως ενός κεριού. Ο Becker χρησιμοποιεί την τεχνική των κοντινών λήψεων με μεγάλη επιτυχία. Τα πρόσωπα και τα χέρια που εργάζονται με επιμέλεια και επιδεξιότητα  εκφράζοντας τον συντροφικό μόχθο.

Η επαφή του θεατή με τον κόπο και την αγωνία των κρατουμένων είναι άμεση, τόσο που κάποιος μπορεί συχνά να περιμένει το δικό του μέτωπο να λουστεί με ζεστό ή κρύο ιδρώτα. Οι ηθοποιοί, όλοι ερασιτέχνες μέχρι τότε, παίζουν τους ρόλους τους με τόσο απλή, φυσική δύναμη που γίνονται όχι μόνο τολμηροί τυχοδιώκτες αλλά συνδέονται και με βαθιά συντροφικότητα. Ο Jean Keraudy και ο Philippe Leroy είναι οι ατρόμητοι ηγέτες της ομάδας. Ο Raymond Meunier και ο Michael Constantin είναι ο γελωτοποιός και ο σκληρός γκάνγκστερ αντίστοιχα. Και ο Mark Michel είναι ο καλοαναθρεμμένος νεαρός που επωμίζεται τον  δύσκολο ρόλο να γίνει αποδεκτός στους λούμπεν συγκρατούμενους του και πρέπει να φέρει το κύριο βάρος μιας ειρωνικής συστροφής του συγκλονιστικού  φινάλε. Υπάρχει μια αδιόρατη εκλεκτική συγγένεια του φιλμ με την επίσης κλασική «Μεγάλη χίμαιρα» του Renoir, στην οποία  ο Becker ήταν βοηθός σκηνοθέτη  .Ο διευθυντής της φυλακής δείχνει ιδιαίτερη συμπάθεια στον αστό Gaspard (όπως ο Γερμανός διοικητής με τον αριστοκράτη Γάλλο αξιωματικό), που γίνεται άμεσα αντιληπτή από τους φύλακες. Είναι λόγω της αστικής καταγωγής και των ευγενικών τρόπων του  ή λόγω μιας κρυφής ερωτικής έλξης ή μήπως και τα δυο μαζί;

Λίγο πριν το ανατρεπτικό φινάλε υπάρχει μια αξέχαστη σκηνή ανθολογίας: δυο από τους κρατούμενους έχουν αποστολή ανίχνευσης της διαδρομής της απόδρασης. Καταφέρνουν να βρουν την έξοδο, μέσα από τους υπονόμους, στην κεντρική λεωφόρο. Ξημερώνει και ήδη αναπνέουν λίγο αέρα ελευθερίας βλέποντας από μακριά την σκληρή φυλακή. Πρέπει να επιστρέψουν πίσω πριν γίνουν αντιληπτοί. Στον έρημο δρόμο περνά ένα άδειο ταξί που οδηγεί στην ελευθερία. Το δίλημμα είναι μοιραίο: το παίρνουν και διαφεύγουν  με αυτό προδίδοντας τους άλλους τρεις  ή επιστρέφουν πίσω ρισκάροντας μια πιθανή αποτυχία;

Ο  Becker οργανώνει ένα αριστοτεχνικό παιχνίδι πίστης και καχυποψίας, και η αγωνία δημιουργείται αργά και προσεκτικά, μέσα από λεπτομερώς αντιληπτές φυσικές λεπτομέρειες και χαρακτηρολογικές ιδιορρυθμίες. Χρησιμοποιεί την αγωνιώδη πλοκή ως πρόσχημα για να κάνει μια οξύτατη κοινωνιολογική ανάλυση, μεταμορφώνοντας  αυτό το τελευταίο του έργο σε μια έξυπνη ,φορτισμένη και συναρπαστική ταινία, αποχαιρετώντας όλους τους σινεφίλ ανά τον κόσμο με ένα ουμανιστικό αριστούργημα.

Δείτε επίσης του ιδίου:

https://fermouart.gr/2018/11/04/halloween2018-david-gordon-green/

Κριτική: «Bohemian Rhapsody» (2018) του Bryan Singer