Όλοι οι σινεφίλ έχουν νοιώσει αυτό το περίεργο συναίσθημα όταν κάποιος δεν έχει ακούσει για μια ταινία που αυτοί αγαπούν ή όταν αυτή δεν έχει πάρει τη θέση που της αξίζει στην ιστορία των έργων τέχνης . Άλλωστε η  ιστορία του κινηματογράφου είναι πλούσια σε ξεχασμένα και παραμελημένα αριστουργήματα  που έχουν αγνοηθεί αδικαιολόγητα ενώ θα έπρεπε να είναι ευρύτερα γνωστά και αναγνωρισμένα . Οι λάτρεις του σινεμά  που έχουν δει και ξαναδεί όλα τα καθιερωμένα κινηματογραφικά έργα , που συμπεριλαμβάνονται στις αμέτρητες λίστες αξιολόγησης, μένουν πολλές φορές έκπληκτοι όταν ανακαλύπτουν το μεγαλείο άγνωστων ή άδικα υποτιμημένων ταινιών. Συνήθως  πρόκειται για έργα άσημων δημιουργών που όμως έκαναν μια εξαιρετική ταινία και μετά εξαφανίστηκαν ή έργα γνωστών σκηνοθετών που ήταν μπροστά από την εποχή τους και δεν έγιναν κατανοητά ή ατυχώς έμειναν στη σκιά των μεγάλων επιτυχιών τους . Αυτή είναι η κατηγορία των  ταινιών που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «κρυμμένα κινηματογραφικά διαμάντια». Αναζητήστε τα  !!!

 Απλά… Σ`Αγαπώ /Il y a Longtemps que Je t`Aime (2008) του Φιλίπ Κλοντέλ

Ο Philippe Claudel είναι ο πλήρης δημιουργός αυτού του αριστουργηματικού  φιλμ με το οποίο κατόρθωσε ένα εντυπωσιακό σκηνοθετικό ντεμπούτο . Ο ίδιος είναι βραβευμένος συγγραφέας  και καθηγητής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Λιόν. Αυτή τη λογοτεχνική του δεινότητα προδίδουν οι  λιτοί διάλογοι, η αιθέρια αφήγηση  και το υποδόριο σασπένς που διατρέχει όλο το σώμα της ταινίας. Η διαχείριση στο υλικό του χαρακτηρίζεται από  απλότητα  , μέτρο και  αρμονία . Το στυλ του θυμίζει έντονα τον εξαίρετο Claude Sautet («Μια καρδιά το χειμώνα», «Η παλιοπαρέα», «Η Νέλι και ο Κύριος Αρνό» κ.α.).

Το «Απλά… Σ`Αγαπώ» είναι ένα χαμηλότονο γαλλικό δράμα  για την αφύπνιση από ένα μακροχρόνιο μεταφορικό θάνατο   και το δικαίωμα μιας δεύτερης ευκαιρίας . Ο θεματικός του πυρήνας είναι το πώς το κοινό παρελθόν των ανθρώπων μπορεί να γεφυρώσει ένα μεγάλο χρονικό χάσμα και να δοθεί η δυνατότητα για να ξεπεραστεί μια φοβερή οικογενειακή τραγωδία .

