Από τον Οδυσσέα Νασιόπουλο

«Είχε μια συνάφεια διαφορετική. Κάποτε, έπαιρνε τις στράτες των ανέμων, «κι όπου με βγάλει», έλεγε. Άλλαζε χρώματα κατά βούληση και μονοπάτια κατά θέληση, δεν τις άρεσε ν’ ακολουθεί αντίρροπη θέση στους πολλούς, όπου την τραβούσε η ελευθέρια της πήγαινε.

Δεν ταίριαζε με τις εποχές γι’ αυτό δεν τις ακολουθούσε καθώς τις έπρεπε, χειμώνας ήταν, καλοκαίρι ένιωθε. Φθινόπωρο ήταν άνοιξη ένιωθε. Ἔτσι το είχε στ’ ατέλειωτα ταξίδια της, καθώς περνούσε, κατέγραφε κι άφηνε το σημάδι της σ’ ένα βλέμμα εικόνα.

Σε κάθε βήμα της, σκιαγραφούσε το σήμερα, το χτες που γινόταν αύριο σ’ όλες τις εποχές τ’ ανθρώπου που τις έφερε ατόφιες πάνω της. Άλλοτε έδινε την εντύπωση μίας μαρτυρίας, μίας μνήμης ανεξάντλητης ιστορίας προγονικής. Κάθε που μιλούσε σιγανά, σε μια στιγμή σκαμμένης αναπόλησης. Που ήρθε στο φως σαν άγαλμα αρχαίας Ελληνίδος θεάς και κόρης. Για τ’ αλλοτινά  σπίτια των παλιών ανθρώπων τότε που φύτευαν κλαδιά αμπέλια στις αυλές, σημάδι πως ξέρουν εδώ, και γλυκαίνουν κι κερνούνε την φιλοξενία γλυκό σταφύλι, πως ξέρουνε και μεθάνε της χαράς στιγμές. Τ’ αλλοτινά σπίτια, σαν το πατρικό της που άφησε στην Μ. Ασία, στον Πόντο, στην Β. Ήπειρο και μεγάλη Ελλάς. Και τα βραδιά ερχόταν ώρες που έπιανε βαθιά ψυχή μοιρολόι Ηπειρώτικο, τραγούδι χαρμολύπης δημοτικό βαθιά ρίζα Ελληνικό με μια φωνή στέρεα γλυκολαλούσα πάνω στις αρμονίες των κυμάτων της γαλαζοφορεμένης θάλασσας, των απάτητων βουνοκορφών της πελαγίσιας και τραχιάς πατρίδας. Ύστερα άναβε το φως των αναμνήσεων και αποξεχνιόταν στους δρόμους των φίλων που χάθηκαν, που υπάρχουν κι έδινε σημείο συνάντησης δίπλα στις όχθες, τις ακρογιαλιές όπου γλεντούσε, χόρευε κι έκαιγε στην φωτιά μια χαμένη αγάπη.

Κάποιοι την είπαν κόρη των ανέμων, άλλοι ταξιδιάρα ψυχή. Κάποιοι άλλοι, καθώς τις έμοιαζε θαρρώ, όπως εκείνη ακατάβλητη στους αιώνες των κυμάτων, δια πυρός και σιδήρου ανεξάρτητη, να ψάχνει μια χαμένη λευτεριά. Σ’ όλα τα μήκη και πλάτη των ηπείρων, να λάμψει, και ξαναλάμψει τον πολιτισμό του ανθρώπου, την καταδικασμένη να δίνει απ’ αρχής, την είπαν Ελλάδα.

 

Βιογραφικό:

Ὁ Ὁδυσσέας Νασίοπουλος γεννήθηκε τὸ Σεπτέμβρη τοῦ 1982, σ ‘ἕνα ὁρεινό χωριό τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας-Τρικάλων, ὀνόματι Κακοπλεύρι. Μαθήτευσε στην Καλαμπάκα, οἱ σπουδές του στὸ Τ.Ε.Ι. Κοζανής Ἡλεκτρολογίας, ἔμελλαν να μείνουν ἀνολοκλήρωτες, λόγῳ δυσμενῶν οἰκονομικῶν συγκηριῶν, και στροφῆς του προς τὸ γράψιμο, και δὴ τὴν ποίηση, διήγημα, σενάριο.Ἡ ἀδιάλλειπτη και συνεχής μελέτη τῶν ἀρχαίων Ἑλληνικῶν και τὸ διάβασμα, τὸν βοήθησαν, ὡς προς την βελτιώση τοῦ τρόπου γραφῆς. Ἔχει συμμετάσχει σὲ πλῆθος λογοτεχνικῶν διαγωνισμῶν πανελλήνιων και διεθνῶν ἀποσπώντας πολλά βραβεία, ἐπαίνους και τιμητικὲς διακρίσεις, ὅπως ἐπίσης καὶ συμμετοχές σ’ ανθολογίες και Λογοτεχνικά-Καλλιτεχνικά ἡμερολόγια. Ἡ «Ματαιοπονία», εἶναι ἡ πρώτη του ὁλοκληρωμένη ποιητικὴ συλλογή ποῦ ἔχει ἐκδοθεῖ, ὡς ἀποτέλεσμα, Α΄Βραβείου Πανθεσσαλικοῦ λογοτεχνικοῦ διαγωνισμοῦ τῶν Ἑκδόσεων Ἥρα Ἑκδοτική το 2012, στὸ Βόλο. Ζεῖ και ἐργάζεται στὰ Τρίκαλα, βοηθώντας στην οἰκογενειακή ἐπιχείρηση Ἀρτοποιεῖο. Ἡ «Πάλη για ἥλιο» εἶναι ἡ δεύτερη ποιητική του συλλογή που ἐκδίδεται, ἀπ’ τις  Πρότυπες Ἑκδόσεις Πηγή, Θεσσαλονίκη 2016.