Με αφορμή τη θεατρική παράσταση «ΚΑΘΕ ΤΡΙΤΗ ΜΕ ΤΟΝ ΜΟΡΙ»
η οποία συνεχίζεται με μεγάλη επιτυχία στο Θέατρο Ιλίσια-Βολανάκης
από Τετάρτη μέχρι και Κυριακή


#Παρουσίαση-#ΑποκλειστικήΣυνέντευξη:
Βίκη Κουτρή

Είδα πριν λίγες ημέρες τη θεατρική παράσταση «ΚΑΘΕ ΤΡΙΤΗ ΜΕ ΤΟΝ ΜΟΡΙ» στο Θέατρο Ιλίσια-Βολανάκης με πρωταγωνιστές τον Γρηγόρη Βαλτινό στο ρόλο του Καθηγητή Κοινωνιολογίας (Μόρι) και τον Γιάννη Σαρακατσάνη στο ρόλο του μαθητή του (Μιτς), σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη/Γρηγόρη Bαλτινού. Το έργο είναι διασκευή του best seller(αληθινή ιστορία) των Jeffrey Hatcher & Mitch Albom.

…Όταν μία σχέση είναι αληθινή, ξεπερνάει τα όρια του χρόνου…

Συγκράτησα την ατάκα αυτή η οποία είναι απόσπασμα από το θεατρικό έργο γιατί θεωρώ ότι μέσα της κρύβει μια μεγάλη δυναμική και εκφράζει απόλυτα την συγκεκριμένη ιστορία που περιγράφεται και κατατίθεται ενώπιον μας. Πρόκειται για μία σπουδαία παράσταση που μεταφέρει την ισχυρή συμπόρευση δύο διαφορετικών ανθρώπων, ενός καθηγητή και του μαθητή του οι οποίοι -αν και η σχέση τους ξεκίνησε στα αμφιθεατρικά έδρανα ενός Πανεπιστημίου- κατάφεραν να την κρατήσουν ζωντανή παρόλο που χάθηκαν για πολλά χρόνια. Ένα γεγονός τους ξαναφέρνει κοντά και από εκεί ξεκινά μία καταπληκτική διαδρομή με συνοδοιπόρους τις ίδιες τις ψυχές τους.
Δημιουργούν μαζί ένα «status quo» που ξεπερνάει το γνωστικό κομμάτι καθηγητή-μαθητή και ξετυλίγει μία σημαντική και καθόλα αμφίδρομη επικοινωνία δύο ανθρώπων, η οποία δρα καταλυτικά στιγματίζοντας και διαμορφώνοντας τους χαρακτήρες τους.
Στις διαφορετικές πορείες τους που περιγράφονται γλαφυρά επί σκηνής, υπήρξαν αδιέξοδα μονοπάτια τα οποία λειτούργησαν ως ερευνητές «συχνοτήτων» και οδήγησαν στο να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες και οι κώδικες ταύτισης στη δημιουργίας μιας βαθιάς προσωπικής σχέσης ως συνέχεια της αγνής φιλίας τους.
Πόσο εύκολο είναι να λειτουργήσει καταλυτικά ένας καθηγητής, ενεργώντας πάντα με διορατικό τρόπο ξέροντας ότι από την άλλη πλευρά ο μαθητής του θα τον βρει συμπαραστάτη, παιδαγωγό και σύμβουλο; Πόσο δύσκολο είναι ένας μαθητής να επαναδιαπραγματεύεται τα σημάδια των καιρών και να αντιδράει στα κοινωνικά «κλισέ» ώστε να γίνει, εν τέλει ο ουσιαστικός συνοδοιπόρος του δάσκαλου του; Ανάμεσα τους δεν υπήρχε διαφορετικότητα ή μειονεκτικότητα. Η διαπροσωπική τους σχέση βασίστηκε στην εποικοδομητικά ψυχική επικοινωνία τους και έχοντας συλλάβει τα πιο ισχυρά «φίλτρα» της αναγνωρίζουν την προσφορά του ενός για τον άλλον. Τα ψυχοσυναισθηματικά φαινόμενα, τους ώθησαν στο να επηρεάσουν θετικά ο μεν τον δε. Εμείς οι θεατές παρακολουθώντας την παράσταση νιώθουμε να κυκλοφορούμε ανάμεσα τους, να ζυγίζουμε τα συναισθήματα και τις λέξεις τους, να βιώνουμε τις στιγμές τους και να ανατρέχουμε μέσα από τις διαφορετικές σκηνές που μας προσφέρουν να ανανεώνουμε μνήμες και θύμισες, συνειδητοποιώντας τα ακριβή συστατικά που λείπουν από τον εγγύτερο κόσμο που μας περιβάλλει.
Καταπληκτικός ο Γρηγόρης Βαλτινός σε όλες τις θεατρικές επιδόσεις του. Τον απολαμβάνουμε να γελάει, να μιλάει, να κλαίει, να διδάσκει και να χορεύει υπέροχα εκείνο τον μοναχικό χορό του. Επίσης εξαιρετικός είναι και ο ταλαντούχος Γιάννης Σαρακατσάνης ο οποίος εκφράζει με την θεατρική άνεση και την δροσιά του, τον ρόλο του μαθητή δίνοντας ξεκάθαρα τα δικά του μηνύματα προς όλους εμάς τους θεατές.
Οι ερμηνείες και των δύο ωθούν σε παραδείγματα για να ακολουθήσουμε, πρότυπα για να ταυτιστούμε, ήθος για να αποδεχθούμε, φιλικότητα για να εμπιστευτούμε, κατανόηση για να εμπνευστούμε και ιδανικά για να διασώσουμε. Και όλα αυτά χωρίς την κατάργηση ρόλων και ορίων.
Τα σκηνικά είναι άψογα. Το ίδιο ισχύει για τα κοστούμια, τις μουσικές επιλογές και τον φωτισμό. Θα ήθελα επίσης να μοιραστώ μαζί σας και το τι συνέβη στο τέλος της παράστασης. Εκτός των ασταμάτητων χειροκροτημάτων και των ανασηκωμένων θεατών, είδα άντρες να… κλαίνε. Τελικά η χαρά και η λύπη είναι μια σταγόνα δρόμος. Κι εδώ θα επαναλάβω το μικρό απόσπασμα που παράθεσα στην αρχή.