Μια μυστηριώδης και λιγομίλητη νέα γυναίκα ,η Juliette(Kristin Scott Thomas), βγαίνει από τη φυλακή. Η νεώτερη αδερφή της Léa(Elsa Zylberstein), που την περιμένει στην έξοδο, τη μεταφέρει στο σπίτι της, στο οποίο ζει με τον άντρα της Luc (Serge Hazanavicius) και τα δυο υιοθετημένα (από το Βιετνάμ) παιδιά τους. Όταν η Léa, προσεγγίστηκε από την κοινωνική λειτουργό των φυλακών και ρωτήθηκε αν θα ήταν πρόθυμη να παράσχει στην πρόσφατα απολυμένη αδελφή της μια στέγη για να ζήσει, δεν δίστασε να ανοίξει τις πόρτες της και να μοιραστεί το σπίτι της παρ’ ότι ο σύζυγος της, ο οποίος δεν έχει γνωρίσει ποτέ τη Juliette, έχει βάσιμους λόγους να είναι επιφυλακτικός. Κανένας δε θέλει να μιλήσει για το λόγο που η γυναίκα μπήκε στη φυλακή. Τόσο ο άντρας της αδελφής της όσο και οι φίλοι τους, στους οποίους γνωρίζουν τη νεοφερμένη, αποφεύγουν να θίξουν το θέμα. Την στιγμή που η Juliette καταδικάστηκε, οι γονείς της δήλωσαν ότι δεν ήθελαν να έχουν καμία σχέση μαζί της με αποτέλεσμα να διαρρηχθεί και η σχέση των δυο αδελφών. Τώρα, μετά από 15 χρόνια πίσω από τα σίδερα, η Juliette είναι μεν ελεύθερη  αλλά βρίσκεται σε απελπιστική ανάγκη  ανθρώπινης επικοινωνίας. Το σπίτι της αδελφής της είναι μεγάλο, το ζευγάρι συνηθίζει να προσκαλεί παρέες, και τα δύο μικρά κορίτσια είναι ενθουσιασμένα που έχουν μια νέα θεία. Όταν  η Juliette εγκαθίσταται, η Léa κάνει το καλύτερό δυνατό για να την κάνει να νιώθει ευπρόσδεκτη. Ομοίως, ο συνάδελφος της Léa,  Michel, και το ζευγάρι των μεταναστών, Samir και Kaïsha ,προσφέρονται επίσης να βοηθήσουν τη Juliette να αναπροσαρμόσει τη ζωή της κάνοντας μια επανεκκίνηση. Στην πορεία, η Juliette αρχίζει σιγά σιγά να βγαίνει από το κέλυφος της και η Léa συνειδητοποιεί πόσο της έλειψε η αδελφή της. Ίσως αν μπορέσει να βάλει στην άκρη τα συναισθήματα των δικών της ενοχών και να καταλάβει πραγματικά την κατάσταση της αδελφής της, αυτές οι δύο ξένες μπορούν τελικά να θυμηθούν τι σημαίνει οικογένεια.

Η ταινία κινείται σε δυο άξονες. Ο ένας είναι η ίδια η Juliette. Ο δεύτερος είναι η αδελφή, ο γαμπρός, οι φίλοι, αλλά και το ευρύτερο περιβάλλον . Αρχικά οι δυο άξονες δείχνουν  ασύμβατοι αλλά σταδιακά προσεγγίζουν και διασταυρώνονται. Τότε σχηματοποιείται ένα ψηφιδωτό που αναπαριστά  τον μικρόκοσμο των ηρώων  στους οποίους μεταφέρεται το φορτίο του δράματος  και  μοιράζονται την ανθρώπινη θέρμη , την κατανόηση, τη μοναξιά, τον φόβο, αλλά και την ελπίδα.

