Από τη Ντίμη Θεοδωράκη

Όμορφη, ταλαντούχα, καλλιεργημένη, με ήθος είναι οι πρώτες λέξεις που μου έρχονται στο μυαλό, αν μου ζητούσε κάποιος τη γνώμη μου για την εικόνα που έχω για την ηθοποιό Αθηνά Μαξίμου. Η συνομιλία μας με αφορμή την παράσταση του Βυσσινόκηπου, στην οποία παίζει με μεγάλη επιτυχία, στο θέατρο Δημήτρης Χορν, μου επιβεβαίωσε όλα τα παραπάνω.

Κυρία Μαξίμου, η πρώτη μου γνωριμία μαζί σας έγινε με την ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου,  «Αυτή η νύχτα μένει», το 1999, μια εξαιρετική ερμηνεία σας, οφείλω να πω. Σας βρίσκω τώρα το 2019 με αφορμή την παράσταση του «Βυσσινόκηπου» σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη. Ποιοι σταθμοί ήταν οι πιο σημαντικοί στη ζωή σας όλα αυτά τα χρόνια;

Είκοσι χρόνια μετά, σχεδόν όλα τα κύτταρα του σώματός μου είναι καινούρια. Προσπαθώντας ν’ ανατρέξω και να δω σαν ταινία αυτή την πορεία των είκοσι χρόνων, που πέρασαν, αυτό που μπορώ να πω είναι ότι είχα πολύ ωραίες συναντήσεις! Υπήρξα τυχερή, αλλά ταυτόχρονα κατάφερα να κάνω όλα αυτά που έχω κάνει με πολύ μεγάλη επιμέλεια, δουλειά και πίστη. Βέβαια τίποτα δεν με κάνει να αισθάνομαι σίγουρη απέναντι στα πράγματα, τα οποία μετακινούνται διαρκώς. Κάθε επαφή με νέους ανθρώπους και θιάσους είναι ένα ταξίδι που σε πάει παρακάτω, αρκεί να το αντιληφθείς και να το επεξεργάζεσαι. Επειδή πιστεύω στη διάρκεια αυτής της δουλειάς και όχι στο πυροτέχνημά της, ποτέ δεν επαναπαύομαι στις έξωθεν μαρτυρίες.

Άρα είναι κάτι που δεν τελειώνει και δυσκολεύομαι ν’ αναφερθώ σε συγκεκριμένα πράγματα, γιατί μπορεί ν’ αδικήσω άλλα. Για μένα ό, τι έχω κάνει μέχρι τώρα υπήρξε μεγάλη εμπειρία και μεγάλο σχολείο. Αν όμως πρέπει ν’ αναφερθώ σε ορισμένους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάστηκα, θα μπορούσα να πω τον Ματίας Λάνχοφ, το 1997, που πρωτο-έπαιξα στις «Βάκχες» στην Επίδαυρο, τον Βασίλη Παπαβασιλείου, τον Μιχαήλ Μαρμαρινό, τη Λίνα Ζαρκαδούλα που κάναμε μαζί την «Βασιλική» και είμαι σίγουρη ότι κάποιους αδικώ.

Ποια είναι κατά τη γνώμη σας τα χαρακτηριστικά του Τσέχωφ που τον κατατάσσουν στους σπουδαιότερους συγγραφείς και τους πιο αγαπημένους του κοινού;

Ο Τσέχωφ, όπως όλοι οι σημαντικοί συγγραφείς, ασχολείται μ’ ένα πολύ βαθύ ψυχισμό του ανθρώπου και πάνω σ’ αυτό δημιουργεί ιστορίες που μας αφορούσαν, αφορούν και θ’ αφορούν τον άνθρωπο, όσο υπάρχει. Γι’ αυτό και ονομάζεται κλασικός, όπως οι τραγωδοί μας, οι Σαίξπηρ, Ίψεν, Μπέκετ. Δεν μπορώ να μιλήσω γενικά όμως και να πω, ότι αυτό που θα δει ο θεατής όταν ανεβαίνει έργο του Τσέχωφ είναι μια ατμοσφαιρική, τσεχωφική παράσταση και δεν είναι καθόλου αυτό η δική μας παράσταση. Δεν πιστεύω σ’ αυτές τις ταμπέλες. Κάθε φορά που ο άνθρωπος θα σκύψει πάνω από αυτά τα κείμενα,  κάτι τελείως διαφορετικό θα προκύψει. Γι’ αυτό και είναι πολύ σπουδαίοι αυτοί οι συγγραφείς και μας αφορούν, γιατί είναι ανοιχτοί, γιατί αφορούν τον άνθρωπο και τα προβλήματά του, προσωπικά και κοινωνικά.

