Φωτογραφίες – Συνέντευξη : Ντίμη Θεοδωράκη

Θανάσης Τσαλταμπάσης: Έχω σκεφτεί πολλές φορές, γιατί κάνω θέατρο κι όποτε πάω να δώσω μια απάντηση μου φαίνεται λίγη κι αμέσως βρίσκω και μια άλλη. Νομίζω ότι είναι μια τόσο μεγάλη εσωτερική μου ανάγκη, όπως το φαΐ και το νερό, δύο βιολογικές ανάγκες που δεν τις εξηγώ, γιατί είναι πράγματα που τα ζητάει ο ανθρώπινος οργανισμός. Έτσι και το θέατρο! Το ζητάει ο οργανισμός μου.

 

Συνάντησα τον ηθοποιό Θανάση Τσαλταμπάση στο Θέατρο Κιβωτός πριν από την παράσταση που πρωταγωνιστεί με τίτλο «Η Συμμορία των Πέντε» (The Ladykillers). Ο Θανάσης Τσαλταμπάσης είναι γήινος κι εκπέμπει ωραία ενέργεια, δυο χαρακτηριστικά που για μένα σ’ έναν άνθρωπο είναι πολύ σπουδαία. Επιπλέον δεν είναι μόνο ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος ηθοποιός με αρκετές επιτυχίες στο ενεργητικό του, δεκτικός σε νέες προτάσεις και στις οπτικές των εκάστοτε συνεργασιών του. Είναι το ίδιο δεκτικός και ορεξάτος και κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης. Δεν δίστασε καθόλου να ποζάρει στο φακό μου και κάναμε συνεργατικά μια πολύ ωραία συνέντευξη.

Θανάση, υποδύεσαι το ρόλο του καθηγητή Μάρκους στην παράσταση που σκηνοθετεί ο Γιάννης Κακλέας. Για τις ανάγκες του ρόλου έβαψες τα μαλλιά σου. Πιστεύω ότι ενδυναμώνει την εικόνα του ρόλου σου. Ήταν δική σου απόφαση;

Ναι, μου αρέσει να πειραματίζομαι και εμφανισιακά με τους ρόλους. Γενικά ό, τι με βοηθάει να μπαίνω στο τριπάκι του να γίνομαι κάποιος άλλος άνθρωπος, όσον αφορά στη δουλειά μου βέβαια, το επιδιώκω.

Τα σκηνικά της παράστασης (Μανόλης Παντελιδάκης) είναι καταπληκτικά. Θεωρώ ότι οι παραστάσεις του Γιάννη Κακλέα είναι από τις καλύτερες όσον αφορά στο κομμάτι των σκηνικών.  

Έχει γίνει μελέτη για να αντέχει η κατασκευή για το περιστρεφόμενο σπίτι ενάμισι με δύο τόνους . Η αισθητική του Κακλέα είναι υψηλή και αυτό περνάει μέσω και των συνεργατών του σε όλα τα κομμάτια της παράστασης.

Μια μεγάλη παραγωγή με πλούσια σκηνικά, προσεγμένα κοστούμια, επιμελημένες κομμώσεις δίνουν ένα άλλο αισθητικό αποτέλεσμα σε μια παράσταση σε σύγκριση με μια λιτή, μίνιμαλ επιλογή λόγω χαμηλού budjet. Συμφωνείς;

Η μαγεία του θεάτρου δεν κρύβεται τόσο στα σκηνικά. Αν γίνει από πεποίθηση να είναι λιτό το σκηνικό, λιτά τα κοστούμια, γιατί έτσι το φαντάζεται ο σκηνοθέτης, δεν έχω αντίρρηση. Ενώ ο κινηματογράφος είναι ρεαλιστικός, στο θέατρο μπορείς ν’ απλώσεις τη φαντασία σου. Εγώ, ας πούμε, μπορεί να κλαίω κρατώντας ένα μαξιλάρι στα χέρια μου και να σε πείθω ότι αυτό είναι ένα μωρό. Μπορεί το concept της παράστασης να μην είναι να παρουσιάζονται όλα τα αντικείμενα ή τα σκηνικά με ρεαλισμό, αλλά με το παίξιμο των ηθοποιών και τη σκηνοθεσία ο θεατής να δημιουργεί ολόκληρο κόσμο με τη φαντασία του.

