ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΑΝΚΟΡ ΤΗΣ ΠΕΛΑΣ ΣΟΥΛΤΑΤΟΥ

«Ανκόρ»: το πρώτο μυθιστόρημα, αλλά και δεύτερο βιβλίο της συγγραφέως, κοινωνιολόγου και αρθρογράφου Πέλης Σουλτάτου ( εκδόσεων Καστανιώτης).

Έχει προηγηθεί το 2013 η συλλογή διηγημάτων “Τα φώτα στο βάθος” με το ψευδώνυμο Niemands Rose.

«Ανκόρ» : στα γαλλικά “Εncore” που σημαίνει “ακόμα”, στην μουσική αποθέωση, για τη συγγραφέα ωστόσο,που δυσκολεύτηκε αρκετά να βρει τίτλο ταιριαστό, είναι το μπιζάρισμα στο τέλος μιας συναυλίας, όταν όλοι οι συντελεστές φεύγουν από τη σκηνή κι εμείς τους καλούμε με το χειροκρότημα να μας πουν…ακόμα λίγα τραγούδια..

Εμπνευσμένος τελικά από μία φράση : ” Είμαστε, όλοι εμείς οι θνητοί σ’ ένα λουνα- παρκ και θέλουμε ακόμα λίγο μαμά” ..για όλα αυτά που μας αρέσουν και θέλουμε να κρατήσουν ακόμα λίγο…

Η βραδιά της παρουσίασης, στο Polis Art Cafe, την Πέμπτη 11 Φλεβάρη ξεκίνησε με την ηθοποιό Χριστίνα Λυκοτσέτα να ερμηνεύει σχεδόν, το απόσπασμα από το οπισθόφυλλο του βιβλίου παρασύροντάς μας σε μια παραμυθένια ατμόσφαιρα.. “Ο κηπουρός και η αδέσποτη γάτα, ο Αμούρ και η Σουίτι, ο καουμπόι και η Φράου, η γυναίκα με το πι και ο άντρας με το γιώτα, το ξωτικό του δάσους κι ο ασπρομάλλης με τα άφιλτρα, ο μπαρμπέρης, το τζιτζίκι και η ζωγράφος, ο ερωτευμένος κύριος καθηγητής, το νυχτοπούλι κι ο μαχαιροβγάλτης, η αδελφή με την ηπειρώτικη προφορά, το αηδονάκι με το ρουμάνικο τραγούδι και ο ηλικιωμένος με τους καταρράκτες, το χλομό πρόσωπο, ο μετανάστης από το Μπαγκλαντές. Κι ένας αόρατος βιολιστής. Μπόνους τρακ ο νεκροθάφτης Σοπενχάουερ, που συνοδεύει τον υπέργηρο ναζί στην τελευταία του κατοικία. Ένας ανομοιογενής θίασος από αφανείς ήρωες συμβιώνει στο δυστοπικό οικοσύστημα της ασθένειας και του τραύματος, συντροφιά με αδέσποτα ζώα, χρυσόψαρα, πεταλούδες, πουλιά, γάντια που χειρονομούν, ασανσέρ μαλωμένα με κάδους, καρέκλες που θέλουν να δραπετεύσουν. Όψεις της προσωπικής ιστορίας του καθενός αποκαλύπτονται μέσα από τη σχέση με τον άλλο, σε αλλεπάλληλα ντουέτα, συνθέτοντας ένα ασπρόμαυρο μουσικό παραμύθι με στοιχεία μαγικού ρεαλισμού, όπου το κακό δεν μπορεί παρά να ηττηθεί.

Το βιβλίο παρουσίασαν: ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Μηνάς Βιντιάδης και ο αναπληρωτής καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Δημήτρης Χριστόπουλος. Ο Μηνάς Βιντιάδης με τρόπο σύντομο, άμεσο και περιεκτικό μας κέντρισε το ενδιαφέρον για το βιβλίο κάνοντας χρήση και των τριών ιδιοτήτων του. Ως αναγνώστης μας ξενάγησε σ’ ένα πρωτότυπο μυθιστόρημα,πολιτικό με ιδιαίτερο τρόπο, όπου ο χώρος είναι “αντι-χώρος” , οι ήρωες είναι “αντι-ήρωες”… και τα αντικείμενα, αποκτούν κι αυτά έναν αργό ζωντανό ρόλο. Ως αναγνώστης που ένιωσε ταυτόχρονα και σαν θεατής κινηματογραφικής ταινίας μας ζωντάνεψε εικόνες από έναν αόρατο “θίασο” ανώνυμων κι αδύναμων (αντι-ήρωες) που συναντιούνται όλοι μαζί σ ένα νοσοκομείο( αντι-χώρος) και αλληλεπιδρούν, ερωτεύονται, φοβούνται και γίνονται τελικά ένα, όταν η απειλή είναι τέτοια που θίγει τις αξίες, την περηφάνια, την καθημερινότητα,την ελευθερία.. Ως συγγραφέας “ζήλεψε” και ως δημοσιογράφος …είχε φυλάξει για το τέλος έναν Άσσο στο μανίκι του…