Υποδύεστε το ρόλο της γκουβερνάντας, της Σαρλότας Ιβάνοβνα. Μιλήστε μου για το πρόσωπο αυτό.        

Αυτό το πρόσωπο πιστεύω ότι είναι από τα μυστηριώδη του έργου αυτής της πινακοθήκης, με την έννοια ότι κάποιος μπορεί δύσκολα να το προσεγγίσει και να το φωτίσει. Είναι ένα πρόσωπο που μιλάει πολύ λίγο για τον εαυτό του, παρατηρεί πολύ τους άλλους, αλλά, όταν θ’ ανοίξει το στόμα του να μιλήσει είναι σαν να προσδιορίζει το πρόσωπο στο οποίο μιλάει, είναι ο παρατηρητής αυτού του έργου. Ίσως βλέπει τα πρόσωπα καλύτερα απ’ ότι τα ίδια πρόσωπα βλέπουν τον εαυτό τους.

Θα μπορούσε να είναι και ο ίδιος ο Τσέχωφ, ας πούμε;

Ναι, θα μπορούσε να είναι και ο ίδιος ο Τσέχωφ, το συνηθίζει να το κάνει αυτό στα θεατρικά του κείμενα, να βάζει κάποιον που θα μπορούσαμε να σκεφτούμε ότι είναι ο Τσέχωφ. Αλλά δεν το έχουμε δουλέψει έτσι. Η Σαρλότα Ιβάνοβνα είναι ο διασκεδαστής των άλλων προσώπων, τους κάνει διάφορα κόλπα και είναι μ’ ένα τρόπο ο γελωτοποιός της παράστασης.

Στο ίδιο πνεύμα είναι και τα κοστούμια της παράστασης;

Ναι, αυτό ήταν η αντίληψη του σκηνοθέτη, του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη, ότι την ώρα της πώλησης του Βυσσινόκηπου γίνεται ένα πάρτι. Και ότι μέσα σ’ αυτό το παιδικό κλίμα κανείς δεν ενηλικιώνεται. Θέλησε να είναι ένα πάρτι μασκέ, με πολύ έντονα τα παιδικά παιχνίδια και το παιδικό σπιτάκι, όπου όλοι έχουν μεταμφιεστεί σε ήρωες παραμυθιών.

 

 

Έχω δει την παράστασή σας και είμαι από τους θεατές που ενθουσιάστηκαν με τη σκηνοθετική προσέγγιση του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη. Η απουσία όλο αυτού του μελαγχολικού κλίματος με τα βαριά έπιπλα, τα σκουρόχρωμα ρούχα, τα έως και πένθιμα σκηνικά που βλέπουμε σε διάφορα ανεβάσματα του Τσέχωφ είναι θεωρώ το ατού αυτής της παράστασης. Ποια από τις δύο οπτικές σας βρίσκει σύμφωνη; 

Αυτή τη στιγμή δεν είμαι εγώ ο σκηνοθέτης, οπότε τώρα σύμφωνη με βρίσκει αυτό που υπερασπίζομαι επί σκηνής. Αν μετά από δέκα χρόνια μου έλεγε κάποιος να κάνουμε πάλι τον Βυσσινόκηπο, σίγουρα θα είχα άλλες ιδέες, άλλη προσέγγιση. Αυτό είναι το μαγικό μ’ αυτά τα κείμενα, είναι τόσο ανοιχτά σε οποιαδήποτε βλέμματα. Κάποιοι ίσως να ήθελαν πιο μελαγχολικό τον Βυσσινόκηπο, κάποιοι ενθουσιάζονται με την ελαφράδα του πράγματος. Το βασικό είναι να επικοινωνούμε. Συμφωνώ ή διαφωνώ με την έννοια ότι κάτι με μετακινεί ή δεν με μετακινεί, αυτή είναι η δική μου θέση. Δεν υπάρχει ένας τρόπος , υπάρχουν πολλοί όπως και η αλήθεια έχει πολλές περιοχές, δεν είναι ένα πράγμα.

Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος είχε γράψει ότι «με τον Βυσσινόκηπο χάνεται μια εποχή, αλλά ο γιατρός Τσέχωφ δεν λυπάται καθόλου γι’ αυτό«. Παρατηρεί και καταγράφει. Πού βλέπουμε κατά την γνώμη σας το χιούμορ του συγγραφέα σχετικά με τις αλλαγές που έρχονται;

Νομίζω ότι η ίδια η πινακοθήκη των προσώπων του έργου δίνει τις διαφορετικές οπτικές. Κάποιος θέλει ν’ αλλάξουν τα πάντα, κάποιος δεν θέλει ν’ αλλάξει τίποτα, κάποιος αντέχει την αλλαγή, άλλος δεν μπορεί να προσαρμοστεί στα καινούρια δεδομένα. Ο ίδιος ο Τσέχωφ νομίζω ότι υπερασπίζεται κάθε ανθρώπινο με πολλή αγάπη και πολλή φροντίδα. Συμφωνώ ότι ο Τσέχωφ παρατηρεί και βάζει μέσα όλες τις αντιδράσεις που μπορεί να έχει κάποιος απέναντι σε μια ανατρεπτική αλλαγή. Και αυτό από μόνο του είναι πολύ καυστικό. Είναι, σαν καθώς δεν παίρνει θέση, να λέει, θεατές μου κοιτάξτε, τι συμβαίνει, όταν αλλάζουν τα πράγματα. Ήμαστε έτοιμοι για την αλλαγή ή δεν ήμαστε;

Εσείς είστε υπέρ των αλλαγών, κοιτάτε μπροστά ή νοσταλγείτε πράγματα;

Το να νοσταλγεί κανείς κάτι, να το θυμάται ή να το μνημονεύει, δεν είναι τροχοπέδη. Το πρόβλημα είναι να εμμένει ότι κάτι που πριν ήταν σπουδαίο, δεν το έχει πια. Τίποτα δεν στέκεται στη ζωή,«τὰ πάντα ῥεῖ», όπως είπε ο Ηράκλειτος. Είναι α-νόητο, δηλαδή δεν έχει νοημοσύνη και νόημα το να μην παίρνει κανείς υπόψη αυτή τη ροή των πραγμάτων. Την καλοδέχομαι την αλλαγή και προσαρμόζομαι προσπαθώντας να μην χάσω το δικό μου πυρήνα.

 

 

Η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος έγραφαν στο πρόγραμμα του Βυσσινόκηπου, που ανέβασαν τότε στο Αθήναιον, ότι «όπως ο Τσέχωφ προσπαθούσε να κατανοήσει τον «μυστηριώδη» άνθρωπο, ομοίως καλεί και τους ηθοποιούς να κάνουν το ίδιο». Είναι αυτή η έγνοια του καλλιτέχνη μιλώντας από τη δική σας σκοπιά;    

Φυσικά, αυτό είναι ένα μεγάλο πεδίο της τέχνης γενικότερα. Αυτά τ’ αναπάντητα ερωτήματα είναι που μας κινούν, που μας «αναγκάζουν» να θέλουμε να επικοινωνηθεί κάτι που αφορά, όχι μόνο αυτόν που το λέει, αλλά κι αυτόν που τ’ ακούει. Και όταν ο θεατής πηγαίνει να δει μια παράσταση, μια έκθεση ζωγραφικής, ένα έργο ή ν΄ ακούσει μια συναυλία είναι σαν να δίνει ασυναίσθητα ραντεβού με αυτή την άγνωστη περιοχή που λέγεται άνθρωπος.

Στο θέατρο και ευρύτερα στον καλλιτεχνικό χώρο ποια κομμάτια πιστεύετε ότι χρήζουν αλλαγής ή βελτίωσης;

Πάντα θα υπάρχουν. Προσωπικά διαφωνώ με αυτό που καμιά φορά πιάνει εμάς τους ηθοποιούς, που λέμε εκείνο είναι εμπορικό, αυτό είναι ποιοτικό… Διαφωνώ ριζικά να μπω στη διαδικασία να θεωρήσω ότι κάποιοι κάνουμε κάτι καλύτερο και σπουδαιότερο από κάποιους άλλους. Θεωρώ ότι όλα τα είδη τα έχει ανάγκη η κοινωνία και η πολιτεία. Αυτός ο διαχωρισμός ακουμπάει λίγο όλες αυτές τις παρακαταθήκες Εμφυλίου που κρύβουμε ως λαός, συνεχώς έχουμε την ανάγκη να διαχωρίζουμε το εμείς από το εσείς, το εμείς από το αυτοί. Μακάρι να ωριμάσουμε και να μην χρειαζόμαστε αυτό τον τρόπο σκέψης. Είναι ένας ιός έπαρσης. Όταν θα μεγαλώσουμε έχοντας περάσει αυτές τις παιδικές ασθένειες, θα καταλάβουμε ότι δεν χρειάζεται να συγκρίνουμε. Καθένας κάνει αυτό που κάνει.