Αν όμως ξεκινήσει ο παραγωγός από την αρχή με το δεν υπάρχουν πολλά λεφτά και πρέπει την παράσταση να την κάνεις με τα πιο φτηνά μέσα που θέλει εκείνος, εκεί φυσικά έχω αντίρρηση. Αλλά έχω δουλέψει και με σκηνοθέτη, όπως τον Τσέζαρις Γκραουζίνις που κάναμε μια απόλυτα λιτή παράσταση από το τίποτα και ήταν από τις πιο μαγικές παραστάσεις της ζωής μου! Ήταν ένας μονόλογος, ο «Ιώβ», μ’ ένα παταράκι ξύλινο και μ’ ένα φτωχικό κοστούμι, γιατί έτσι ήταν το concept και έτσι δουλεύει αυτός  ο σκηνοθέτης. Μ’ αυτή την έννοια δεν κόπτομαι να είμαι σε πλούσιες παραγωγές. Αυτό που θέλω βασικά είναι να είμαι σε παραγωγές που σέβονται το όνειρο του καλλιτέχνη και που μπορούν να το βγάλουν εις πέρας. Αν δεν μπορούν να υποστηρίξουν το concept οι παραγωγοί, καλύτερα να μην το αναλαμβάνουν καθόλου.

Το αναφέρω, επειδή σ’ εμάς τους θεατές, μας έχει λείψει τα πολλά τελευταία χρόνια το να βλέπουμε πλούσια σκηνικά, που εξαιτίας της κρίσης δεν φτιάχνονται πλέον συχνά. Οπότε, κάθε φορά που τα συναντώ, εγώ προσωπικά, και ιδιαίτερα όταν είναι τόσο καλαίσθητα, δεν μπορώ να μην τα εκτιμήσω σαν ένα επιπλέον ατού μιας παράστασης.

Ο μεγάλος θεατράνθρωπος Πήτερ Μπρουκ ήταν υποστηρικτής του με μια καρέκλα, σε μια σκηνή λιτή, σκοτεινή, μπορεί να γίνει μια παράσταση. Αλλά σίγουρα τώρα με την κρίση έγινε νόμος το λιτό σκηνικό για λόγους οικονομίας και όχι τόσο από άποψη.

Τι σου ζήτησε να κάνεις ο Γιάννης Κακλέας, όταν σε σκηνοθετούσε; Δουλέψατε σε κάτι που δεν το είχες ξανακάνει, σε άφησε ν’ αυτοσχεδιάσεις;

Η ερώτησή σου είναι εύλογη. Αυτό που κατάλαβα από τον Γιάννη Κακλέα είναι ότι θέλει να δημιουργεί μια εμπιστοσύνη με τον ηθοποιό. Και ουσιαστικά αφήνει τον ηθοποιό να νομίζει ότι τα έχει καταφέρει μόνος του, ενώ από πίσω ο ίδιος έχει συμβάλει τα μέγιστα. Εμένα μου έδωσε μια άνεση και μου έδειξε εμπιστοσύνη από την αρχή. Δεν μου έχει ξανασυμβεί αυτό. Σηκώθηκα θυμάμαι, μου είπε κάνε ό, τι θες και μου άφησε ένα τέταρτο να κάνω αυτοσχεδιασμό. Λόγω του ότι ένιωσα πως μ’ εμπιστεύεται, στον αυτοσχεδιασμό μου, άρχισαν να μου βγαίνουν τόσο εκρηκτικά πράγματα που δεν θα το ξεχάσω σε όλη μου τη ζωή. Δεν μπορώ εύκολα να το περιγράψω… είναι σαν να βγήκε από την πρώτη μέρα αυτό που ζητούσε – που κι αυτός δεν το ήξερε – και μετά το πήρε από εμένα και το σμίλεψε. Έγινε μια βόμβα αυτοσχεδιασμού και δημιουργίας σ’ εκείνη την πρόβα.