Όταν μία σχέση είναι αληθινή, ξεπερνάει τα όρια του χρόνου…
Μία εξαιρετική παράσταση που δεν πρέπει να χάσετε.

Ο Γρηγόρης Βαλτινός εκτός από καλός ηθοποιός είναι και εξαιρετικός συζητητής. Πριν να συναντηθούμε έλαβα ένα sms από τον ίδιο ο οποίος μου ζητούσε να του θέσω «δύσκολες» ερωτήσεις. Όταν συναντηθήκαμε για την συνέντευξη την απόλαυσα καθ’ όλη την διάρκειά της. Διαβάζοντας την κι εσείς θα διαπιστώσετε ότι μιλάει εφ’ όλης της ύλης λέγοντας πράγματα με αφοπλιστική ειλικρίνεια και «έξω από τα δόντια». Αποκλειστικά για το περιοδικό μας.

– Στην θεατρική παράσταση υποδύεστε έναν καθηγητή Κοινωνιολογίας τον Μόρι, ο οποίος ανέπτυξε μια βαθιά και εποικοδομητική αμφίδρομη σχέση ζωής με τον μαθητή του τον Μιτς. Τι μηνύματα μεταφέρει ο Μόρι και γιατί;
Μεταφέρει γνώση. Όταν κάποιος θέλει να μεταδώσει «κάτι» στις επόμενες γενιές τότε υπάρχει ένας ουσιαστικός λόγος ο οποίος δεν εμπεριέχει μόνο προσωπική ματαιοδοξία ή ναρκισσισμό ή μία υπεράσπιση κάποιων κοινωνικών ή πολιτικών θέσεων που ο ίδιος κατέχει για την κοινωνία. Είναι υποχρέωση κάθε φιλότιμης ψυχής να μεταδώσει την εμπειρία της έτσι ώστε να την επεκτείνει, να τη διασώσει η κάθε επόμενη γενιά. Όπως έκανε ο Μόρι. Αυτό όμως συμβαίνει από υπερβολική προστατευτικότατα για να μη περάσει η επόμενη γενιά από το μονοπάτι του πόνου.
Η γνώση πάντα περνάει από τον πόνο. Ας ανατρέξουμε στο μεγαλύτερο έργο της ανθρωπότητας που είναι ο Οιδίπους Τύραννος. Ο Σοφοκλής τι λέει μέσα από αυτό; Μας λέει ότι κάθε τι που βλέπουμε μπορεί να είναι εικονικό. Ενδεχομένως να μην είναι η αλήθεια και να πρέπει εμείς να βγάλουμε τα μάτια μας προκειμένου να μπορέσουμε να δούμε καλύτερα το μέσα «φως» που υπάρχει. Ο Οιδίποδας το περνάει αυτό με πολύ πόνο. Ουσιαστικά γίνεται ένα παίγνιο στα χέρια των Θεών και φτάνει στη γνώση μέσα από τον πόνο. Σ’ όλη λοιπόν την ιστορία της ανθρωπότητας η γνώση γεννιέται μέσα από πόνο.

