O  Alfonso Cuaron έχει επιδείξει μια αξιοσημείωτη ευελιξία, με την  ικανότητα του να συνθέτει την κομψότητα της  παλιάς σχολής του Hollywood με την τραχύτητα των πιο σκοτεινών σύγχρονων ιστοριών. Ο μεξικανός auteur υπήρξε ο σκηνοθέτης ερωτικών road movies («Θέλω και τη μαμά σου»(2002)), δυστοπικών θρίλερ («Τα παιδιά των ανθρώπων»(2006)) και της καλύτερης ταινίας στην σειρά του Χάρι Πότερ .του «Φυλακισμένου του Azkaban»(2004). Με το sci-fi  θρίλερ του «Gravity»(2013) , ο  Cuarón  δημιούργησε ένα κέντημα από μεταφορές, υπαρξιακά θέματα και εικόνες που φιλοσοφούν για τη γέννηση ,το θάνατο και το ερεβώδες άπειρο του διαστήματος . Τώρα ο ίδιος πηγαίνει στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση. Με την αυτοβιογραφική ελεγεία “Roma” καταδύεται με μυστικισμό και νηφαλιότητα  στην παιδική του ηλικία στο Μεξικό  σε ένα γεμάτο ανθρώπινη θέρμη και οπτική σαγήνη αφιέρωμα στις ανθεκτικές γυναίκες που τον ανέθρεψαν . Σε αυτό το βαθύτατα προσωπικό  έργο, παρατηρεί πρωταρχικά τον μικρόκοσμο της οικογένειας του , προτού εξαπλωθεί για να αποκαλύψει σταδιακά τον κοινωνικό και πολιτικό καμβά της δεκαετίας του 1970 στην πόλη του Μεξικού, όπου μεγάλωσε στη Roma ,μια γειτονιά της μεσαίας τάξης.

Ο Cuarón αποτυπώνει τις προσωπικές του αναμνήσεις κατακτώντας ένα επίπεδο σκηνοθετικής καθαρότητας που πολύ σπάνια συναντάμε στην σύγχρονη εποχή θυμίζοντας μας την αισθητική του ευρωπαϊκού σινεμά της δεκαετίας του 50 και του 60. Παρακολουθώντας το “Roma”, βλέπουμε ένα ισπανόφωνο κοινωνικό δράμα που έχει αποτυπωθεί σε εκτυφλωτικά πρωτόγονο ασπρόμαυρο  και παρατηρούμε τις  κινήσεις της κάμερας, όπως γλιστρά στα περίτεχνα μονοπλάνα του. Είναι μια ζωογόνα ταινία που μας υπενθυμίζει την δύναμη της αγάπης, την καρτερικότητα και την αντοχή των γυναικών αλλά και τους άρρηκτους δεσμούς μεταξύ των ανθρώπων.

Στην καρδιά της ιστορίας βρίσκεται η ντόπια οικιακή βοηθός Cleo (εξαιρετικά ταλαντούχα η ερασιτέχνης Yalitza Aparicio), η οποία εργάζεται για τη στοργική αλλά περιστασιακά νευρωτική Sofia (καταπληκτική και συγκρατημένη  η Marina de Tavira ) και την υπόλοιπη οικογένειά της. Η θαυμαστή ερμηνεία της Aparicio  φέρνει στο ρόλο της Cleo κάτι τρυφερό, λεπτό, στωικό και ανιδιοτελές αποτελώντας  το κόσμημα αυτής της εξαιρετικής ταινίας. Μέσα από τη διασταύρωση των μακρών λήψεων που καταγράφουν τη μονοτονία των εργασιών της Cleo,  ο Cuarón τιμά το καθημερινό τελετουργικό της  :καθαρίζει, φροντίζει τα τέσσερα ζωηρά παιδιά που αγαπάει σαν δικά της, με την βοήθεια της καλύτερης φίλης της και συναδέλφου Adela (Nancy García García) και ούτω καθεξής. Παράλληλα διατηρεί ερωτική σχέση με τον Fermín (Antonio Guerrero), έναν ανεύθυνο λάτρη των πολεμικών τεχνών.