Σε πληροφορώ ότι στο χώρο μας δεν είναι πολύ απλή η οδηγία «κάνε ό, τι πιστεύεις». Ο Γιάννης Κακλέας, που πάντα κοιτάζει ποιον έχει απέναντι του, προφανώς είδε σ’ εμένα ίσως αυτό το πρωταρχικό ένστικτο που έχω, το πληθωρικό – αυτοσχεδιαστικό, και προτού με μπολιάσει με άλλες συνθήκες, ήθελε να δει τι νιώθω ο ίδιος. Και έτσι βγήκε κάτι πολύ ωραίο και σιγά σιγά άρχισε ο σκηνοθέτης να μου ζητάει τι να κάνω και να φτιάχνει τις λεπτομέρειες. Η πρόβα είναι ένα πάρε – δώσε. Όλο αυτό που έβγαλα από μέσα μου είναι, επειδή αισθάνθηκα ελευθερία. Οι σκηνοθέτες λένε ότι οι ηθοποιοί είναι όργανα. Όργανα είναι, αλλά αν τους το φέρεις στο πιάτο ωραία, θα κάνουν αυτό που θέλεις και με το παραπάνω.

 

Μου έχει τύχει κάποτε να τροποποιηθεί ένα κείμενο μιας παράστασης με τέτοιο τρόπο που να με κάνει να μη θέλω να συμμετέχω στην παράσταση.

 

Η παράσταση «Η Συμμορία των Πέντε» (The Ladykillers)

Δεν έχουμε κάνει αντιγραφή της ταινίας, επειδή είχε επιτυχία! Πήραμε το κείμενο και δώσαμε μια εντελώς διαφορετική οπτική. Υπάρχει αυτή η βασική διαφορά στη διασκευή του Θοδωρή Πετρόπουλου στα ελληνικά, ότι η συμμορία δεν παρουσιαζόμαστε ως οργανοπαίκτες, αλλά ως χορευτές. Δεν κάνει όμως αυτό τη διαφορά. Ενώ έχουμε τα ίδια λόγια, είναι η όλη σκηνοθεσία που κάνει τη διαφορά. Γι’ αυτό και το θέατρο θ’ αντέχει πάντα, δεν έχει να φοβηθεί καμιά τεχνολογία. Γι΄ αυτό παίζεται και ξαναπαίζεται η αρχαία τραγωδία, ο Σαίξπηρ, ο Μολιέρος και πολλοί άλλοι ανά τους αιώνες.

Έχεις κάποια αγαπημένη σκηνή από την παράσταση αυτή;

Έχω λατρέψει την πρώτη σκηνή της εισόδου μου, γιατί είναι και η είσοδος του χαρακτήρα! Μπαίνω στο σπίτι και τσεκάρω το χώρο, τσουλάω από τις σκάλες… στις πρόβες μας ήταν η σκηνή που έδωσε το στίγμα για το ρόλο μου. Ήταν αυτή που δουλεύτηκε αρκετά, γιατί η είσοδος ενός χαρακτήρα σηματοδοτεί μετά όλη την παρουσία του στη σκηνή.

Και βέβαια μετά είναι η σκηνή που μπαίνουν οι φίλες της γιαγιάς και πρέπει να χορέψουμε, είναι μια γκράντε σκηνή και για τον κόσμο και για εμάς!

Πολλές φορές όμως οι ηθοποιοί διαλέγουμε άλλες σκηνές, άλλες ατάκες. Όπως και όταν έχουμε  θεατές, ηθοποιούς, βλέπεις ότι γελάνε σε άλλα σημεία από το υπόλοιπο κοινό. Είναι το καλό και το κακό της δουλειάς μας, ότι πια δεν είμαστε αθώοι θεατές.