-Πέραν της επαγγελματικής του ιδιότητας ο Μόρι λειτουργεί κατά κάποιο τρόπο σαν γονιός για τον μαθητή του;

Ο άνθρωπος έχοντας αυτόν τον αρχέγονο φόβο για τα παιδιά του θέλει να αφαιρέσει λίγο πόνο από τις επόμενες γενιές. Γι’ αυτό και έχει μία τάση να διδάσκει και να συμβουλεύει. Να μεταδίδει τις γνώσεις του για να γλιτώσουν πόνο οι επόμενοι. Κατ’ αυτόν τον τρόπο πράττουμε και σαν γονείς. Και εσείς που έχετε ένα παιδί και εγώ που έχω δύο και όλοι όσοι έχουν παιδιά. Εκείνο που λέω στα δικά μου παλικάρια είναι πως ό, τι κι αν τους πω αισθάνομαι ότι έχω υποχρέωση να τους το πω. Και σαν γονιός και σαν κοινωνικό ον. Όταν βλέπω μεγάλη αντίδραση λέω: «θέλετε να το μάθετε μόνοι σας; Αυτό είναι το μονοπάτι, πηγαίνετε να το πατήσετε αφού δεν θέλετε να σας δώσω τίποτα έτοιμο». Εν μέρει το εκτιμώ, ανεξάρτητα αν με τρομάζει σαν γονιό γιατί ξέρω ότι κάποια στιγμή το παιδί μου μπορεί να μάθει αυτό που του είπα  με πόνο και με απώλειες. Μπορεί όμως να το μάθει καλύτερα από το να του το δώσω εγώ έτοιμο και μασημένο σαν βρεφική κρεμούλα.
Ο Μόρι τα λέει όλα μέσα στο έργο. Κάποια στιγμή του λέει ο Μιτς: «γιατί μιλάς έτσι για τους νέους. Δεν τους αγαπάς»; Και απαντάει ο Μόρι: «τους λατρεύω. Γι’ αυτό τους έχω μελετήσει τόσο πολύ».
Τα παιδιά μας τα έχουν τρελάνει. Δεν τα αφήνουν να σκεφτούν. Να διαβάσουν, να μελετήσουν και να επικοινωνήσουν ουσιαστικά. Καμία σοφία. Μία ολόκληρη γενιά βαδίζει «τυφλή» κάθε μέρα στη ζωή, κοιτώντας μία οθόνη ή και δύο ενίοτε.

-Γιατί επιλέξατε να υποδυθείτε τον ρόλο του Μόρι;
Στον Μόρι τα είδα όλα. Είδα αυτά που έχω μαζέψει από τη ζωή. Είδα αυτά που έχω μαζέψει από το θέατρο. Είδα αυτά που έχω μαζέψει σαν γονιός. Αυτά που έχω μαζέψει σαν πολιτικό ον. Σαν μέλος μιας κοινωνίας ανθρώπων. Και πίστεψα -τώρα που έχω ακόμα μία ορμή είτε σαν πολιτικό ον είτε σαν καλλιτέχνης- ότι ήρθε η ώρα να πω στον κόσμο αυτό που λέει και ο ποιητής Σεφέρης για την τέχνη μας: «καὶ τὴν τέχνη μας τὴ στολίσαμε τόσο πολὺ ποὺ φαγώθηκε ἀπὸ τὰ μαλάματα τὸ πρόσωπό της κι εἶναι καιρὸς νὰ ποῦμε τὰ λιγοστά μας λόγια γιατί ἡ ψυχή μας αὔριο κάνει πανιά».
Έτσι λοιπόν με όλες αυτές τις ιδιότητες, αν θέλετε και με την ιδιότητα του δασκάλου, που την αποκτάμε άτυπα λόγω ηλικίας και εμπειρίας πια στο θέατρο και στη ζωή, έκανα αυτή την επιλογή στο πρόσωπο του Μόρι όταν κατάλαβα ότι αντί να δώσω μία συνέντευξη θα μπορούσα να κάνω μία παράσταση που να είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα. Είτε για τα δικά μου τα παιδιά, είτε για τα παιδιά του κόσμου που κι αυτά είναι δικά μου παιδιά, είτε σαν «σούμα» για εμένα τον ίδιο. Έναν απολογισμό του τι έχω μαζέψει μέχρι τώρα. Ξέρετε, είναι πολύ σημαντικό να το κάνει αυτό κάποιος σε ένα «μπλοκάκι» μέσα του.

– Συνεργάζεστε με τον ταλαντούχο Γιάννη Σαρακατσάνη ο οποίος ανήκει στη νέα γενιά ηθοποιών. Πως χαρακτηρίζετε την σύμπραξη αυτή;
Ο Γιάννης είναι σπουδαίος άνθρωπος. Είναι καταρχάς μια χρυσή ψυχή. Ένα πανέξυπνο άτομο και πολύ ταλαντούχο. Είναι πολυσχιδής. Γράφει, σκηνοθετεί, παίζει. Έχει μία σφαιρική αντίληψη αυτής της τέχνης. Είμαι και εγώ των ιδίων δραστηριοτήτων. Στην θεατρική σκηνή τα έχω κάνει όλα. Από το να φτιάχνω σκηνικά, να καρφώνω μέχρι και να παίζω, να σκηνοθετώ, να γράφω και να διορθώνω κείμενα. Αυτό μου αρέσει. Ο Γιάννης, μου είναι απόλυτα συμβατός. Τον έχω αγαπήσει και είναι από τους ανθρώπους που έχω ξεχωρίσει στο θέατρο. Θέλω να βρίσκομαι μαζί του. Είναι η παρέα μου. Είναι αυτό που καμιά φορά το κύκλωμα λέει «έλα μωρέ εντάξει, μέσα στα κυκλώματα είστε». Ο Γιάννης είναι το κύκλωμα μου και εγώ πάντα σε αυτή την ατάκα απαντώ ότι «όλοι προσπαθούν να βρουν την παρέα τους, είτε στη ζωή είτε στη δουλειά». Δηλαδή να βρουν τους μόνιμους, τους συμβατούς συνεργάτες. Εκείνους με τους οποίους δουλεύουν δημιουργικά. Αυτό κατά την άποψη μου δεν είναι κύκλωμα. Είναι συνεργασία και όλοι προσπαθούν να κάνουν την ομάδα τους. Ο Γιάννης λοιπόν είναι ένα σπουδαίο άτομο που θα ήθελα να ξαναβρεθώ μαζί του στη θεατρική σκηνή.