Υπάρχουν στιγμές που η πραγματικότητα σας καθηλώνει και αισθάνεστε ανήμπορη ν’ αντιδράσετε;

Φυσικά και θα σας δώσω ένα παράδειγμα που χρησιμοποιώ και είναι προσωπικό. Πριν από τρία χρόνια χτυπώντας ένα κουδούνι κάποιος άνθρωπος ήρθε από πίσω μου, πήρε το κινητό που κρατούσα στο χέρι και μου έδωσε μια μπουνιά, όπου ακινητοποιήθηκα και δεν κατάλαβα τι έγινε. Το πρώτο που συμβαίνει είναι ότι θυμώνεις. Το αμέσως επόμενο, σε απόσταση μιας ώρας, που σκέφτηκα ήταν ότι αυτός, που με χτύπησε, πήρε το κινητό για να το πουλήσει και με τα χρήματα αυτά μπόρεσε να ζεσταθεί ή να πάρει τροφή για τα παιδιά του. Εκεί άρχισα ν’ αναρωτιέμαι ποιο τελικά είναι το σωστό και ποιο το λάθος. Δεν μπορείς να τοποθετηθείς εύκολα στα πράγματα, είναι όλα κατά συνθήκη. Μπορεί κάποιος να είναι κλέφτης επειδή δεν έχει άλλη επιλογή, η κοινωνία τον έκανε. Υπάρχει λοιπόν μια στιγμή που ακινητοποιούμαι, γιατί αν αφήσω να με κυριεύσει το πρώτο πράγμα που μου έρχεται στο μυαλό, ξέρω ότι ακουμπάει τα όρια του λαϊκισμού, ότι βάζω ταμπέλα ελαφρά τη καρδία σε κάποια συνθήκη και κάτι που μπορεί να μην είναι έτσι και έχω πάντα στο μυαλό μου, ότι όλα όσα παρατηρεί κανείς, χρειάζονται διεργασία.

Δεν είναι εύκολο να παίρνεις θέση, αλλά δυστυχώς  στην εποχή μας εμείς οι άνθρωποι παίρνουμε πολύ εύκολα θέση για τα πάντα είτε γιατί επηρεαζόμαστε είτε γιατί ήμαστε θυμωμένοι είτε γιατί περιμένουμε κάποιον να μας καθοδηγήσει ή επειδή τον πιστεύουμε τυφλά, ό, τι πει θα είναι το σωστό. Χρειάζεται μια κριτική ματιά με επεξεργασία και διεργασία, γιατί κρίνουμε αβασάνιστα στην εποχή μας.

 

 

Θα θέλατε να τοποθετηθείτε στο πολύ δυσάρεστο γεγονός, το θάνατο του Ζακ Κωστόπουλου;

Συνεχίζω τη σκέψη από αυτό που σας έλεγα πριν… δεν ξέρω, ίσως είναι έτσι η φύση του ανθρώπου τελικά, γιατί είτε υπάρχει πληροφόρηση είτε υπάρχει πολλή πληροφόρηση ίσως είναι ένα και το αυτό. Με τόσα πράγματα που ακούς, διαβάζεις, αρχίζεις να νομίζεις ότι είσαι τρελός, δεν καταλαβαίνεις που είναι το πραγματικό γεγονός και πού το σχόλιό σου. Γιατί και δημοσιογραφικά και κοινωνικά χάνεται το πραγματικό γεγονός και για μένα το πραγματικό γεγονός είναι ότι κάποιοι σκότωσαν έναν άνθρωπο. Από εκεί κ πέρα ξεκινάει κάτι άλλο, που ο καθένας αρχίζει να το φτιάχνει, να το καλουπώνει, να εναντιώνεται, να θυμώνει. Αλλά το πραγματικό γεγονός είναι ότι κάποιοι σκότωσαν έναν άνθρωπο, το 2018, στο κέντρο της Αθήνας, με ανθρώπους γύρω να παρατηρούν. Δεν έχει προχωρήσει στο ελάχιστο η ανθρωπότητα. Στο Μεσαίωνα γινόταν το ίδιο, το ίδιο γίνεται και το 2018. Είναι εξωφρενικό.