Για  το τερτίπι με το κασκόλ, που με ρωτάς, ο συγγραφέας δεν το βάζει στο έργο μόνο του, το εξελίσσει. «Η Συμμορία των Πέντε» δεν είναι ένα τυχαίο έργο, δεν είναι μια απλή κωμωδία, δεν έχει απλά αστειάκια για να γελάσουμε, τα πάντα μέσα σ’ αυτό συνηγορούν στην εξέλιξη του έργου.

 

Δώσε μας δυο-τρεις χαρακτηρισμούς για τους συνεργάτες σου στην «Συμμορία των Πέντε», για το δικό σου ρόλο και για την γιαγιά.

Και οι πέντε είναι άνθρωποι του υποκόσμου. Υπάρχει παρελθόν και το καταλαβαίνουμε αυτό. Δεν είναι πολύ σίγουρο ότι γνωρίζονταν πριν. Έχουν μαζευτεί όμως για να κάνουν τη ληστεία. Εγώ κάνω τον καθηγητή Μάρκους που οργανώνει τη ληστεία και μάλλον έχω οργανώσει πολλές ληστείες. Το κίνητρο του δικού μου χαρακτήρα, θεωρώ, δεν είναι τόσο τα χρήματα όσο το να καταφέρω να οργανώσω τη ληστεία. Για τη δόξα τα κάνω όλα. Το μυαλό λοιπόν είμαι εγώ. Πρέπει να βρω κάποιους πρακτικούς ανθρώπους.

Βρίσκω τον Λούις (Κώστας Φλωκατούλας) που ανά πάσα στιγμή βγάζει το πιστόλι και τα τελειώνει όλα. Βρίσκω τον Λόσον (Γιάννης Μποσταντζόγλου), ένα παλαιστή, που έχει τη σωματική ρώμη να κάνει τα πάντα, αλλά είναι κι αγαθός, γεγονός που σημαίνει εμπιστοσύνη στην ομάδα. Είναι ακόμα ο Ταγματάρχης, που τον κάνει ο Κώστας Αποστολάκης, και που είναι ο τσιλιαδόρος της υπόθεσης, γι’ αυτό και είναι πιο δειλός. Φαίνεται ότι με αυτόν έχω ξανασυνεργαστεί. Και χρειάζεται κι ένας οδηγός ακόμα, που πρέπει να μεταφέρει κάτι από κάπου προς κάπου, αυτός είναι ο Στέλιος Ιακωβίδης, ο οποίος είναι μονίμως σε μια νιρβάνα, γιατί παίρνει τα χάπια του.

Η καλοκάγαθη γριούλα (Αγορίτσα Οικονόμου), που έχει χάσει τον ναύαρχο άνδρα της και ζει με τον παπαγάλο της, θα ξεμπροστιάσει τους ληστές σχεδόν άθελά της.

Με αφορμή την γιαγιά της ιστορίας, που τελικά με κάποιον τρόπο βγαίνει η κερδισμένη, θα ήθελα να σε ρωτήσω, αν πιστεύεις στη δύναμη των αδυνάτων;

Γενικά πιστεύω στη δύναμη του Καλού, που συνήθως παρουσιάζεται σε αδύνατους σε εισαγωγικά ανθρώπους. Θέλω ρομαντικά να πιστεύω ότι πάντα νικάει το καλό. Αργά ή γρήγορα, κάποτε νικάει. Κι αυτό συμβαίνει στο έργο μας και είναι ένα πολύ ωραίο μήνυμα που δίνεται, ότι η καλοσύνη και η τιμιότητα είναι πολύ πιο δυνατές από όλα τ’ άλλα. Γενικά το έργο δεν έχει βαθυστόχαστα νοήματα από πίσω, αλλά όμως προσφέρει ψυχαγωγία και γέλιο. Και το καλό, το ποιοτικό γέλιο είναι κι αυτό για μένα ένα σπουδαίο μήνυμα!

