Όλοι οι σινεφίλ έχουν νοιώσει αυτό το περίεργο συναίσθημα  όταν κάποιος δεν έχει ακούσει για μια ταινία που αυτοί αγαπούν ή όταν αυτή δεν έχει πάρει τη θέση που της αξίζει στην ιστορία των έργων τέχνης .Άλλωστε η  ιστορία του κινηματογράφου είναι πλούσια σε ξεχασμένα και παραμελημένα αριστουργήματα  που έχουν αγνοηθεί αδικαιολόγητα ενώ θα έπρεπε να είναι ευρύτερα γνωστά και αναγνωρισμένα .Οι λάτρεις του σινεμά  που έχουν δει και ξαναδεί όλα τα καθιερωμένα κινηματογραφικά έργα ,που συμπεριλαμβάνονται στις αμέτρητες λίστες αξιολόγησης, μένουν πολλές φορές έκπληκτοι όταν ανακαλύπτουν το μεγαλείο άγνωστων ή άδικα υποτιμημένων ταινιών. Συνήθως  πρόκειται για έργα άσημων δημιουργών που όμως έκαναν μια εξαιρετική ταινία και μετά εξαφανίστηκαν ή έργα γνωστών σκηνοθετών που ήταν μπροστά από την εποχή τους και δεν έγιναν κατανοητά ή ατυχώς έμειναν στη σκιά των μεγάλων επιτυχιών τους. Αυτή είναι η κατηγορία των  ταινιών που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «κρυμμένα κινηματογραφικά διαμάντια». Αναζητήστε τα  !!!

Νύχτα και καταχνιά/Nuit et Brouillard(1955) του Alain Resnais 

 

Ο κινηματογραφιστής της μνήμης

«To παρόν και το παρελθόν συνυπάρχουν, αλλά το παρελθόν δεν πρέπει ποτέ να είναι σε flash-back».

Ο Alain Resnais  υπήρξε ένας από τους μεγάλους καινοτόμους του κινηματογράφου και ανακαινιστές της κινηματογραφικής γλώσσας αν και δεν εντάχθηκε στην ομάδα της νουβέλ βαγκ. Είναι ο σκηνοθέτης του κινηματογράφου της μνήμης. Σε όλες τις ταινίες του συνδέει την πραγματικότητα με τη σκέψη των ηρώων του. Χαρακτηριστικά του σκηνοθετικού του ύφους ήταν τα εξαιρετικά travelling που έκανε σε δρόμους, όπου άλλαζαν τα σκηνικά-προσόψεις των σπιτιών καθώς κυλούσε η κάμερα, για να κάνει χρονικές συνδέσεις (χρονικά ρακόρ), στην αφήγησή του. Η φωτογραφία του δουλεύτηκε με πρότυπα πίνακες του ζωγράφου Μαγκρίτ. Οι καλύτερες ταινίες του  συνδυάζουν  τη μνήμη και τη φαντασία, το παρελθόν και το παρόν, την επιθυμία και την εκπλήρωση. Ενορχηστρώνουν τους ήχους, τα λόγια, την μουσική και τις εικόνες σε ισότιμη βάση.

Στο «Χιροσίμα, αγάπη μου»(1959), μια Γαλλίδα  ηθοποιός έχει μια σχέση με έναν Ιάπωνα αρχιτέκτονα. Τοποθετημένη σε μια ανακατασκευασμένη Χιροσίμα που εξακολουθεί να τραυματίζεται από τη φρίκη της ατομικής βόμβας, εικόνες του παρελθόντος της ηθοποιού στη Γαλλία κατά τη διάρκεια του πολέμου, αναδύονται στο μυαλό της.