Ο δεύτερος παρουσιαστής Δημήτρης Χριστόπουλος εστίασε περισσότερο στην πολιτική πτυχή αυτού το βιβλίου,δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην αμφισημία/παραλληλισμός του αγώνα ενάντια στον βιολογικό θάνατο και ενάντια στο φασισμό, την ενσάρκωση του «πολιτικού θανάτου», ένας αγώνας μόνιμος, μη πεπερασμένος με αδιάγνωστη έκβαση. «Ένα ακονισμένο βιβλίο, που δίνει την αίσθηση θεατρικού, βγαλμένο μέσα απ΄την οδύνη και τα αδιέξοδα των ημερών μας, που συμπυκνώνει σε λίγες κουβέντες των ηρώων του, το τι πραγματικά παίζεται και αναδύονται έτσι, οι μεγάλες πολιτικές διακυβεύσεις.» είπε. Και το μικρόφωνο πάλι στο Μηνά Βιντιάδη: «Θέλατε να φτιάξετε ένα παραμύθι που διερευνά τα δίπολα: ζωή-θάνατος, έρωτας-μίσος, υγεία-ασθένεια, φασισμός- αντιφασισμός, σας δυσκόλεψαν αυτά τα δίπολα;»ρώτησε ο Μηνάς Βιντιάδης.

Πέλα Σουλτάτου: «Το βιβλίο δεν προέκυψε από διαδικασία σκέψης, έγγραφα, πειραματιζόμουν… σημειώσεις… ιατρικοί φάκελοι… μια εικόνα που έμελλε να ξεδιπλωθεί σε μυθιστόρημα… Δεν δυσκολεύτηκα να κινηθώ στα δίπολα διότι σ’ αυτή την εποχή στρατευόμαστε, καλούμαστε και πρέπει να παίρνουμε θέση… και οι θέσεις αυτές είναι ενδεχόμενα, αμοιβαίως αποκλειόμενα. Το νοσοκομείο είναι σαν τεντωμένο σκοινί που ακροβατούν οι ήρωες σ’ αυτή την πάλη».

Απ’ αυτή την τελευταία αυτή φράση της, πιάστηκε ο δημοσιογράφος: «Ένα τεντωμένο σκοινί, απ΄τη μία ο φασισμός ,απ΄την άλλη εμείς… πιστεύετε λοιπόν στο απόλυτο; Άσπρο-μαύρο;».

«Ναι άσπρο-μαύρο σ’ αυτή την περίπτωση, κινούμαστε σε τέτοιες περιόδους που πρέπει να επιλέγουμε» απάντησε χωρίς υπεκφυγές η συγγραφέας.

Κλείνοντας ο Μηνάς Βιντιάδης μοιράστηκε μαζί μας μια φράση της συγγραφέως από ένα άρθρο της: «Η ασθένεια αποτελεί πιθανότητα του ανθρώπινου βίου, η ανημποριά όμως δεν θα πρέπει να υπάρχει ούτε σαν ενδεχόμενο. Μέλημα του κράτους το πώς θα διαχειριστεί την αρρώστια» και εντόπισε ότι στο βιβλίο απουσιάζει παντελώς η διοίκηση του νοσοκομείου…

«Δεν μας χρειάζεται!!! το βιβλίο δεν έχει τίποτα περιττό!» απάντησε αμέσως η συγγραφέας.

Συνοψίζοντας λοιπόν… ένα παραμύθι για μεγάλους… ένα άχρονο μυθιστόρημα, όπου η Ελλάδα είναι ένα νοσοκομείο, οι Έλληνες αντι-ήρωες, ο ναζισμός απειλή, και απουσιάζει οποιασδήποτε μορφής διοίκηση.!! Ένα ζεστό χειροκρότημα από την γεμάτη αίθουσα… και η ουρά για αυτόγραφα που δεν άργησε καθόλου…