Έχετε κάποιο motto στη ζωή σας;

Έχω πολλά motto. Αυτό τον καιρό που παίζω στο Βυσσινόκηπο και ακούω κάθε μέρα Τσέχωφ, ίσως το motto μου είναι να μην ήμαστε απόλυτοι, όταν κάτι αλλάζει και μετακινείται, να φροντίζουμε να δούμε τι έχει να μας πει, γιατί σίγουρα κάτι καλό μπορεί να βγει από αυτή την αλλαγή. Τίποτα δεν είναι μόνο καλό ή κακό, όλα έχουν θετική και αρνητική πλευρά.

Ποιο είναι το χειρότερο και ποιο το καλύτερο που σας έχει τύχει εν ώρα παράστασης;

Δεν έχω τόσο τραγική εμπειρία ευτυχώς! Παλιά είχαμε τα κινητά που χτυπούσαν, τώρα έχουμε περισσότερες φωτισμένες φατσούλες στην πλατεία θεάτρου, που νομίζουν ότι μάλλον ήμαστε κουφοί ή τυφλοί ή ότι δεν καταλαβαίνουμε τι κάνουν. Αυτά όλα έχουν να κάνουν με την παιδεία του κοινού και πρέπει εμείς οι άνθρωποι που ασχολούμαστε με την τέχνη και φυσικά και τα σχολεία και οι οικογένειες να δημιουργήσουμε μια παιδεία για να σέβονται οι θεατές τους ηθοποιούς, γιατί επί της ουσίας έτσι σέβεσαι όχι αυτούς, αλλά τον εαυτό σου και τα χρήματα που έδωσες για να δεις μια παράσταση.

Το πιο ωραίο που μου έχει συμβεί, είναι εκείνη η φορά που είχα γενέθλια και που στο τέλος της παράστασης μαζί με τους θεατές ανάψανε τα φώτα και μου έφεραν μια τούρτα στη σκηνή! 

Το γεγονός ότι ανάλογα το είδος παράστασης και τον χώρο που παίζεται, το κοινό διαφοροποιείται ως ποιότητα και αντίδραση και αναφέρομαι στα χειροκροτήματα που ακούμε, μόλις εμφανίζεται ένας ηθοποιός επί σκηνής ή όταν το κοινό επικροτεί, κάτι που λέει, είναι ένα γεγονός που αρέσει στον ηθοποιό ή τον αποσυντονίζει;

Το θεωρώ σημάδι παλιάς εποχής, που συνέβαινε στις παλιές αθηναϊκές ή και μη αθηναϊκές σκηνές και ήταν μια υποστήριξη για τους παλιούς ηθοποιούς, όταν έκαναν είσοδο ή έξοδο. Δεν είναι κάτι ενοχλητικό και κάποιες φορές είναι και χαριτωμένο, γιατί είναι πηγαίο. Καταλαβαίνεις ότι το κοινό αυτό είναι παλαιάς κοπής θεατές, που θέλουν να υποδεχτούν ή ν’ αποχαιρετίσουν τον ηθοποιό. Θεωρώ πιο τραγικό να μιλάνε και να σχολιάζουν, σαν να είναι σπίτι τους με την πιζάμα τους και να τρώνε πίτσα ή το να τρώνε ποπ-κορν.

 

 

Στα μελλοντικά σας σχέδια εντάσσεται ο κινηματογράφος ή η τηλεόραση;

Όχι, δεν εντάσσεται κάτι από αυτά τα δύο μέσα προς το παρόν. Στο άμεσο μέλλον, θα κάνουμε περιοδεία το καλοκαίρι, με το «Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας» σε σκηνοθεσία Μανώλη Δούνια και Αιμίλιου Χειλάκη. Και το χειμώνα θα είμαστε στο θέατρο Βεάκη, γιατί δεν θα παίξουμε καθόλου Αθήνα το καλοκαίρι.

Ο Δημήτρης Χορν είχε πει: «Στον αέρα που αναπνέουν οι άνθρωποι και ασφυκτιούν, ο Τσέχωφ δίνει το λυτρωτικό οξυγόνο της ελπίδας». Σε ποια σημεία του Βυσσινόκηπου γίνεται αυτό εμφανές;

Πάρα πολύ ωραία το είπε ο κύριος Χορν! Σε πολλά σημεία του Βυσσινόκηπου γίνεται εμφανές. Ακόμα και μέσα στην ίδια φράση αλλάζει, εκεί που δεν έχει οξυγόνο, αμέσως μετά βλέπουμε να έχει…