Για την παγίδα της μανιέρας για ένα ηθοποιό θα ήθελες να μας πεις την άποψή σου;

Υπάρχουν μανιέρες και μανιέρες. Το να μη μπορεί κάποιος να παίξει και να βλέπεις το ίδιο ξανά και ξανά, δε σημαίνει απαραίτητα ότι έχει μανιέρα. Σημαίνει ότι απλά «δεν τα λέει». Μανιέρα είχε και ο Χορν, ο οποίος ήταν πάνω από τους ρόλους. Υπάρχουν ηθοποιοί που η προσωπικότητά τους είναι πιο πάνω από το ρόλο και αυτό είναι μια μανιέρα με θετική έννοια. Ο Τσάρλι Τσάπλιν έκανε καριέρα με τη μανιέρα του ρόλου του Σαρλό. Τι μανιέρα όμως είναι! Το ίδιο και ο Mr Bean του Ρόουαν Άτκινσον. Ο Λουί Ντε Φυνές, ο Τζέρυ Λιούις, είχαν μανιέρα! Ο Χοντρός – Λιγνός, μανιέρα και αυτοί.

Η μανιέρα της μετριότητας, ναι, δεν μου αρέσει. Προσωπικά σαν ηθοποιός, θέλω ν’ αλλάζω πάρα πολύ, να διαλέγω διαφορετικά πράγματα κι ακόμα και αν φαινομενικά μοιάζουν, να τα κάνω να διαφέρουν. Δεν μου αρέσει να πηγαίνω στα υποτιθέμενα ασφαλή μονοπάτια, που κατέστρεψαν καριέρες. Πρέπει να εκπλήσσεις και τον θεατή και τον εαυτό σου.

Έχεις πει τρεις φορές όχι σε προτάσεις που σου έκαναν για να παίξεις στην Επίδαυρο. Για ποιους λόγους αρνήθηκες; Δεν είναι ένας χώρος που θα επιθυμούσες να παίξεις;

Είχα ήδη κλείσει άλλες δουλειές, οπότε δεν το σκέφτηκα καθόλου. Για μένα δεν έχει τόσο σημασία το μέρος. Να ξέρεις ότι όπως θα έπαιζα στην Επίδαυρο, το ίδιο θα παίξω και σ’ ένα υπόγειο, με τον ίδιο ζήλο. Από την άλλη σαν ηθοποιός ιντριγκάρομαι και μαγεύομαι με το να παίξω σ’ ένα χώρο απ’ όπου έχουν περάσει ηθοποιοί γενεών και γενεών. Αυτή η αύρα είναι που με ιντριγκάρει πιο πολύ. Αν  όμως έχω δώσει τα χέρια και έχω κλείσει δουλειά, δεν θα την αφήσω για την Επίδαυρο. Εκτός, αν είναι τόσο καλή η πρόταση της Επιδαύρου και είναι επίσης πολύ ανοιχτός στο να το συζητήσουμε  ο σκηνοθέτης και ο παραγωγός μου.

Ζεις έντονα τα συναισθήματά σου όπως και τους ρόλους σου;

Όλα τα ζω έντονα. Απλά εκφράζομαι πιο έντονα στους ρόλους. Τα δικά μου συναισθήματα τα ζω έντονα, αλλά δεν τα εκφράζω έντονα. Τα διαχειρίζομαι λιτά, τόσο-όσο, στη ζωή μου δεν πάω στα άκρα. Στη σκηνή μπορεί και να πάω!

Με την εξουσία πώς τα πας;

Απέναντι στη λέξη εξουσία είμαι αρνητικός. Το να πρωτοστατεί όμως κάπου κάποιος, με βρίσκει σύμφωνο. Ως ηθοποιός, που είμαι κατά βάση, θέλω να έχω ένα σκηνοθέτη μπροστάρη της κατάστασης, τον οποίο να μπορώ να εμπιστευτώ. Δεν θέλω όμως να συμπεριφέρεται ως εξουσία.