-Παρακολουθώντας τη θεατρική σας παράσταση -και χωρίς να υπάρχει καμία ταύτιση- ένιωσα συνειρμικά να αναπνέω λίγο από τον «αέρα» της κινηματογραφικής ταινίας «Ο κύκλος των χαμένων ποιητών» με τον αξέχαστο Ρόμπιν Ουίλιαμς. Θεωρείτε ότι το δικό σας θεατρικό έργο και η εκβάθυνσή του, είναι ένας «νέος κύκλος χαμένων συναισθημάτων» που θα προσφέρουν «διδαχή» στο ελληνικό νεανικό κοινό (και όχι μόνο) και γιατί;
Δεν το είχα σκεφτεί, αλλά ισχύει. Είναι καταπληκτική η επικοινωνία που έχουν οι άνθρωποι με εκείνο το έργο, με εκείνον τον δάσκαλο.
Στο δικό μας θέατρο είναι αλήθεια ότι έρχονται νέα παιδιά. Είναι η μόνη παράσταση που τα βλέπω να φεύγουν συγκινημένα, απορροφημένα από αυτό που είδαν και μου κάνει τρομερή εντύπωση. Εκεί συνειδητοποιώ ότι τελικά το θέατρο είναι μία πρωταρχική ανθρώπινη ανάγκη και δεν θα πεθάνει ποτέ. Γιατί δεν είναι μόνο ζωή. Είναι το «σχόλιο» στη ζωή. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι και ένα «εργαστήρι» αλήθειας. Στο θέατρο δεν έχεις πρόβλημα να πεις τα πράγματα με το όνομά τους γιατί έχεις το άλλοθι της τέχνης και με αφορμή ότι όλο αυτό είναι «δήθεν» μία κατασκευή και ένα ψέμα, στην ουσία λες τις μεγαλύτερες αλήθειες.

-Είναι «σπουδή» το θέατρο;
Ναι, το θέατρο είναι σπουδή μέχρι και την τελευταία ημέρα που θα πεθάνεις. Μαθαίνεις. Έχει ακριβώς την ίδια λειτουργία με τη ζωή. Αφαιρείς… Στη ζωή όσο μεγαλώνουμε αφαιρούμε. Βγάζουμε τις γιρλάντες, βγάζουμε τα στολίδια, βγάζουμε κάθε τι μπαρόκ. Βγάζουμε υποκριτικά τσαλίμια, ναρκισσιστικές προσεγγίσεις και συμπεριφορές και φτάνουμε σε μία αφαίρεση. Στο τέλος βλέπουμε ένα μεγάλο ηθοποιό -και σε ηλικία και σε εμπειρία- και νομίζουμε ότι δεν παίζει, ότι μόνο μιλάει. Για μένα αυτό είναι η απόλυτη υποκριτική.

-Η έναρξη της επαγγελματικής σας πορείας ήταν το 1980. Χρονολογικά προλάβατε να συνεργαστείτε με τους μεγάλους πρωταγωνιστές της περιόδου εκείνης (ενδεικτικά αναφέρω Βουγιουκλάκη, Αλεξανδράκη, Καρέζη, Καζάκο, Μερκούρη, Πλωρίτη, Γαληνέα, Φυσσούν). Ποιος από όλους ήταν ο δικός σας «Μόρι», που σας ενέπνευσε και που συνετέλεσε δυναμικά με την παρουσία του στην εξέλιξη της μετέπειτα επιτυχημένης πορεία σας;
Όλοι με ενέπνευσαν. Κοιτάξτε, το να είναι κάποιος «κάτι» στο χώρο του δεν γίνεται τυχαία και χωρίς υπόβαθρο, χωρίς δηλαδή προσωπική δουλειά, χωρίς αξία και χωρίς ταλέντο. Είτε αυτός ο χώρος είναι τέχνη, είτε επιχείρηση, είτε επιστήμη, είτε κατασκευή πχ να φτιάχνει πράγματα όπως παπούτσια. Όλοι όσοι αναφέρατε είναι πραγματικά η Ιστορία του Ελληνικού Θεάτρου. Είναι λάθος να επιλέξεις έναν ενώ μπορείς να επιλέξεις στοιχεία από όλους. Αυτό έκανα πάντα. Με αυτούς τους ανθρώπους δουλεύαμε, κάναμε παρέα, πηγαίναμε εκδρομές και τρώγαμε μαζί τα βράδια. Είχαμε ατελείωτες συζητήσεις. Με τον Μάριο Πλωρίτη τρώγαμε κάθε βράδυ, νύχτες ολόκληρες και μιλούσαμε για τα πάντα. Για την πολιτική, για το άρθρο που έγραψε την προηγούμενη ημέρα στο ΒΗΜΑ, για τις μεταφραστικές απαιτήσεις και που πρέπει να δώσουμε την προσοχή μας, για τις περιοδείες του θεάτρου, για την υποκριτική και για τους σκηνοθέτες. Τι να διαλέξω και τι να σας πρωτοπώ. Εκείνο που είχα την ευλογία να κάνω ήταν να συγχρονιστώ με όλους αυτούς τους ανθρώπους. Και να παίρνω πράγματα. Ακόμα και όταν ήμουν μικρός μέσα στις παρέες μου -εκτός από αυτές της ίδιας ηλικίας με εμένα, για να μη χάνω και τη παιδικότητα μου- είχα πάντα και έναν μεγαλύτερο άνθρωπο κοντά μου. Ήταν από όλα τα κοινωνικά στρώματα. Από απλούς εργάτες μέχρι μεγάλες κυρίες, φιλενάδες της μητέρας μου, λαϊκές γυναίκες μέχρι δασκάλους και καθηγητές. Από όλους «αγόραζα». Δεν «πουλούσα»  τίποτα. Άκουγα, μάθαινα, κρατούσα «σεντούκια». Γι’ αυτό δεν έχω ένα πρότυπο. Έχω πολλά.

-Θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας κάποια ανάμνησή σας ή κάποιο περιστατικό που έχετε συγκρατήσει έντονα στην μνήμη σας και είναι σχετικό με τα ονόματα που ανέφερα στην προηγούμενη ερώτηση μου;
Δεν θα ξεχάσω ποτέ μία ημέρα που ήμουν πάρα πολύ άσχημα και κατάλαβα πόσο φιλοφίλη είναι η Αλίκη. Πόσο δηλαδή είναι υπέρ της φιλίας και πόσο πολύ δίνεται στους φίλους της. Ήξερε ότι ήμουν πολύ άσχημα ψυχολογικά για διάφορους λόγους (προσωπικούς, οικογενειακούς, επαγγελματικούς) και είχα μία πολύ άσχημη βραδιά. Εκείνη με πήρε τέσσερις το πρωί για να με αναγκάσει να πάω από το σπίτι της. Αυτό δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Με έπαιρνε λοιπόν τηλέφωνο και ενώ της έλεγα ότι δεν μπορώ να πάω γιατί δεν ήμουν πολύ καλά, με ξαναπήρε και με ξαναπήρε και με ξαναπήρε, μέχρι που με πίεσε τόσο πολύ που τελικά πήγα. Και πραγματικά μου έκανε πολύ καλό. Εκεί κατάλαβα το πως πρέπει να είναι κάποιος που πραγματικά θέλει να σταθεί δίπλα σου και να σε βοηθήσει. Όχι ένα «εντάξει, θα περάσουνε, μη τα σκέφτεσαι». Επέμενε η Αλίκη στο τηλέφωνο: «Έλα εδώ βρε, έλα εδώ, έλα από το σπίτι τώρα. Αν δεν έρθεις δε θα σου μιλάω αύριο. Έλα! Τώρα!».

-Το 2000 ερμηνεύσατε τον Οιδίποδα Τύραννο του Σοφοκλή με το Εθνικό Θέατρο, στο Κολοσσαίο της Ρώμης. Αυτό ήταν κάτι πρωτοποριακό για την ιστορία του. Πώς νιώσατε αυτήν την τεράστια επιτυχία; Ήταν αυτό το γεγονός «σταθμός» στην καριέρα σας;
Ναι ήταν «σταθμός». Ο Οιδίποδας ήταν ένα από τα έργα που είχα δουλέψει και στη σχολή. Το είχαμε παρουσιάσει και σε παράσταση και ήταν, αν θέλετε το έργο που ουσιαστικά με οδήγησε στο θέατρο. Βλέποντας τον Οιδίποδα τύραννο με τον Κατράκη τότε ήταν που είπα: «θέλω να κάνω αυτή την τέχνη για να ασχολούμαι με αυτόν τον λόγο, με αυτήν την ποίηση και με αυτά τα έργα. Εμένα ο ιδανικός πνευματικός και ψυχικός μου χώρος είναι αυτός. Θέλω να είναι η δουλειά αυτή που θα με συντηρεί, θα με εμπνέει και θα μου δίνει χαρά και ευτυχία». Και ήρθε η στιγμή 20 χρόνια μετά, να ερμηνεύσω αυτόν τον ρόλο σε μία τόσο μεγάλη έκταση. Εγκαινιάσαμε το Κολοσσαίο της Ρώμης. Μάλιστα είχαμε παρά πολλές αντιδράσεις από τους Ιταλούς. Διαμαρτυρήθηκαν που έδωσαν στο Υπουργείο Πολιτισμού το Κολοσσαίο δηλαδή σε μία ξένη χώρα και όχι σ’ αυτούς. Τους καταλαβαίνω. Το πήγαμε και σε όλη την Αμερική, στη Νέα Υόρκη παίξαμε στο κέντρο. Μετά πήγαμε σε όλη την Λατινική Αμερική και στην Κροατία. Τέλος πήγαμε περιοδεία σε όλη την Ελλάδα. Είχα την απόλυτη εκμετάλλευση αυτού του ρόλου και τον έπαιξα περισσότερο από κάθε άλλη περιοδεύουσα παράσταση. Έπαιξα τον Οιδίποδα 60 φορές! Και ακόμη δεν τον έχω χορτάσει. Όμως υπάρχει και άλλος ένας ρόλος που θα ήθελα να ξαναπαίξω εκτός του Οιδίποδα. Είναι ο Βιολιστής στη Στέγη.

