Μοναχικά Χριστούγεννα 

Περπατούσε αργά σταθερά, με τα χεριά στις τσέπες του παλτού της. Έμοιαζε κάτι να ψάχνει, κάτι να περιμένει, περπατούσε και κοιτούσε. Γύρω της βιαστικοί διαβάτες με τα τελευταία ψώνια της στιγμής. Ψηλά στα μπαλκόνια κάθε λογής φωτάκια αναβόσβηναν, αλλού περίτεχνα, λίγα ή πολλά ή καθόλου. Ψεύτικα ή φυσικά δεντράκια κατάφορτα στολίδια που δεν έκαναν καμία διάκριση στο βλέμμα της επαφής. Ψεύτικοι Άγιο-βασιλίδες στα πεζοδρόμια καλωσόριζαν τους υποψήφιους πελάτες, ενώ σιγά-σιγά το ένα μετά το άλλο κατέβαζαν ρολά. Στους σχεδόν άδειους  πλέον πεζόδρομους χιλιάδες αναλαμπές φώτα ψυχρά, κάλυπταν τον ουρανό των αστεριών. Ενώ άστεγοι και ζητιάνοι μετρούσαν τα κέρματα στο πιάτο ημέρας, για αυτούς ο δρόμος ήταν συνάμα σπίτι τους.  Στην μεγάλη πλατεία το πανύψηλο στολισμένο δέντρο φάνταζε σαν να καιγόταν, βράδιαζε παραμονή Χριστουγέννων. Το πάρκο των ευχών η εορταστική ατραξιόν της πόλης, έκλεινε, είχε μοιράσει πλέον όλες του τις ευχές και είχε ξεμείνει. Μα οι ευχές αυτές ήταν χάρτινες και ο κόσμος τις πετούσε, τις έβρισκαν μετά αυτοί η ίδιοι οι άστεγοι και τις έκαιγαν να ζεσταθούν. Ο κόσμος μαζευόταν πλέον στα σπίτια του, στις οικογένειες με τα φτωχά και χαρούμενα πρόσωπα. Με τα πλούσια και θλιμμένα χαμόγελα. Κάθισε στο παγκάκι της πλατείας, πόση μελαγχολία ένιωθε, πόση χαρούμενη θλίψη γύρω της. Κοιτούσε συνεχώς το κινητό της. Έμπαινε στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης, οικογενειακές στιγμές, φίλοι, φωτογραφίες, ευτυχισμένες στιγμές, ευχές, καρδούλες, γέλια και μοναξιά απροσμέτρητη μοναξιά, σαν την δική της. Και καμία κλήση, κανένα μήνυμα πια από εκείνον. Σκέφτηκε την δική της οικογένεια, τον αδερφό της που έχει καιρό να μιλήσει, μια ξαδέρφη της, «αλλά έχουν τις οικογένειες τους πλέον, τι δουλεία έχω εγώ ανάμεσα τους, τι δουλεία έχω εγώ σε ψυχρές σχέσεις. Α, ρε! πατέρα, γλυκεία μου μητέρα μ’ αφήσατε νωρίς, κι είχατε δίκιο, είχατε δίκιο σ’ όλα, όπως κι ‘κείνος είχε δίκιο εκείνα τα Χριστούγεννα». Η νύχτα προχωρούσα, κόντευαν μεσάνυχτα, το κρύο έσφιγγε σαν μέσα την ψυχή της. «Και τώρα, που πάμε καρδιά μου, που πάμε μοναξιά μου. Άδειο το σπίτι πλέον,  ψυχρό, γεμάτο φαντάσματα αναμνήσεις». Εἶπε. Δεν στόλισε, για ποίον να στολίσει; Σκούπισε τα δάκρυά της, σηκώθηκε, οι δρόμοι  έρημοι πια, τα πολλά φώτα την τύφλωναν, ξάφνου στάθηκε μπρος στην εκκλησία του Σωτήρος Χριστού. Την βρήκε ξεκλείδωτη, ήταν άδεια, τα μάτια των αγίων ζεστά, αυστηρά τα ένιωθε πάνω της. Πήρε ένα κεράκι το άναψε, μια ευχή σαν προσευχή λιτή, σ’ εκείνον, αναδύθηκε από μέσα της, το βλέμμα του στοργικό, το πρόσωπο, γαλήνιο, τις ξαλάφρωνε την θλίψη. «Χριστέ μου, λύτρωσέ με,  απ’ την μοναξιά του κόσμου, αυτή που μόνη μου θέλησα». Έπιασε τον εαυτό της, να δακρύζει ξανά, ήταν πρωτόγνωρο για κείνη, αυτή που δεν πήγαινε στην εκκλησία παρά μοναχά δυο φορές το χρόνο. Έκανε τὸ σταυρό της, έφυγε με γοργό βηματισμό. Και όπως βημάτιζε, ένιωθε ανακουφισμένη, σαν μια γλυκεία παρηγοριά να την πήρε αγκαλιά. Πήρε τους δρόμους ξανά για το σπίτι της. Πίσω της ένιωσε μια σκιά, μια μορφή ψηλή, αγέρωχη, να την ακολουθεί στο ρυθμό της. Προς στιγμή φοβήθηκε, έκανε να τρέξει. Μα τα πόδια της δεν υπάκουαν πια, ήταν κουρασμένη. Γύρισε με μιας, ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο, «Εσύ;» Είπε. «Εγώ. Σ’ ακολουθώ, χρόνια σ’ ακολουθώ, κάθε Χριστούγεννα σ’ αναζητώ να διορθώσω το τότε, απ’ τον πρώτο χωρισμό, ως το τελευταίο ανεκπλήρωτο σ’ αγαπώ». Απάντησε. «Εσύ αγάπη μου, μόνο εσύ», απάντησε. «Καλά Χριστούγεννα, αγάπη μου», είπε, «πόσο καιρό σε περίμενα, καλά Χριστούγεννα αγάπη μου», απάντησε, ξημέρωνε ανήμερα Χριστούγεννα.

 

Βιογραφικό:

Ὁ Ὁδυσσέας Νασίοπουλος γεννήθηκε τὸ Σεπτέμβρη τοῦ 1982, σ ‘ἕνα ὁρεινό χωριό τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας-Τρικάλων, ὀνόματι Κακοπλεύρι. Μαθήτευσε στην Καλαμπάκα, οἱ σπουδές του στὸ Τ.Ε.Ι. Κοζανής Ἡλεκτρολογίας, ἔμελλαν να μείνουν ἀνολοκλήρωτες, λόγῳ δυσμενῶν οἰκονομικῶν συγκηριῶν, και στροφῆς του προς τὸ γράψιμο, και δὴ τὴν ποίηση, διήγημα, σενάριο.Ἡ ἀδιάλλειπτη και συνεχής μελέτη τῶν ἀρχαίων Ἑλληνικῶν και τὸ διάβασμα, τὸν βοήθησαν, ὡς προς την βελτιώση τοῦ τρόπου γραφῆς. Ἔχει συμμετάσχει σὲ πλῆθος λογοτεχνικῶν διαγωνισμῶν πανελλήνιων και διεθνῶν ἀποσπώντας πολλά βραβεία, ἐπαίνους και τιμητικὲς διακρίσεις, ὅπως ἐπίσης καὶ συμμετοχές σ’ ανθολογίες και Λογοτεχνικά-Καλλιτεχνικά ἡμερολόγια. Ἡ «Ματαιοπονία», εἶναι ἡ πρώτη του ὁλοκληρωμένη ποιητικὴ συλλογή ποῦ ἔχει ἐκδοθεῖ, ὡς ἀποτέλεσμα, Α΄Βραβείου Πανθεσσαλικοῦ λογοτεχνικοῦ διαγωνισμοῦ τῶν Ἑκδόσεων Ἥρα Ἑκδοτική το 2012, στὸ Βόλο. Ζεῖ και ἐργάζεται στὰ Τρίκαλα, βοηθώντας στην οἰκογενειακή ἐπιχείρηση Ἀρτοποιεῖο. Ἡ «Πάλη για ἥλιο» εἶναι ἡ δεύτερη ποιητική του συλλογή που ἐκδίδεται, ἀπ’ τις  Πρότυπες Ἑκδόσεις Πηγή, Θεσσαλονίκη 2016.