Στο «Πέρυσι στο Μαρίενμπαντ»( 1961) εισήγαγε την έννοια του υποκειμενικού χρόνου  με τη φόρμα και το στιλιζάρισμα να υποδηλώνουν την μνήμη των χαρακτήρων. Το «Muriel» (1963) ,που αναφέρεται στον πόλεμο της Αλγερίας,φαίνεται πιο ρεαλιστικό στην επιφάνεια, αλλά κι αυτό είναι τόσο στυλιζαρισμένο και μεταφυσικό όσο και οι προηγούμενες ταινίες .Στα επόμενα χρόνια δεν μπόρεσε να φτάσει στο ύψος αυτών των τριών αριστουργημάτων  αν και πλησίασε αρκετά με το «Ο πόλεμος τελείωσε» (1966), ένα πορτρέτο ενός γερασμένου εξόριστου από την Ισπανία του Φράνκο που τώρα που ζει στη Γαλλία, και το « Providence» (1977), τον εφιάλτη ενός ετοιμοθάνατου  μυθιστοριογράφου και το αληθινό κινηματογραφικό δοκίμιο. «Θείο μου από την Αμερική»(1980) βραβευμένο με το μεγάλο βραβείο της επιτροπής στο Φεστιβάλ Καννών.  Στη δεκαετία του ’80, ο Resnais γύρισε κάποιες πετυχημένες προσαρμογές  θεατρικών έργων ,συνεργαζόμενος με τη δική του ομάδα ηθοποιών.

Ta 32 πιο συγκλονιστικά λεπτά στην ιστορία του σινεμά

Η πρώτη δημιουργική περίοδος του Resnais  αφορά την μακρά θητεία του στο ντοκιμαντέρ. Σε αυτήν αρχίζει να διαμορφώνεται το σύμπαν της πρωτοποριακής γραφής του. Η «Νύχτα και καταχνιά» ,αποτελεί ένα από τα κορυφαία ντοκυμαντέρ όλων των εποχών . Πρόκειται για μια ποιητική ματιά σε μια από τις πιο αποτρόπαιες περιόδους της ανθρώπινης ιστορίας, που στιγματίζεται από την τερατωδία και τη βαρβαρότητα των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης. Ο διάρκεια της είναι μόνο 32 λεπτά αλλά  ο αντίκτυπος της  διαρκεί πολύ μετά την θέαση της . Είναι μια χρήσιμη και αναγκαία ταινία ,κάτι σαν κινηματογραφικό ισοδύναμο του έργου του ιταλοεβραίου Πρίμο Λέβι «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος»(1947) ,μάρτυρα της ναζιστικής αποθηρίωσης. Ενώ η «Νύχτα και καταχνιά» είχε επιλεγεί να προβληθεί στο επίσημο πρόγραμμα του Φεστιβάλ Καννών του 1956, η γερμανική κυβέρνηση παρενέβη και πέτυχε την αποβολή της ταινίας από τη διοργάνωση με το αιτιολογικό ότι «υποδαυλίζει το μίσος κατά του γερμανικού λαού». Ωστόσο, προοδευτικοί Γερμανοί, με πρωτεργάτη τον μετέπειτα καγκελάριο Βίλι Μπραντ οργάνωσαν προβολές της ταινίας και ζήτησαν από την κυβέρνησή τους να τη συμπεριλάβει στο πρόγραμμα των σχολείων.

Η φράση «Νύχτα και καταχνιά» είναι παρμένη από μια όπερα του Βάγκνερ, τον «Χρυσό του Ρήνου». Από εκεί τη δανείστηκαν οι Ναζί, ως κωδική ονομασία για την διαταγή του Χίτλερ το 1941 που αφορούσε τον εκτοπισμό και την εξόντωση των αντιπάλων του Τρίτου Ράιχ. Ο Resnais παλινδρομεί χρονικά και εικαστικά ,από το χρώμα του 1955  στο ασπρόμαυρο των μακάβριων ντοκουμέντων . Ο ,έγκλειστος στα στρατόπεδα, Jean Cayrol έγραψε το ποιητικό σχόλιο  και ο Hans Eisler με το αλλόκοτο score του συμπλήρωσε την  αίσθηση της αγανάκτησης. Η κάμερα  γλιστρά απαλά πάνω από τα στοιχειωμένα ερείπια. Ένας όμορφος μπλε ουρανός μπορεί να ισορροπήσει με ένα υπέροχο καταπράσινο πεδίο στο παρόν, αλλά κάτω από αυτό το πολύχρωμο ειδυλλιακό τοπίο κρύβεται η ασπρόμαυρη απελπισία και φρίκη .Φρίκη που κατέγραφαν σε φωτογραφίες και βίντεο οι ίδιοι οι  βασανιστές, παραδομένοι σε ένα πλέγμα ναρκισσισμού και σαδισμού .Το γαλήνιο τοπίο του 1955 αναμειγνύεται με τα σκουριασμένα συρματοπλέγματα και τα αβλαβή πια κρεματόρια περιγράφοντας τον «βαθμό μηδέν» της ανθρώπινης ύπαρξης, με «τρομερή γλυκύτητα», όπως γράφτηκε. «Είναι η καλύτερη ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου» δήλωσε ο Φρανσουά Τριφό.

Ο Resnais διατηρεί τη αφήγηση σταθερή και ισορροπημένη, αφήνοντας τις λέξεις να περιγράφουν τις θηριωδίες με την ευγενική και νηφάλια φωνή του  Michel Bouquet . Αυτή η ‘’φυσιολογική’’ φωνητική προσέγγιση έρχεται σε αντίθεση με την απίστευτη  βιαιότητα των εικόνων.Το πιο τρομακτικό στοιχείο που αναδύεται είναι το πόσο καλά μελετημένα και  οργανωμένα ήταν αυτά τα κολαστήρια. Δούλευαν αδιάλειπτα σαν μια καλοκουρδισμένη μηχανή εξόντωσης. ‘Η εξολόθρευση πρέπει να είναι παραγωγική’, λέει ο Himmler. Έτσι τα βουνά ανθρώπινης τρίχας  θα γίνουν ύφασμα, τα οστά σαπούνι ,το δέρμα γραφική ύλη.

Η ιεραρχική δομή  των στρατοπέδων αυστηρή: στην βάση οι θηριώδεις «Καπό». Εγκληματίες που βγήκαν από τις φυλακές με σκοπό να υπηρετούν τυφλά και χωρίς ενοχές το ναζιστικό καθεστώς. Είναι αδίστακτοι στην αγριότητα τους. Μεθυσμένοι βασανίζουν την νύχτα όποιον βρεθεί στο διάβα τους. Επιλέγουν τις πιο όμορφες φυλακισμένες ως σκεύη ηδονής . Μπαίνουν στα χειρουργεία και ως αυτοδίδακτοι γιατροί δοκιμάζουν με σαδισμό το χέρι τους πάνω στα εξαθλιωμένα σώματα των αρρώστων. Πιο πάνω τα SS. Τους απευθύνουν τον λόγο από τα 3 μέτρα. Δεν λερώνουν τα χέρια τους  με αίμα καθώς αφήνουν την χαρά αυτή στους πρόθυμους «Καπό». Υπάρχουν και οι γιατροί- σφαγείς που μετατρέπουν τους έγκλειστους σε πειραματόζωα για μεγάλες γερμανικές εταιρίες. Η φροντίδα για τους αρρώστους, μια απάνθρωπη απάτη . Στήνουν άσκοπα χειρουργεία , τους μετατρέπουν σε πειραματόζωα για νέα φάρμακα ,τους παρέχουν γάζες από χαρτί και μια αλοιφή για κάθε πάθηση. Και στην κορυφή ο διοικητής που ζει μια «φυσιολογική» ,λίγο βαρετή ζωή, σε πολυτελές σπίτι με την οικογένεια του πίνοντας απογευματινό τσάι και παίζοντας σκάκι, σαν να μην γνωρίζει αυτές τις φρικαλεότητες. Όλοι αυτοί στις δίκες που ακολούθησαν το τέλος του πολέμου απολογούνται με θράσος και βλοσυρότητα :«Δεν είμαι εγώ  υπεύθυνος». Ο Resnais κι ο κάθε θεατής αγανακτισμένοι  αναρωτιούνται: «Ποιος είναι ο υπεύθυνος;»

Αυτό το συνταρακτικό φιλμ αποτελεί ένα μνημείο του σινεμά ,μια  στοιχειωμένη λιτανεία για τα αδιανόητα γεγονότα του Ολοκαυτώματος , για την παράνοια της ιστορίας και την αμαρτία της λήθης .Είναι μια απεγνωσμένη υπόμνηση της απειλής αναδίπλωσης του τρόμου ,μια έκκληση για «αιώνια επαγρύπνηση». Στον λυγμικό επίλογο ο αφηγητής ραγίζει τον εφησυχασμό μας: «Ποιος από μας αγρυπνά σ’ αυτό το παράξενο παρατηρητήριο για να μας προειδοποιήσει για τον ερχομό των καινούριων δημίων;».