Είναι γεγονός ότι οι ορολογίες στην τέχνη είναι κάπως σύνθετες και με το πέρασμα του χρόνου τείνουμε να μπερδεύουμε τη χρήση τους ειδικά στην καθομιλουμένη. Η τέχνη έχει συνήθως γραμμική εξέλιξη  ξεκινώντας από τις πρώτες μορφές της (Αιγυπτιακή, Αρχαία Ελληνική κ.ά.) έως τη σύγχρονη τέχνη. Ο λόγος  για τον οποίο γίνεται αυτό είναι ότι, για να μελετήσει κανείς την τέχνη, πρέπει κάπως να την κατηγοριοποιήσει. Κάτι τέτοιο, βέβαια, δεν είναι πάντα εύκολο καθώς υπάρχουν λεπτές αποχρώσεις που χωρίζουν τα διάφορα υφολογικά χαρακτηριστικά (style), έτσι ώστε να πει κανείς με ασφάλεια ότι ένα έργο τέχνης ή ένας καλλιτέχνης κατατάσσεται στην τάδε ή στη δείνα  υφολογική περίοδο. Δεν είναι λίγες, μάλιστα, οι φορές που έργα ενός δημιουργού μπορούν να καταταχθούν σε περισσότερες από μία περιόδους, καθώς ένας καλλιτέχνης στην αρχή της καριέρας του μπορεί να επηρεαστεί από μια εικαστική περίοδο ή ένα καλλιτεχνικό ρεύμα, που άκμασε πριν από εκείνον, αλλά με τη σειρά του να γίνει και μέρος ενός καλλιτεχνικού ρεύματος ή μιας εικαστικής περιόδου, που διαμορφώνεται παράλληλα με την καλλιτεχνική του δημιουργία.  Σε αυτή, λοιπόν, τη σειρά άρθρων θα προσπαθήσουμε να δούμε με απλά λόγια τι εννοούμε με κάποιους ορισμούς στην τέχνη.

 

Ένας από τους όρους που χρησιμοποιούμε συχνά και καταχρηστικά λοιπόν, είναι ο όρος «Μπαρόκ» (Baroque). Χρονολογικά τοποθετείται κατά την διάρκεια του 17ου και 18ου αιώνα και συναντάται σε έργα ζωγραφικής, γλυπτικής, αρχιτεκτονικής και μουσικής  της περιόδου αυτής στην Αγγλία και στην Ευρώπη. Σύμφωνα με το Concise Oxford Dictionary of Art Terms (2010), ο όρος «Baroque» προέρχεται από την πορτογαλική λέξη barroco —η οποία χαρακτήριζε το «μαργαριτάρι ή δόντι μοναδικού μεγέθους»— και αποδίδεται στον Γερμανό ιστορικό τέχνης και αρχιτέκτονα Joachim Winckelmann (1717-1768), ο οποίος την χρησιμοποίησε για να αποδώσει την υπερβολή και την πληθωρικότητα της τέχνης της εποχής του. Το Baroque διαδέχτηκε την τέχνη της Αναγέννησης και για αυτό στηρίχτηκε στις αρχές της, ειδικά στη ζωγραφική.

 

Guido Reni, H Σφαγή των Αθώων στη Βηθλεέμ, 1611, Μπολόνια Εθνική Πινακοθήκη, (http://www.canvasreplicas.com/Reni106.htm )

 

Μιά βασική διαφορά της ζωγραφικής του Baroque από την τέχνη της Αναγέννησης είναι η υπερβολή στην έκφραση των προσώπων και στην απόδοση του τοπίου, η οποία χαρακτηρίστηκε τόσο από σύγχρονους ιστορικούς τέχνης της περιόδου του Baroque, όπως ο J. Winckelmann, όσο και από λίγο μεταγενέστερους, όπως ο Ελβετός Heinrich Wölfflin (1864-1945),ως ‘θεατρική έκφραση’. Συγκεκριμένα, ο H.Wölfflin στο έργο του Kunstgeschichtliche  Grundbegriffe (Principles of Art History, 1915) άσκησε κριτική στην τέχνη της εποχής του (Baroque), αναλύοντας την υφολογία του και αποδίδοντάς του πέντε χαρακτηριστικά (έμφαση στο χρώμα, έντονες και εκφραστικές μορφές στην απόδοση της κίνησης, οι οποίες ξεπερνούν τα όρια του κάδρου, η δημιουργία μιας αίσθησης ενότητας και συνόλου στη σύνθεση και την απόδοση σχετικής ασάφειας), τα οποία αντιδιαστέλει με τα πέντε αντίθετα κατ’ εκείνον χαρακτηριστικά της τέχνης της Αναγέννησης μέσα από πέντε παραδείγματα έργων, τα οποία αντιπροσωπεύουν σύμφωνα με τον Wölfflin την αντίστοιχη περίοδο.