Για τα δικαιώματά σου ως ηθοποιός έχεις διεκδικήσει πράγματα ατομικά ή και συλλογικά;

Θεωρώ ότι με τον τρόπο ζωής μου και επαγγελματικά και μη επαγγελματικά συμμετέχω στο κοινό όφελος. Ο τρόπος που χειρίζομαι τα πράγματα σαν επαγγελματίας ηθοποιός σχετίζεται και με τους συναδέλφους μου. Έχει συμβεί σε παράσταση στην οποία πρωτοστατούσα ως ηθοποιός να πω ότι, αν οι υπόλοιποι ηθοποιοί, που έχουν έρθει, παίξουν για ψίχουλα, δεν θα παίξω. Και έτσι συνέβαλα να πάρουν αυτά τα λεφτά που έπρεπε.

Είσαι από τη Θεσσαλονίκη. Νοσταλγείς πράγματα από εκεί; Γενικά νοσταλγείς αυτά που φεύγουν ή κοιτάς συνέχεια μπροστά;

Κοιτάω μπροστά, αλλά πάντα υπάρχει το παρελθόν και οι στιγμές που θυμάμαι με νοσταλγία. Από την μυρωδιά της πόλης, τα μέρη που έβγαινα, τους φίλους, τους συγγενείς μου. Η πόλη μου είναι η Θεσσαλονίκη.

Δεν έχει γίνει η νέα σου αγάπη η Αθήνα;

Την έχω λατρέψει την Αθήνα. Είναι μια πόλη που μπορείς να κάνεις πολλά πράγματα, έχω κάνει και φίλους, αλλά η νοσταλγία για τις ρίζες πάντα υπάρχει στον άνθρωπο, θεωρώ. Οι μνήμες της σημαντικής αυτής περιόδου, όταν είσαι παιδί, είναι στη Θεσσαλονίκη.

Διανύουμε εποχές των «μη αρνήσεων». Προτιμάς ν’ ακούσεις ένα «ναι» ή ένα «θα», που δεν πραγματοποιηθεί ποτέ, αντί ένα ξεκάθαρο όχι; 

Δεν θέλω ένα ψεύτικο ναι, προτιμώ το όχι. Αν κι έχω μάθει στη ζωή μου να μην περιμένω τίποτα. Δεν τη βάζω σε κουτάκια τη ζωή μου, ούτε παίρνω τοις μετρητοίς πολλά πράγματα.

Τι δεν αντέχεις στους ανθρώπους;

Την αδιακρισία, την έλλειψη σεβασμού. Δεν μου αρέσει το ψέμα και οι κολακείες. Η αδικία είναι η Αχίλλειος πτέρνα μου. Δεν θα ήθελα να μου κάνουν πράγματα που δεν θα έκανα εγώ. Όπως κι εγώ προσπαθώ το φαίνεσθαί μου να είναι γλυκό προς τον άλλο, ό, τι κι αν έχω τραβήξει, θα ήθελα το ίδιο κι από τους άλλους.

 

Ποιο είναι το χειρότερο που σου έχει τύχει από κάποιο θεατή, εν ώρα παράστασης;

Το να κάθεται κάποιος στην πρώτη σειρά και να τρώει πατατάκια. Έχω γυρίσει και τον έχω κοιτάξει κι εκεί που νόμιζα ότι συνετίστηκε, μετά από λίγο έβγαλε παγωτό. Και ήταν και συνάδελφος!

Στα δύο χρόνια που ήμουν Καλλιτεχνικός Διευθυντής στο θέατρο Ιλίσια-Βολανάκης τα είχα απαγορέψει όλα αυτά. Πολύ κακώς που επιτρέπονται μέσα στην ώρα της παράστασης.

Οι ομιλίες των θεατών ή τα κινητά που ανοίγουν ή χτυπάνε, ενώ εσύ παίζεις, σε αποσυντονίζουν ή έχεις εκπαιδεύσει τον εαυτό σου να μην επηρεάζεσαι;

Όσον αφορά στα κινητά και τις ομιλίες, δεν έχουν σταματήσει να με νευριάζουν. Στην κωμωδία ευτυχώς κάποιες φορές δεν τους ακούω. Αλλά σε άλλου είδους  παραστάσεις έχω μιλήσει.

Διαβάζεις βιβλία;

Μου αρέσει να διαβάζω θεατρικά έργα. Μελέτες πάνω στο θέατρο και ιστορία θεάτρου.