-Έχετε ερμηνεύσει αρχαίο δράμα, κωμωδία, πρόζα, επιθεώρηση, μιούζικαλ, έχετε αφηγηθεί μεγάλα έργα, έχετε τραγουδήσει όπερα, έχετε πρωταγωνιστήσει σε πολλές τηλεοπτικές σειρές, έχετε πάρει διακρίσεις κλασικού και σύγχρονου ρεπερτορίου και είστε και σκηνοθέτης. Όλα με επιτυχία. Ποιο είναι το «μαγικό» φίλτρο, το μυστικό δλδ που μετουσιώνει έναν ηθοποιό να χειρίζεται επάξια τις διαφορετικές εκδοχές της τέχνη του;
Συμφέρει γιατί είναι ένας μισθός όλα αυτά (γέλια). Ε τίποτα, τρώω μια κουταλιά μέλι κάθε πρωί (γέλια). Είναι η σφαιρική αγάπη που έχω για την τέχνη. Πάντα έτσι την αντιμετώπιζα ακόμα και όταν ήμουν νέος ηθοποιός και σκηνοθετούσε ένας πεπειραμένος σκηνοθέτης. Εγώ τον «ρούφαγα» και αν θέλετε, η ματιά μου φρόντιζα να είναι από την μεριά του. Και διαβάζοντας πολλή θεωρία. Επίσης κάποια στιγμή έκανα και την απόδοση σε πολλά θεατρικά κείμενα, έγραψα στίχους σε έργα και μουσικές. Διότι πρέπει να ξέρετε ότι είτε ενσυνείδητα είτε ασυνείδητα πιστεύω ότι όταν παίζω και σκηνοθετώ, ακούω μουσική μέσα μου. Έχω μουσικά χρώματα μέσα στο μυαλό μου. Εν ολίγοις λειτουργώ με νότες.

-Κεφάλαιο τηλεόραση: έχετε βιώσει και τα δύο είδη της. Ιδιωτική και Δημόσια. Χρήζει αξιοποίησης σήμερα βάσει των νέων δεδομένων;
Βεβαίως και χρήζει. Η τηλεόραση είναι το δυνατότερο μέσο που έχουμε. Και τώρα την φτάνουν και τα social media. Το ίντερνετ με όλα αυτά τα site, έχουν την ίδια δύναμη και διάδραση στους ανθρώπους. Εξακολουθεί όμως να έχει ένα πολύ μεγάλο ποσοστό θεατών και να παραμένει το πιο δυνατό μέσον. Τη σέβομαι, την αγαπώ γι’ αυτό και την κρίνω αυστηρά. Η τηλεόραση είναι πάντα η εικόνα ενός κράτους. Από τη στιγμή που το κράτος είναι παντελώς ανύπαρκτο τότε είναι κι αυτή ένα δημόσιο μπ@@ρδέλο. Τα κοριτσάκια περνάνε στα ριάλιτι με τα κιλοτάκια τους όπως παλαιότερα όταν διαλύθηκε η Ρωσία και τότε στα μπαρ έλεγαν “Προσεχώς Ρωσίδες”. Τώρα κοντεύουμε να λέμε “Προσεχώς Ελληνίδες”. Χρησιμοποιούν την τηλεόραση σαν ένα μέσον σεξουαλικής προβολής και αρκετές κοπέλες περνάνε και στο «επάγγελμα» μετά. Παραμένει όμως ένα δυνατό μέσον με όλη αυτήν την ξεφτίλα με τα σωματικά ριάλιτι  («δείξε μου το μπροστινό σου», «δείξε μου το πίσω σου», «άνοιξε λίγο το σουτιέν να δούμε το βυζί αν είναι αληθινό ή ψεύτικο») και βλέπουμε μετά τα κοριτσάκια να κάνουνε καριέρα και να γίνονται μοντέλα. Να βρίσκουν το κότερο, τον πλούσιο γαμπρό και την Μύκονο μαζί με μία καλή αμοιβή. Όλα λοιπόν αυτά τα κοριτσάκια αν είχαν ένα «Μόρι» δεν θα τον εκτιμούσαν. Γιατί πολύ απλά δεν θα ήταν ο στόχος τους. Στόχο έχουν το να δουν τον καλό γαμπρό στην Μύκονο και να αποκατασταθούν όσο πιο εύκολα γίνεται και χωρίς κόπο, χωρίς γνώση, χωρίς μόρφωση, χωρίς τίποτα. Ξέρω μία μεγάλη μερίδα που ασχολείται μόνο με αυτό. Τα κοριτσάκια λοιπόν βλέπουν κάποιες από αυτές τις κοπέλες να κυριαρχούν στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και στα social media. Όταν όμως πέφτει η δημοτικότητα τους φροντίζουν να πέσει κάτω και το εσώρουχο και την άλλη μέρα ήδη θα τα έχουν φωτογραφήσει… Σαφέστατα είναι και αυτό ένα επάγγελμα και τους επαγγελματίες τους σέβομαι. Από εκεί και πέρα είναι εξαιρετικά επικίνδυνα όλα αυτά γιατί μία κοπέλα με λιγότερο μυαλό θα έλεγε: «Α, να ένας ωραίος τρόπος να πάω μπροστά. Να σκαρφαλώσω και εγώ στο κότερο και να δείχνω το μαγιό μου στην Μύκονο όλο το καλοκαίρι και να «σκαλώσω» και σε κανένα καλό γαμπρό ή να «σκαλώσω» σε κανέναν καλό γκόμενο να μου πάρει σπίτι και σπορ αυτοκίνητο». Φτάσαμε στο σημείο να λένε με θράσος: «ναι, βεβαίως και σπίτια μου πήραν και αυτοκίνητα μου πήραν…».
Το ξέρουμε όλοι ότι η τηλεόραση διαπαιδαγωγεί. Είτε θετικά είτε αρνητικά. Φτάσαμε όμως στο σημείο να διαπαιδαγωγεί και να εκπαιδεύει κορίτσια που ενδεχομένως στη συνέχεια να οδηγούνται στο «αρχαιότερο» επάγγελμα. Ας μην είμαστε όμως απόλυτοι. Δεν μιλάμε ούτε για όλα τα κοριτσάκια, ούτε για όλες τις εκπομπές αλλά ούτε και για όλους τους πολιτικούς. Μιλάμε για μια γενικότερη τάση η οποία καθορίζει τη ζωή μας και την αισθητική μας. Δυστυχώς η εξαίρεση είναι πάντα η μειοψηφία και συνήθως δεν έχει μεγάλη δύναμη ώστε να διορθώσει τα πράγματα.

-Εξ όσων γνωρίζω, λατρεύετε τα βιβλία. Είναι ο κάθε ρόλος «βιβλίο» στην παγκοσμιοποιημένη ζωή μας;
Θα ήθελα πράγματι να ξαναγυρίσουμε στη μυθοπλασία, στη λογοτεχνία. Θα ήθελα να περάσει όλη αυτή η περίοδος με τα κιλοτάκια και τα μαγειρέματα και να δοθεί λίγος χρόνος και σε άλλα πράγματα. Η στεναχώρια μου είναι ότι πρέπει να διαβάζω εκατό θεατρικά το χρόνο και δε μου μένει χρόνος για άλλα βιβλία. Όταν όμως ξεκλέβω χρόνο και διαβάζω… ανοίγει το μυαλό μου!

-Σε μία πρόσφατη συνέντευξή σας είπατε ότι «την αλήθεια την ψάχνουμε στο Θέατρο και όχι στο Κοινοβούλιο». Πιστεύετε ότι θα υπάρξουν ρόλοι στο μέλλον που να φωτογραφίζουν «ηγέτες» του σήμερα; Υπάρχουν ηγέτες σήμερα;
Έχουμε πολιτικό έλλειμμα γιατί είμαστε μία τριτοκοσμική χώρα και δεν μπορούν να «ανθίσουν» ηγέτες. Οι πολιτικοί που ανεβαίνουν στην εξουσία και ειδικά στην Ελλάδα είναι υπάλληλοι του Συστήματος. Ανεβαίνουν για να τελέσουν ένα πρόγραμμα. Πιθανότατα να τους δίνεται και αυτή η υπόσχεση πριν από τις εκλογές. «Βοηθήστε με να ανέβω και εγώ θα εφαρμόσω το πρόγραμμα σας, θα σας κάνω τα χατίρια». Άρα για ποιους πολιτικούς ηγέτες μιλάμε; Εδώ έφτασε η παρούσα κυβέρνηση να καταστρέψει όλη τη συμπάθεια που είχαμε για τα προοδευτικά κινήματα του κόσμου. Οι άνθρωποι ακούνε Αριστερά στην Ελλάδα και το βάζουν στα πόδια. Για ποιους ηγέτες λοιπόν να μιλήσουμε; Εκτός και αν θεωρούμε μεγάλο ηγέτη, το μεγαλύτερο λαμόγιο από τα υπόλοιπα.