 

Nicolas Poussin, Θυελλώδες τοπίο με τον Πύραμο και τη Θίσβη, 1651, Frankfurt am Main, Städel Museum, The Eclectic Light Company (https://eclecticlight.co/2015/12/28/trees-in-the-landscape-12-nicolas-poussin-and-his-leafy-oaks/ )

Ωστόσο, τα αποτελέσματα και τα χαρακτηριστικά αυτής της αντιδιαστολής, την οποία ακολουθεί ο Wölfflin, δεν είναι απόλυτα και καθολικά,  καθώς δεν ισχύει για όλα τα έργα της περιόδου και δεν μπορούν να αποδοθούν και τα πέντε αυτά χαρακτηριστικά σε κάθε έργο τέχνης. Παρόλα αυτά, κάποια από τα βασικά χαρακτηριστικά της τέχνης του Μπαρόκ που μπορούν να τους αποδοθούν —έτσι ώστε να αναγνωρίζεται ως τέτοια— είναι η υπερβολή στην απόδοση κινήσεων και εκφράσεων, δραματοποιώντας την εκάστοτε θεματική με σκοπό να δημιουργηθεί ένα αίσθημα ταύτισης και άμεσης επικοινωνίας, στον θεατή. Ένα ακόμα χαρακτηριστικό είναι η ρεαλιστική απόδοση της πραγματικότητας με έργα που αποδίδουν όχι μόνο εξιδανικευμένες, αλλά και άσχημες μορφές.

 

Caravaggio, Η Σταύρωση του Αγίου Πέτρου, 1601, Santa Maria del Popolo, Civitavecchia Portmobility (https://civitavecchia.portmobility.it/en/itinerari/half-day/how-see-caravaggio-rome-free )

 

Εν ολίγοις, το Μπαρόκ ήρθε να ταράξει τον κλασικισμό της Αναγέννησης με έμφαση στην έκφραση και την υπερβολή, όπως αναφέρει η Barbara Borngasser και ο Rolf Toman στην εισαγωγή του βιβλίου Μπαρόκ: Αρχιτεκτονική, Γλυπτική, Ζωγραφική (2008), με τη φράση: «Ο κόσμος ως σκηνή, επικράτησε σε όλη την περίοδο του Μπαρόκ». Τέλος, πρέπει να αναφερθεί πως το Μπαρόκ κυριάρχησε ως ύφος στην τέχνη σε μια περίοδο κοινωνικής και πολιτικής αστάθειας, όπου κράτος και εκκλησία προσπαθούσαν να εδραιώσουν και να εξασφαλίσουν τη θέση τους, και διαφέρει από χώρα σε χώρα (Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία). Γι’ αυτό και χρησιμοποίησαν το Μπαρόκ σε ένα βαθμό ως μέσο επίδειξης και αντιπερισπασμού.

 

Diego Velázquez, Ο Θρίαμβος του Βάκχου, 1629, Μαδρίτη, Πράντο, Wikipedia (https://en.wikipedia.org/wiki/The_Triumph_of_Bacchus#/media/File:Vel%C3%A1zquez_-_El_Triunfo_de_Baco_o_Los_Borrachos_(Museo_del_Prado,_1628-29).jpg )

Ζωγράφοι που αντιπροσωπεύουν αυτήν την περίοδο στην Ευρώπη: Jan Brueghel (1568-1625), Carracci (1560-1609), Caravaggio (1571-1610), Domenichino (1581-1641), Johann Liss (1597-1630), Carlo Maratta (1625-1713), Nicolas Poussin (1594-1665), Guido Reni (1575-1642), Jusepe Ribera (1591-1652), Diego Velázquez (1599-1660) κ.ά.

Γλύπτες: Gian Lorenzo Bernini (1598-1680), Pietro Bracci (1700-1773), Alessandro Vittoria (1525–1608), Francesco Mocchi (1580 – 1654) , Pierre Puget (1620-1694), Adriaen de Vries (1556-1626)κ.ά.

 

 

ΜΑΡΙΝΑ ΤΟΜΑΖΑΝΗ

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθηνα. Σπουδασε Θεωρία και Ιστορία της Τέχνης στο τμήμα Θεωρίας και Ιστορίας της τέχνης της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών στην Αθήνα. Μόλις ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό της πάνω στην Ιστορία της Τέχνης στο πανεπιστήμιο του Birmingham και τώρα κάνει τα πρώτα της βήματα στην διαδυκτιακή αρθρογράφιση πάνω στο αγαπημένο της αντικείμενο, την Τέχνη.