Αρχικά, οι ζωές της Cleo και της Sofia τρέχουν σε παράλληλες αλλά απομονωμένες γραμμές, εκτός από τις τακτικές  οικιακές εργασίες και τις ζεστές βραδιές που ξοδεύονται από κοινού μπροστά στην τηλεόραση, όπου η  Cleo αντιμετωπίζεται ως μέλος της οικογένειας . Αλλά όταν ένας  χωρισμός και μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη ανατρέψει τις ζωές των δύο  γυναικών  , οι μοίρες τους διαπλέκονται για πρώτη φορά με πραγματική σημασία .Η αντίδραση της Sofia  είναι μια εκπληκτική έκφραση συμπάθειας, που αναδύεται και αποκαλύπτεται  ίσως επειδή ο γάμος της καταρρέει. Η αλληλεγγύη μεταξύ αυτών των ταξικά ανόμοιων γυναικών  οδηγεί στις πιο συγκινητικές στιγμές της ταινίας  όταν η Sofia προσεγγίζει και συμβουλεύει την Cleo : «Δεν έχει σημασία τι σου λένε. Οι γυναίκες είμαστε πάντα μόνες» ή στην συνταρακτική σκηνή ανθολογίας με τα παιδιά στην θάλασσα. Και καθώς ο κόσμος γύρω τους   καταρρέει αργά – με σεισμούς, πυρκαγιές, βίαιες πολιτικές διαδηλώσεις και ένα ιδιαίτερα τραυματικό επεισόδιο απίστευτης θλίψης, γυρισμένο με απαράμιλλη ενσυναίσθηση – το συναισθηματικό πεδίο της ταινίας μεγαλώνει και βαθαίνει.

Για να μπορέσει το «Ρόμα» να αποδώσει την πλήρη συναισθηματική ισχύ του, ο θεατής πρέπει να παρουσιάσει όχι μόνο υπομονή αλλά και σθένος. Ο χαλαρός, υπνωτιστικός ρυθμός της ταινίας κατά την πρώτη ώρα επιτρέπει στον σεναριογράφο/ σκηνοθέτη Alfonso Cuaron να βυθιστεί σταδιακά σε αυτόν τον συνηθισμένο κόσμο με συνηθισμένους χαρακτήρες και συνηθισμένες  καταστάσεις έτσι ώστε τα μεταγενέστερα γεγονότα να έχουν ασυνήθιστα έντονο αντίκτυπο. Κάθε σκηνή, κάθε χαρακτήρας και κάθε πλάνο έχουν καλλιεργηθεί με φροντίδα. Σε όλη την διάρκεια του “Roma”, ο Cuarón απαιτεί από τον θεατή να γεύεται προσεκτικά το κάθε καρέ του, με το βλέμμα του να σαρώνει όλη την έκταση της οθόνης ακόμη και τις  γωνίες για να δει μικρές αλλά σημαντικές θεματικές λεπτομέρειες εντατικοποιημένες από ένα ιδιαίτερο είδος ηχητικού περιβάλλοντος που προωθεί την εμβληματική φύση της ταινίας. Η πορεία της μνήμης περιστασιακά  τέμνεται από χιουμοριστικά ανέκδοτα για ένα οικογενειακό σκυλί και ένα εξαιρετικά ευρύ Ford Galaxie που μόλις χωράει στο στενό δρομάκι της εισόδου .

Το σωρευτικό αποτέλεσμα του εξερευνητικού και ευαίσθητου φακού του Cuarón  ,που ανέλαβε και  την διεύθυνση φωτογραφίας στην θέση του μόνιμου συνεργάτη του Emmanuel Lubezki ,είναι μια εκπληκτική αλληλεπίδραση του προσκήνιου και της περιρρέουσας ατμόσφαιρας . Η  ταινία διαθέτει την αυστηρή αυθεντικότητα ενός docudrama, αλλά και την μεθυστική και λυρική ποίηση των αναμνήσεων όπως φιλτράρονται μέσα σε ένα  γλυκό όνειρο.  Ο Cuarón  αναμετριέται με την ψυχή του νεορεαλισμού του Rosselini ,τον αυτοβιογραφικό ρεμβασμό του Fellini ,το γαλήνιο  βλέμμα της χαμηλά τοποθετημένης κάμερας  του  Ozu  και τον ουμανισμό του γαλλικού κλασικισμού.

Πηγαίνουμε στα σινεμά για πολλούς διαφορετικούς λόγους. Πηγαίνουμε για να γελάσουμε. Να ξεφύγουμε. Να φοβηθούμε. Μερικές φορές, όμως, πηγαίνουμε στις ταινίες με την ελπίδα να δούμε κάτι τόσο ξεχωριστό, τόσο όμορφο, τόσο ζωντανό, που δεν θα το ξεχάσουμε ποτέ .Το ‘’Roma” του Alfonso Cuarón είναι ακριβώς μια τέτοια ταινία. Είναι ένα καθαρό αριστούργημα ,μια μαρτυρία για την γυναικεία αντοχή .Είναι ο κινηματογράφος στην πιο αγνή και ανθρώπινη έκφανση του.