 Ωστόσο τα βασανιστικά ερωτήματα  για την Juliette διαχέονται σε κάθε σκηνή. Είναι ένοχη; Γιατί το έκανε ; Θα το κάνει και πάλι; Γιατί παρέμεινε σιωπηλή κατά τη διάρκεια της δίκης και δεν υπερασπίστηκε τον εαυτό της;. Τι θα συμβεί όταν το μάθουν οι νέοι φίλοι της ; Ακόμη και η Lea, που ήταν έφηβη όταν συνέβησαν αυτά τα γεγονότα, δεν ξέρει όλη την αλήθεια. Η Juliette, σαφώς επηρεασμένη από τα φαντάσματα που την κυνηγούν αργεί να ξεπαγώσει και δυσκολεύεται να υπάρξει σε μια κοινωνία όπου η ζωή της ορίζεται από ένα έγκλημα του οποίου τα κίνητρα φαντάζουν ακατανόητα. Η αργή προσαρμογή της  στην κανονική ζωή και η συρραφή της σχέσης της με την αδελφή της  αποδίδεται σαν ένα περίτεχνο  κέντημα από την συνταρακτική Kristin Scott  Tomas. Μας χαρίζει την γήινη παρουσία της, την ομορφιά της  , την κομψότητα  και την σαγήνη της. Με στωικότητα προσπαθεί να επανενταχθεί. Είναι γιατρός στην πρώιμη μέση ηλικία  και όμως αναζητά δουλειά ακόμη και ως γραμματέας . Με την υπερευαισθησία της συνειδητοποιεί  όλες  τις μικροσκοπικές  ταπεινώσεις  και τη ντροπιαστική επιφυλακτικότητα  όταν πηγαίνει για συνεντεύξεις εργασίας. Κυριαρχεί στην οθόνη  σχεδόν σε κάθε λεπτό της ταινίας, συχνά σε γκρο πλαν και το πρόσωπό της είναι ταυτόχρονα εύγλωττο και βαθιά αποσυρμένο, εύθραυστο και ερωτεύσιμο αν και  χαραγμένο από τον εσωτερικό πόνο των αναπόδραστων αναμνήσεων.

Λέγεται ότι ένας σκηνοθέτης πρέπει να κάνει τρεις μεγάλες ταινίες προτού να μπορεί να ονομαστεί μεγάλος. Με το  ντεμπούτο του, ο Claudel έκανε το πρώτο μεγάλο βήμα. Αποδεικνύεται έμπειρος στον έλεγχο της αφήγησης, όπως και στη διεύθυνση  των ηθοποιών, και το διαισθητικό άλμα – η επιλογή της Thomas για τον κεντρικό ρόλο – ήταν εμπνευσμένο και καθοριστικό. Αν και μυθιστοριογράφος ο  Claudel δείχνει αξιοσημείωτη ικανότητα να απορροφά πολλά γεγονότα και ιστορίες σε  μικρό χώρο, χωρίς όμως να προκαλεί δυσάρεστη συσσώρευση . Με θαυμαστή δραματουργική οικονομία, δημιουργεί για τη Juliette ένα φλερτ με έναν μελαγχολικό αστυνομικό, μια σεξουαλική συνάντηση με έναν καμαρωτό τύπο σε ένα μπαρ και μια αυξανόμενη, τρυφερή οικειότητα με τον συνάδελφο της Léa  Michel .Παράλληλα  υποδηλώνει με ειλικρίνεια την αργή διαδικασία με την οποία η Juliette γίνεται σταδιακά αποδεκτή πρώτα στην οικογένεια και κατόπιν στην ευρύτερη κοινότητα.

Ο Claudel θέτει συνεχώς διλήμματα στον θεατή: Όταν κάποιος έχει πληρώσει το χρέος του στην κοινωνία,  αξίζει μια δεύτερη ευκαιρία ή θα έπρεπε να κουβαλά το σημάδι του εγκλήματός του σαν «άλικο γράμμα» για το υπόλοιπο της ζωής του; Και οι περιστάσεις του εγκλήματος πρέπει να συνεκτιμούνται ; Βεβαίως, οι θεατές θα δουν τη Juliette με διαφορετικό μάτι στις στιγμές κλεισίματος της ταινίας, μόλις θα έχουν εκτεθεί όλες οι λεπτομέρειες της πράξης της. Ο θαυμάσιος  Claudel δεν υποκύπτει ούτε μια στιγμή στην εύκολη συγκίνηση και στον ρηχό μελοδραματισμό . Με ακριβή απλότητα ,ανθρωπιά και ευαισθησία πετυχαίνει το ίδιο αποτέλεσμα. Έτσι είναι βέβαιο ότι ακόμη και ο πιο σκληρός και κυνικός θεατής θα συγκινηθεί.