-Αυτοσχεδιάστε μία όμορφη πρόταση για να κλείσουμε με αυτήν.
«Η αγάπη είναι η μόνη λογική πράξη και δεν υπάρχει σκοπός όταν αγαπάς. Το να αγαπάς είναι ο σκοπός».
Δανείστηκα αυτή τη φράση από τον Μόρι γιατί με αντιπροσωπεύει απόλυτα. Αν υπήρχε λίγο φιλότιμο αγάπης μέσα μας, λίγο περίσσευμα, λίγο απόθεμα αγάπης, πιθανότατα οι άνθρωποι άλλα και οι «αγριάνθρωποι» (αυτοί που έχουν συγκεντρώσει τα δύο τρίτα του παγκόσμιου πλούτου) αυτού του πλανήτη, αν πραγματικά είχαν λίγο φιλότιμο και λίγη αγάπη μέσα τους, πιθανότατα να μην ήταν και τόσο άπληστοι. Γιατί ξεκινούν πολλές συμφορές από αυτό. Πολλές… Πιστέψτε με. Φτώχια, λιμοί, αρρώστιες, τρομοκρατία, πόλεμοι, οργισμένες αντιδράσεις του λαού, ψυχικά νοσήματα, ερωτική δυστυχία ανάμεσα στα ζευγάρια που δεν μπορούν να χαρούν την αγάπη τους, τον έρωτά τους. Τα νέα παιδιά δεν μπορούν να κάνουν οικογένεια και απογόνους γιατί δεν μπορούν να συντηρήσουν τα παιδιά τους. Και όλα αυτά γιατί το «γάλα» των παιδιών τους έχει γίνει «χρυσάφι» στα χέρια κάποιου ή κάποιων. Και αγριεύει περισσότερο ο κόσμος αντί να ηρεμεί. Εμείς ζήσαμε πιο αθώα, τα παιδιά μας όμως θα ζήσουν χειρότερα…

-Ειλικρινά σας ευχαριστώ
Κι εγώ σας ευχαριστώ και θα σας παρακαλούσα όλα όσα είπα να τα βάλετε ατόφια ακριβώς όπως σας τα είπα.

 

“ΚΑΘΕ ΤΡΙΤΗ ΜΕ ΤΟΝ ΜΟΡΙ”
των Jeffrey Hatcher & Mitch Albom

Τετάρτη στις 19:15 Λαἵκή,
Πέμπτη στις 21:15,
Παρασκευή στις 21:15,
Σάββατο στις 18:15 και 21:15,
Κυριακή στις 19:15

Διάρκεια: 120’

Θέατρο ΙΛΙΣΙΑ ΒΟΛΑΝΑΚΗΣ
Παπαδιαμαντοπούλου & Βασιλίσσης Σοφίας
(μετρό Μέγαρο Μουσικής)

 

 

 


Πρωταγωνιστούν:

Γρηγόρης Βαλτινός
Γιάννης Σαρακατσάνης


Ταυτότητα Παράστασης:

Αρχική Μετάφραση: Ζαφείρης ΧαϊτίδηςΑπόδοση: Νικορέστης Χανιωτάκης / Γρηγόρης Βαλτινός
Σκηνοθεσία: Νικορέστης Χανιωτάκης
Σκηνικά: Γιάννης Μουρίκης
Κοστούμια: Γιώργος Σεγρεδάκης
Φωτισμοί: Νίκος Βλασσόπουλος
Φωτογραφίες Παράστασης: Αγγελική Κοκκοβέ
Διεύθυνση Παραγωγής: Μελίνα Καραβά
Παραγωγή: Θέασις Δράσεις Πολιτισμού

Εισιτήρια:
Τετάρτη (λαϊκή απογευματινή): 15 ευρώ
Πέμπτη και Παρασκευή: 18 ευρώ,
Σάββατο (απογευματινή):  15 ευρώ,
Σάββατο (βραδινή) 18 ευρώ,
Κυριακή: 18 ευρώ.

Φοιτητικό (όλες τις ημέρες): 12 ευρώ.

Κρατήσεις: 210 7223010 (10:00 – 13:00 & 17:00 – 21:00)

Parking με 50% έκπτωση (Παπαδιαμαντοπούλου 26 & Μιχαλακοπούλου – Αδαμόπουλος)


ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ:
www.theatroilisia.gr

Facebook: https://www.facebook.com/theatroilisia/

Instagram: https://www.instagram.com/theatroilisia/

Trailer: https://www.youtube.com/watch?v=BeFMjbJ4G8I&feature=youtu.be

ΠΡΟΠΩΛΗΣΗ: https://www.viva.gr/tickets/theater/theatro-ilisia-volanakis/kathe-triti-me-ton-mori/


Φωτογραφίες:
Βίκη Κουτρή
Φωτογραφίες παράστασης: Αγγελική Κοκκοβέ