Ταινίες βλέπεις;

Κάθε βράδυ, μετά την παράσταση, θα δω μία με δύο ταινίες ή και σειρές. Προτιμώ κυρίως αμερικάνικο κινηματογράφο και ψυχολογικά θρίλερ. Παρατηρώ πολύ τους άνδρες ηθοποιούς, λόγω της δουλειάς μου, αγαπώ τον Ντε Νίρο, τον Πατσίνο, τον Ντι Κάπριο, τον Μπραντ Πιτ. Δεν βλέπω όμως πολλές κωμωδίες περιέργως.

Τι είδος μουσικής ακούς;

Ακούω διάφορα είδη, από ροκ μέχρι house, αν έχω κέφια. Τον τελευταίο καιρό όμως ακούω πολύ κλασική μουσική, και στο αυτοκίνητο, που βρίσκομαι πολλές ώρες.

Όταν ζήτησα στο Θανάση Τσαλταμπάση να μου περιγράψει τον εαυτό του, είπε:

Θεωρώ ότι είμαι ένας πειθαρχημένος άνθρωπος κι επαγγελματίας. Ζω και αναπνέω για τη δουλειά μου. Είμαι δοτικός άνθρωπος στους φίλους μου, στους ανθρώπους που αγαπάω, αλλά και σε όσους μπορώ. Μ’ ενδιαφέρει η κοινωνία μου, δεν είμαι ατομιστής. Μου αρέσει να είναι καλά το κοινωνικό σύνολο και αυτό είναι ένας από τους λόγους που έχω επιλέξει αυτή τη δουλειά, προσπαθώ να καλυτερεύω την καθημερινότητα του κόσμου. Είμαι εγωιστής, είμαι απόλυτος πολλές φορές, αλλά και ανοιχτός παράλληλα. Είμαι σε πολλά πράγματα θαρραλέος και σε ελάχιστα, που δεν θα σου πω, καθόλου. Είμαι φύσει αισιόδοξος. Επίσης πολλές φορές μου αρέσει να βάζω σάλτσες στα πράγματα, ακόμα και για τον εαυτό μου, γιατί εκείνη την ώρα έτσι αισθάνθηκα. Μπορεί δηλαδή να πω κάτι σε κάποιον και μετά να έρθει να μου πει, μα δεν ήταν τελικά έτσι όπως μου το περιέγραψες! Δεν είμαι τόσο κοινωνικός όσο φαίνομαι, αλλά είμαι φιλικός. Θα είμαι φιλικός με τους ανθρώπους που μπορεί να με περιμένουν μετά από μια παράσταση. Δεν πηγαίνω στα πάρτι για να γνωρίσω κόσμο, δεν επιδιώκω κοινωνικές σχέσεις. Όταν θα έρθουν όμως στη ζωή μου και θα μου κάνουν ως άνθρωποι, είμαι μέσα!

Πού σταματάει ο ρομαντικός Θανάσης και συνεχίζει ο ρεαλιστής Θανάσης;

Ανάποδα αν μου έκανες την ερώτηση θα ήταν πιο σωστή… Ή όχι, ας μην με αδικώ! Τα έχω και τα δύο ταυτόχρονα. Έχω ένα ρομαντικό ρεαλισμό!

Πιστεύεις, έχεις πίστη σε κάτι;

Σίγουρα δεν είμαι άθεος. Δεν πιστεύω ότι είναι τυχαία η ύπαρξή μας, αλλά δεν μπορώ να σου πω ότι πιστεύω κάπου. Θα το ήθελα. Δυστυχώς σκέφτομαι πολύ με τη λογική, ως μαθηματικό μυαλό, που είναι η κατάρα της πίστης.

Τι πιστεύεις ότι μπορεί να μας σώσει;

Να ονειρευόμαστε!

 

© 2018  Dimi Theodoraki. All rights reserved

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση των φωτογραφιών και της συνέντευξης χωρίς την έγκριση του FermouArt.

 

——————————————————————————————————————————–

Πληροφορίες για την παράσταση: